Το κράτος δείχνει να διαλύεται. Στη ΔΕΗ το πρωί οι υπάληλοι πάνε ότι ώρα θέλουν, βαριούνται πολιτικολογούν, τα ριχνουν όλα στην Αθήνα μες το κέντρο, στις εφορίες όλοι γκρινιάζουν, ουρές ατέλειωτες, ένας κλέβει στη σειρά , κάποιος του βάζει τις φωνές, άλλοι μιλούν στα κινητά ασταμάτητα, στα υπόγεια φάκελλοι πεταμένοι, μια γυναίκα λέει ψέμματα ότι είναι πρώην εφοριακός και τσακίζονται να την εξυπυρετήσουν, στον ΟΕΚ- Νίκο δε σε βλέπω καλά- στέλνουν τους υπαλήλους σ' άλλες υπηρεσίες, τους ξαναφέρνουν πίσω, κάτι οδηγοί δεν πάνε στη δουλειά τις Παρασκευές, στα σχολεία κάποιοι καθηγητές έχουν κυρήξει λευκή απεργία, τα παιδιά, κάνουν βόλτες , ένας τύπος μου τηλεφωνεί απ' τα ΕΛΤΑ κάτω στην Αθήνα, ψάχνει μια διεύθυνση κάπου στο ραδιοομέγαρο για να δώσει ένα βιβλίο που έστειλα '' Χάρη σου κάνω που σου τηλεφωνώ'' μου λέει, ο Καστανίδης μου στέλνει μύνημα να πάω σε μια συγκέντρωση - ατύχησες Χάρη- ο Μπαμπινιώτης τα βάζει με τη Διαμαντοπούλου - καλύτερα να κάθονταν στα λεξικά του - ο Καμένος εμφανίζεται με το ιδιωτικό του ελικόπτερο ως σωτήρας - άλλο κακό να μη μας βρει- ένας γιδοβοσκός κρύβει ένα άγαλμα στη στάνη του - μπορεί να ήταν φιλότεχνος ο άνθρωπος εκεί πάνω στα βουνά- ο Μάκης φαίνεται πιεσμένος κάτω στην πρωτεύουσα- Μάκη μη μασάς- ο Τάκης φοβάται ότι θα τον σουτάρουν απ' τη δουλειά του, ο κ. Περικλής έχει βαρεθεί να βλέπει πελάτες με τα μούτρα κατεβασμένα να μπαίνουν στο μαγαζί του, κάποιος άλλος θέλει να βγάλει κέρδος οπωσδήποτε μες τη κρίση- αυτόν πρέπει να τον προσέχουμε- ο Δημήτρης τσάκισε το ποδαράκι του, στο Χατζή γίνονται απεργίες- πάνε τα εκμέκ κανταίφια με το βουβαλίσιο γάλα- τα applebees έκλεισαν - με τέτοιες τιμές τι περίμεναν- μονάχα οι Ζητάδες δεν αφήνουν να περάσει τίποτα καθώς ο Χρυσοχοίδης φτιάχνει το προφίλ του για το μέλλον όταν θα καεί κι ο Βενιζέλος. Ο κώστας με φωνάζει ''κατέβα στη Τσιμισκή έχουν πλακώσει κάτι καλά'' κατεβαίνω λοιπόν φρεσκοκουρεμένος μια ματιά ενός κοριτσιού, καθρέφτης, μου λέει ότι είμαι εντάξει βλέπω κοπέλλες με κόκκινα σουτιέν, κίτρινα κοντομάνικά μπλουζάκι, μάυρα μαλιά και γυαλιά,ψαράκια και σκορπιοί στερεωμένα με αλυσιδίτσες στο λαιμό και στα χέρια κρατούν παγωτά βανίλια με σοκολάτα. Κάποια μου τηλεφωνεί, μια γλυκιά φωνή, κάτι Βαλκάνιοι φυσσούν χάλκινα ασταφτερά, στη στοά του ODEON αφίσσες ταινιών , δίπλα υπήρχε ένα μαγαζί όπου φορώντας τα ακουστικά άκουγα μια σειρήνα να σφυρίζει στην '' Πριγγηπέσσα'' βλέποντας κάτι παράθυρα και καμάρες ψηλά στους ξενώνες της Αγίας Θεοδώρας κι άλλα τραγούδια άκουγα εκεί τις '' Τυφλές ελπίδες'' που μου θύμιζαν ένα λιμανάκι κάπου στη Χαλκιδική με πλοία σιδερένια που έριχναν τη σκιά τους στα νερά δίπλα σε μια προβλήτα όπου έβλεπες ψάρια και χελιδόνια να περνούν κάτω απ' τις κολόνες, κι ένα άλλο τραγούδι άκουγα στο δισκάδικο που υπήρχε έναν καιρό στο ισόγειο του εμπορικού κέντρου, αυτό που δεν το χόρταινα κάποτε σαν βούιζε μες τ' αυτιά μου μια καλοκαιρινή μέρα, κάπου στην Καλαμαριά τότε που άκουγα τη γλυκιά φωνή να φωνάζει τ' όνομά μου αλλά δεν μπορούσα να βρω από που έρχονταν, μόνο πόρτες έβλεπα να κλείνουν αργά στα μπαλκόνια και λαχειοπώλες αξύριστους να τριγυρνούν σα στοιχειωμένοι μες τη θολούρα.
Σάββατο 31 Μαρτίου 2012
Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012
ΠΥΡΟΜΑΝΙΑ
Κάποιες φορές πρέπει ν' αφήσεις κάποιους πίσω. Μπορεί νάναι φίλοι που πήραν άλλον δρόμο, ή γυναίκες που δε σε γουστάρουν πια, ή συγγενείς, αδέρφια και ξαδέρφια που πιστεύουν ότι πήρες πολύ αέρα, ή κάποιοι άλλοι τύποι που απλά δε σε πάνε βρε αδερφέ κι είναι φθορά να επιμένεις να συνυπάρχεις μαζί τους γιατί θα επιμείνουν ως το τέλος του κόσμου στις θέσεις τους , λογικές ή παράλογες τι σημασία έχει και καλά είναι να καθαρίζεις τα πράγματα από νωρίς. Όλο αυτό σου αφήνει μια πικρή γεύση στο στόμα σα να κατάπιες κάποιο φάρμακο και σου μένει μια μελαγχολία αλλά συνηθίζεις, κοιτάς μπροστά κι όποιος σε προλάβει.
Ευτυχώς που είναι κι ο Χρήστος το βράδι για να σου φτιάξει το κέφι. Είναι υπερκινητικός και δεν κάθεται στ' αυγά του. Θέλει να κάνει μάθημα ξαπλωμένος στο κρεβάτι,όλη την ώρα δικιμάζει στον καθρέφτη κάτι σκουλαρίκια σαν αυτά που φορούν οι Ζουλού, ύστερα εμφανίζεται με μια φόρμα τεράστια του μπαμπά του που μοιάζει απάνω του σα μπούργκα ολόσωμη, ανάβει φωτιές μ' έναν αναπτήρα στο αέριο του αποσμητικού του και φοβάσαι πως θα το ανατινάξει, ύστερα καίει ένα μαχαίρι που έχει στο συρτάρι του και το μετατρέπει σε φλεγόμενο ξίφος, μετά καίει τις τρίχες στα μπράτσα του κι ανατριχιάζει αλλά του αρέσει, του λές΄΄Ρε χρήστο κάτσε καλά'' σου απαντά '' εντάξει ρε μαλάκα'' εσύ ''όχι και ρε'' και σιγά- σιγά υσηχάζει κι αρχίζει να σου διηγείται ιστορίες απ' την κατασκήνωση όπου είχε το προαίσθημα ότι κάτι θα του συμβεί τότε που προσγειώθηκε μια τσακμακόπετρα στο κεφάλι του απ΄το πουθενα κι αυτός σκέφτονταν ΄΄ Τώρα τί είναι πάλι αυτό'' καθώς πήγαινε να πιάσει το κεφάλι του και τα χέρια του γέμιζαν αίματα και για τότε που ένα τσογλάνι κλώτσησε μια γάτα στη θάλασσα, αυτή έτρεχε παπανικόβλητη και συγχυσμένη να βγει απ' τα νερά, μια γυναίκα πετάχτηκε από ένα παράθυρο κι άρχισε να βρίζει το Χρήστο που ήταν παρών στη σκηνή, αυτός της απάντησε βρίζοντάς την φυσικά, της είπε πως αν ήταν εκεί ο πατέρας του θα την είχε πλακώσει κι ας φώναζε η γυναίκα πως ήταν παιδαγωγός. Κι άλλα θα σου πει ο Χρήστος ότι δεν τα φτιάχνει με κορίτσια απ' την πρώτη γυμνασίου - αυτός πάει στη δευτέρα- για να μη τον πουν παιδεραστή και για ένα ξέφωτο σ' ένα νησί όπου είχαν πάει διακοπές κι είχε ακούσει πως σ' ένα μέρος με δυο πέτρες σε σχήμα Ε αντικριστές, που έβγαζαν ενέργεια μαγνητική μαζεύονταν κάτι τύποι αλόκοτοι κι έκαναν τελετές φρικιαστικές κι άλλες ιστορίες ακατάλληλες για ενηλίκους που έχουν να κάνουν με κοριτσάκια όχι και τόσο αθώα. Θα σου πει και για τότε που έβαλε φωτιά στην αυλή του σπιτιού του όταν έλειπαν οι δικοί του κι απ΄το σπιτάκι του ο Ρόκυ ''Ο δαίμονας'' όπως φώναζαν ένα τρομερό μαύρο Ροντβάιλερ, αυτό που φοβόταν η γειτονιά ολόκληρη κάπου στο Μελισσοχώρι, γιατί σε όποιον έβλεπε έκανε κάτι κινήσεις πίσω απ' την πόρτα σα να τον είχε στήσει κάτω στο χώμα και τον ξέσκιζε, ''Ο δαίμονας'' λοιπόν είχε ζαρώσει σε μια γωνιά και κοιτούσε τις φλόγες που είχε ανάψει ο Χρήστος καθώς στο στόμα του πυρομανή πιτσιρικά ένα χαμόγελο παράξενο ζωγραφίζονταν.
Ευτυχώς που είναι κι ο Χρήστος το βράδι για να σου φτιάξει το κέφι. Είναι υπερκινητικός και δεν κάθεται στ' αυγά του. Θέλει να κάνει μάθημα ξαπλωμένος στο κρεβάτι,όλη την ώρα δικιμάζει στον καθρέφτη κάτι σκουλαρίκια σαν αυτά που φορούν οι Ζουλού, ύστερα εμφανίζεται με μια φόρμα τεράστια του μπαμπά του που μοιάζει απάνω του σα μπούργκα ολόσωμη, ανάβει φωτιές μ' έναν αναπτήρα στο αέριο του αποσμητικού του και φοβάσαι πως θα το ανατινάξει, ύστερα καίει ένα μαχαίρι που έχει στο συρτάρι του και το μετατρέπει σε φλεγόμενο ξίφος, μετά καίει τις τρίχες στα μπράτσα του κι ανατριχιάζει αλλά του αρέσει, του λές΄΄Ρε χρήστο κάτσε καλά'' σου απαντά '' εντάξει ρε μαλάκα'' εσύ ''όχι και ρε'' και σιγά- σιγά υσηχάζει κι αρχίζει να σου διηγείται ιστορίες απ' την κατασκήνωση όπου είχε το προαίσθημα ότι κάτι θα του συμβεί τότε που προσγειώθηκε μια τσακμακόπετρα στο κεφάλι του απ΄το πουθενα κι αυτός σκέφτονταν ΄΄ Τώρα τί είναι πάλι αυτό'' καθώς πήγαινε να πιάσει το κεφάλι του και τα χέρια του γέμιζαν αίματα και για τότε που ένα τσογλάνι κλώτσησε μια γάτα στη θάλασσα, αυτή έτρεχε παπανικόβλητη και συγχυσμένη να βγει απ' τα νερά, μια γυναίκα πετάχτηκε από ένα παράθυρο κι άρχισε να βρίζει το Χρήστο που ήταν παρών στη σκηνή, αυτός της απάντησε βρίζοντάς την φυσικά, της είπε πως αν ήταν εκεί ο πατέρας του θα την είχε πλακώσει κι ας φώναζε η γυναίκα πως ήταν παιδαγωγός. Κι άλλα θα σου πει ο Χρήστος ότι δεν τα φτιάχνει με κορίτσια απ' την πρώτη γυμνασίου - αυτός πάει στη δευτέρα- για να μη τον πουν παιδεραστή και για ένα ξέφωτο σ' ένα νησί όπου είχαν πάει διακοπές κι είχε ακούσει πως σ' ένα μέρος με δυο πέτρες σε σχήμα Ε αντικριστές, που έβγαζαν ενέργεια μαγνητική μαζεύονταν κάτι τύποι αλόκοτοι κι έκαναν τελετές φρικιαστικές κι άλλες ιστορίες ακατάλληλες για ενηλίκους που έχουν να κάνουν με κοριτσάκια όχι και τόσο αθώα. Θα σου πει και για τότε που έβαλε φωτιά στην αυλή του σπιτιού του όταν έλειπαν οι δικοί του κι απ΄το σπιτάκι του ο Ρόκυ ''Ο δαίμονας'' όπως φώναζαν ένα τρομερό μαύρο Ροντβάιλερ, αυτό που φοβόταν η γειτονιά ολόκληρη κάπου στο Μελισσοχώρι, γιατί σε όποιον έβλεπε έκανε κάτι κινήσεις πίσω απ' την πόρτα σα να τον είχε στήσει κάτω στο χώμα και τον ξέσκιζε, ''Ο δαίμονας'' λοιπόν είχε ζαρώσει σε μια γωνιά και κοιτούσε τις φλόγες που είχε ανάψει ο Χρήστος καθώς στο στόμα του πυρομανή πιτσιρικά ένα χαμόγελο παράξενο ζωγραφίζονταν.
Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012
ΕΡΑ ΣΠΟΡ
Η Ελένη θέλει να φύγει για Καναδά. Η καλύτερη της φίλη είναι εκεί πέρα εδώ και χρόνια και παρόλο που έπαιρνε ψυχοφάρμακα στην αρχή τώρα έχει στρώσει και περνά καλά αλλά το ξέρει καλά ότι δεν πρόκειται να μείνει για πάντα σ' εκείνη τη χώρα. Ο φίλος της Ελενης, ο υδραυλικός έφυγε για Αυστραλία να δουλέψει ''μαύρα'', χωρίς να δηλωθεί, μπορεί να μείνει έτσι μέχρι τέσσερις μήνες, και της ράγισε τη καρδιά. Ήταν στο Μέγαρο Μουσικής προχτές στον Κραουνάκη κι από κει στο ''Χάραμα'' για τα καλά γούστα. Ένας άλλος φίλος της που φτιάχνει γυψοσανίδες, της τηλεφωνεί μια φορά το χρόνο και τη ρωτά αν παντρεύτηκε '' Σ' αυτόν θα καταλήξεις της λέω''. Θέλει να κοινωνήσει για το Πάσχα μα δε νιώθει καθαρή, βρίζει πολύ. Ένας τύπος μας πλησιάζει σε μια καφετέρια όπου πίνουμε καφέ, αυτόςπου είχε φύγει Ισπανία και σέρβιρε σ' ένα μαγαζί ποτά ''μπόμπες'' για να του πεί κάποιος με πολλά δαχτυλίδια στο χέρι ότι αν του ξανασερβίρει κάτι τέτοιο θα του φέρει το μπουκάλι στο κεφάλι. Τον είχα υπ' όψιν αυτόν όταν ήθελα να βγάλω το βιβλίο μου, αλλά αυτός είχε πάντα μεγάλα σχέδια τον καιρό που τον είχα συναντήσει σ' ένα γραφείο κάπου στο Βαρδάρη σ' ένα γυάλινο κτήριο όπου κάποιοι έτρεχαν σε διαδρόμους το βράδι κοιτάζοντας τα φώτα των αυτοκινήτων. Προσπαθούσε τότε να φτιάξει μια εταιρεία μεγάλη με τρόφιμα αλλά έπεσε πάνω στους καρχαρίες του χώρου που τον έλιωσαν. Μου έλεγε τότε για ένα ατύχημα που είχε έξω απ ' την Καβάλα με μια Μερσεντές ενός φίλου του που έγινε κομάτια πάνω σε κάτι βράχια αλλά αυτοί δεν είχαν πάθει τίποτα, μονάχα ο φίλος του έκλαιγε για το στραπατσαρισμένο αμαξάκι του και του είχε δώσει ο δικός μου ένα εκατομύριο δραχμές τότε. Μου λέει γιατί δεν του ξανατηλεφώνησα για το βιβλίο και του δίνω ένα αντίτυπο. Η Ελένη είναι λίγο πεσμένη έχει χάσει τη λάμψη της λίγο, της γράφω μια αφιέρωση για την κορμάρα της και γελάμε. Δέχεται μύνημα από έναν μπασκετμπολίστα που έχει καφετέρια στην Κρήνη μα δεν θέλει ούτε να τον δει γιατί κι αυτός θέλει να φύγει.
Όλοι θέλουν να φύγουν. Ο Θοδωρής σκέφτεται να πάει στο Λονδίνο, ο Κώστας στην Τουρκία για να κάνει εμπόριο με μοσχάρια απ' την Κομοτηνή γιατί οι μουσουλμάνοι τρώνε πολύ βοδινό, κάποιος άλλος θέλει να ασχοληθεί με τα μελίσσια. Οι εφημερίδες γράφουν για ένα εκατομύριο νέους που θέλουν να πάνε επαρχία και να ασχοληθούν με τα βιολογικά- εμείς τότε είχαμε ταράξει τα φυτά στο λίπασμα , πολύ χημικό μιλάμε έπεφτε- κι άλλοι βάζουν αρωματικά φυτά- απ ' αυτά δεν ξέρω πολλά, ξέρω όμως από άλλα αρώματα των ζώων που εκτρέφαμε στους στάβλους μας- άλλοι ενδιαφέρονται για σαλιγκάρια - κι αυτά τα ξέρω , τα μαζεύαμε αλλά τα σιχαίνομαι λίγο- όλοι θέλουν να φύγουν απ' τις πόλεις κι απ' τη χώρα κι ο μπάρμπα Γιάννης το βράδυ στην ΕΡΑ ΣΠΟΡ στέλνει χαιρετίσματα στο Γιώργο , κάπου στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας, στον Αντώνη στο Άμστερναμ με τα κανάλια, στον Αντρέα στο Λος Άντζελες με τους ξανθούς και μελαχρινούς αγγέλους, στο Θανάση το Μιχαλακόπουλο στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, στο Τζιμάρα στο Σίδνευ που οδηγεί το ταξί κάτω απ' το κτήριο της όπερας, στον Αργύρη το Τζαβέλλα στο Περθ, στο Μιχάλη στη Νεα Ζηλανδία στο Βαγγέλη στην Τανσμανία, στο Βασίλη στην Παπούα Νέα Γουϊνέα, στον Αβραάμ στο Σαντιάγκο, στον Αχιλλέα στο Κέηπ Τάουν εκεί κάτω, μακριά, πέρα απ' τις θάλασσες του σκότους.
Όλοι θέλουν να φύγουν. Ο Θοδωρής σκέφτεται να πάει στο Λονδίνο, ο Κώστας στην Τουρκία για να κάνει εμπόριο με μοσχάρια απ' την Κομοτηνή γιατί οι μουσουλμάνοι τρώνε πολύ βοδινό, κάποιος άλλος θέλει να ασχοληθεί με τα μελίσσια. Οι εφημερίδες γράφουν για ένα εκατομύριο νέους που θέλουν να πάνε επαρχία και να ασχοληθούν με τα βιολογικά- εμείς τότε είχαμε ταράξει τα φυτά στο λίπασμα , πολύ χημικό μιλάμε έπεφτε- κι άλλοι βάζουν αρωματικά φυτά- απ ' αυτά δεν ξέρω πολλά, ξέρω όμως από άλλα αρώματα των ζώων που εκτρέφαμε στους στάβλους μας- άλλοι ενδιαφέρονται για σαλιγκάρια - κι αυτά τα ξέρω , τα μαζεύαμε αλλά τα σιχαίνομαι λίγο- όλοι θέλουν να φύγουν απ' τις πόλεις κι απ' τη χώρα κι ο μπάρμπα Γιάννης το βράδυ στην ΕΡΑ ΣΠΟΡ στέλνει χαιρετίσματα στο Γιώργο , κάπου στα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας, στον Αντώνη στο Άμστερναμ με τα κανάλια, στον Αντρέα στο Λος Άντζελες με τους ξανθούς και μελαχρινούς αγγέλους, στο Θανάση το Μιχαλακόπουλο στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, στο Τζιμάρα στο Σίδνευ που οδηγεί το ταξί κάτω απ' το κτήριο της όπερας, στον Αργύρη το Τζαβέλλα στο Περθ, στο Μιχάλη στη Νεα Ζηλανδία στο Βαγγέλη στην Τανσμανία, στο Βασίλη στην Παπούα Νέα Γουϊνέα, στον Αβραάμ στο Σαντιάγκο, στον Αχιλλέα στο Κέηπ Τάουν εκεί κάτω, μακριά, πέρα απ' τις θάλασσες του σκότους.
Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012
ΜΠΛΟΚΑΡΙΣΜΑ
Xτες το βράδυ με πήρε ο Γιάννης Ξανθούλης για να μου πει ότι του άρεσε πολύ το βιβλίο μου . Είχα σακατευτεί να γράφω αφιερώσεις σε ογδόντα βιβλία για να τα στείλω σε επωνύμους, έπρεπε να τα κλέισω σε φακέλλους προπληρωμένους, να τα κουβαλώ στο ταχυδρομείο, εκεί κάτι αργόστροφες γυναίκες έκαναν μια μέρα ώσπου να καταλάβουν τι ήθελα, γέροι περίμεναν για να παραλάβουν ένα επίδομα, τελικά τα έστειλα με χίλιους κόπους για να μάθω ότι έγινε κάποιο λάθος και μετά από ένα μήνα μου τάστειλαν πίσω , άντε ξανά στα ταχυδρομεία αλλά τελικά άξιζε το κόπο. Ο Γ. Ξανθούλης μου είπε ότι δεν συνηθίζει να τηλεφωνεί σε νέους συγγραφείς αλλά του θύμισα τον Σκαμπαρδώνη. Τον ρώτησα πως είναι εκεί κάτω τα πράγματα , ''χάλια'' μου είπε , δεν γράφει τίποτα αυτή τη στιγμή από τότε που έκλεισε η Ελευθεροτυπία, μόνο στη LIFO κάτι κείμενα.
Ήταν μια δύσκολη μέρα χτες, το μυαλό μου ήταν μπλοκαρισμένο όπως συμβαίνει όταν αλλάζουν οι εποχές, ξύπνησα νύχτα για να πάω στην εκκλησία αποδείχτηκε ότι έκανα λάθος στη μέρα, πάντως ήταν ωραία στις στάσεις ο κόσμος κρατούσε κουλούρια , τυρόπιττες και καφέδες , στον αέρα μύριζε ψωμί φρεσκοψημένο. Το μεσημέρι πάλευα να γράψω ένα κομάτι, πάτησα κάτι λάθος, το κέιμενο εξαφανίστηκε , άντε ξανά απ' την αρχή κι ύστερα έτρεχα να προλάβω τα μαθήματα παίρνοντας ταξί.
Σ' ένα σπίτι ένα παιδί μου έλεγε ότι ο μπαμπάς του δεν τρώει καλαμάρια και χταπόδια που τα λέει φίδια της θάλασσας, με βαρούσε μπουνιές όταν τον ρωτούσα αν αγαπάει ακόμα τη Μαρία, κατόπιν κρέμονταν απο τα κάγκελα του σιδερένιου διπλού κρεβατιού του, περνούσε το σώμα μέσα από τα χέρια του και προσγειώνονταν στο πάτωμα. Σ' ένα άλλο σπίτι ένας πιτσιρικάς επέμενε να κάνει μάθημα φορώντας μια μαύρη κουκούλα σα Φραγγισκανός μοναχός, κάτι βιβλία από το Άουσβιτς όπου οι Γερμανοί είχαν κουβαλήσει τους Εβραίους παππούδες του. Γύρισα για λίγο στο σπίτι να μαζέψω κάτι κοινόχρηστα, είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου κάπου - δυο φορές το μήνα τα ξεχνώ μες το σπίτι κι έχω ένα εφεδρικό κρυμένο κάπου- μπήκα με το εφεδρικό κι όταν βγήκα κατάλαβα ότι το είχα αφήσει κι αυτό μέσα,έτρεξα στον κλειδαρά, ευτυχώς ήταν εκεί, με μια ζελατίνα που την πέρασε στη σχισμή άνοιξε σε ένα λεπτό, μου έιπε ότι πρέπει να αγαπούσα τον παππού μου όπως είχε διαβάσει στο βιβλίο μου κ αυτός έχασε τον πατερα του και στο καπάκι το θείο του κάτω στη Μάνη που ήταν παππάς '' έχεις δει ποτέ αδύνατο παππά; '' με ρώτησε, ο θείος του είχε εγχειριστεί και τον έιχε δει σε τέλεια φόρμα το Καλοκαίρι στη Πελοπόνησσο για να μάθει ότι πέθανε από παρενέργειες μετεγχειρητικές. Το βράδυ ένα άλλο μάθημα μια μαμά που θέλει να μάθει Αγγλικά για τη δουλειά της το Καλοκαίρι μαζί και η κόρη της που παίρνει δεκάρια στην Ιατρική σε κάτι μαθήματα παλούκια - συγνώμη για την έκφραση- σ' ένα άλλο σπίτι μια άλλη μαμά μου λέει για τον δικό της θείο στην Κρήτη που ήταν πανέξυπνος αλλά του τά φαγε όλα μια Ουκρανή που είναι ακόμα όμορφη, της λέω ότι οι πανέξυπνοι την πατάνε από κάτι τέτοιες, η κόρη της που είναι δαίμονας σωστός μου λέει ότι '' τότε εσείς κύριε δεν πρόκειται να τη πάθετε από Ουκρανή'' και νομίζω ότι μου κάνει κοπλιμέντο, το βράδυ το τηλέφωνο απ' τον Ξανθούλη για κάποιο λόγο με πιάνουν ξαφνικά τα γέλια, κάτι γκομενάκια νόστιμα με κοιτάνε- συγνώμη αλλά είμαι λίγο ευτυχισμένος.
Ήταν μια δύσκολη μέρα χτες, το μυαλό μου ήταν μπλοκαρισμένο όπως συμβαίνει όταν αλλάζουν οι εποχές, ξύπνησα νύχτα για να πάω στην εκκλησία αποδείχτηκε ότι έκανα λάθος στη μέρα, πάντως ήταν ωραία στις στάσεις ο κόσμος κρατούσε κουλούρια , τυρόπιττες και καφέδες , στον αέρα μύριζε ψωμί φρεσκοψημένο. Το μεσημέρι πάλευα να γράψω ένα κομάτι, πάτησα κάτι λάθος, το κέιμενο εξαφανίστηκε , άντε ξανά απ' την αρχή κι ύστερα έτρεχα να προλάβω τα μαθήματα παίρνοντας ταξί.
Σ' ένα σπίτι ένα παιδί μου έλεγε ότι ο μπαμπάς του δεν τρώει καλαμάρια και χταπόδια που τα λέει φίδια της θάλασσας, με βαρούσε μπουνιές όταν τον ρωτούσα αν αγαπάει ακόμα τη Μαρία, κατόπιν κρέμονταν απο τα κάγκελα του σιδερένιου διπλού κρεβατιού του, περνούσε το σώμα μέσα από τα χέρια του και προσγειώνονταν στο πάτωμα. Σ' ένα άλλο σπίτι ένας πιτσιρικάς επέμενε να κάνει μάθημα φορώντας μια μαύρη κουκούλα σα Φραγγισκανός μοναχός, κάτι βιβλία από το Άουσβιτς όπου οι Γερμανοί είχαν κουβαλήσει τους Εβραίους παππούδες του. Γύρισα για λίγο στο σπίτι να μαζέψω κάτι κοινόχρηστα, είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου κάπου - δυο φορές το μήνα τα ξεχνώ μες το σπίτι κι έχω ένα εφεδρικό κρυμένο κάπου- μπήκα με το εφεδρικό κι όταν βγήκα κατάλαβα ότι το είχα αφήσει κι αυτό μέσα,έτρεξα στον κλειδαρά, ευτυχώς ήταν εκεί, με μια ζελατίνα που την πέρασε στη σχισμή άνοιξε σε ένα λεπτό, μου έιπε ότι πρέπει να αγαπούσα τον παππού μου όπως είχε διαβάσει στο βιβλίο μου κ αυτός έχασε τον πατερα του και στο καπάκι το θείο του κάτω στη Μάνη που ήταν παππάς '' έχεις δει ποτέ αδύνατο παππά; '' με ρώτησε, ο θείος του είχε εγχειριστεί και τον έιχε δει σε τέλεια φόρμα το Καλοκαίρι στη Πελοπόνησσο για να μάθει ότι πέθανε από παρενέργειες μετεγχειρητικές. Το βράδυ ένα άλλο μάθημα μια μαμά που θέλει να μάθει Αγγλικά για τη δουλειά της το Καλοκαίρι μαζί και η κόρη της που παίρνει δεκάρια στην Ιατρική σε κάτι μαθήματα παλούκια - συγνώμη για την έκφραση- σ' ένα άλλο σπίτι μια άλλη μαμά μου λέει για τον δικό της θείο στην Κρήτη που ήταν πανέξυπνος αλλά του τά φαγε όλα μια Ουκρανή που είναι ακόμα όμορφη, της λέω ότι οι πανέξυπνοι την πατάνε από κάτι τέτοιες, η κόρη της που είναι δαίμονας σωστός μου λέει ότι '' τότε εσείς κύριε δεν πρόκειται να τη πάθετε από Ουκρανή'' και νομίζω ότι μου κάνει κοπλιμέντο, το βράδυ το τηλέφωνο απ' τον Ξανθούλη για κάποιο λόγο με πιάνουν ξαφνικά τα γέλια, κάτι γκομενάκια νόστιμα με κοιτάνε- συγνώμη αλλά είμαι λίγο ευτυχισμένος.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
IN JEOPARDY
Tώρα τελευταία μου γίνονται κάτι προξενιά κι ενώ παλιότερα αρνιόμουν τώρα σκέφτομαι γιατί όχι. Η μάνα μου μ' έχει φάει δε με ρωτά αν είμαι καλά αλλά πότε θα παντρευτώ ''ρε μάνα'' της λέω ''ρώτα πως είμαι μπορεί νάχω πάθει κάναν τέτανο'' αλλά αυτή είναι κολημένη. Πάω λοιπόν στα σπίτια και βλέπω κάτι κορίτσια να ενθουσιάζονται κι ύστερα να σε κόβουν αν θα σ' έχουν του χεριού τους, η ίδια πάντα ιστορία.
Παλιά τό ΄παιρνα σοβαρά. Μια ανισόρροπη με έιχε κάνει άνω κάτω. Προσπαθούσα να αποκτήσω γράμωση για το καλοκαίρι, έκανα κάμψεις, κάποιος μου είχε προτείνει να στήσω μια μπάρα και να ανεβοκατεβαίνω σαν το Σίσυφο, άλλος μου σύστηνε να πάω σε κάνα γυμναστήριο και να φτιάχνω τόξα με το σώμα ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα σαν κάτι κακομοίρηδες που βλέπω. Ύστερα η ανισόρροπη μου είχε ζητήσει να κάνω εξετάσεις σε γιατρούς . Μια παθολόγος μου είχε πει ''Όλα εντάξει μωρό'' - σ' αυτήν την παθολόγο θα ξαναεξεταστώ οπωσδήποτε. Ένας άλλος γιατρός όταν του είπα γιατί κάνω τις εξετάσεις αγρίεψε και μούπε να πω στο πρόσωπο να διαβάζει COSMOPOLITAN, κάτι καρδιολόγοι μ' έβαλαν να τρέχω πάνω σ' ένα διάδρομο με το φανελάκι και ίδρωναν όπως με κοιτούσαν κι άλλα τέτοια κουφά. Ύστερα το πρόσωπο δεν ήθελε να πάμε σινεμά γιατί δεν ήθελε να ξεστραβωθεί ώσπου μια ωραία πρωία τη βαρέθηκα μιας και σε μένα οι έρωτες φεύγουν όπως έρχονται στο φτερό. Θύμωσε και πολύ το διασκέδασα που ήμουνα ήρεμος ενώ αυτή χτυπιόταν, μου είχε στείλει και κάτι μυνήματα δηλητηριώδη αλλά χαιρετίσματα.
Οι μαθητές μου μου δίνουν συμβουλές '' κύριε γιατί δεν φοράτε σκουλαρίκι '' κύριε γιατί δεν κάνετε τατουάζ''. Αυτοί έχουν τα δικά τους. Σε κάποιον η κοπέλλα του του είπε πως φούσκωσε λίγο η κοιλιά της, η μαμά του ανεβάζει πίεση πάνω απ τα 20 λέει ότι είναι αξιοπρεπής οικογένει και δεν θ' αφήσουν το κορίτσι μοναχό του ο μάγκας έχει αλλάξει δεκαπέντε χρώματα, τον ρωτώ σχετικά με την επέλαση και τη διείσδυση, η μαμά θέλει να πάει να πνιγεί και τελικά αποδείχνεται ότι η κορασίδα ήθελε να παίξει και δεν έγινε τίποτα σε κάτι κατσάβραχα κάπου στην Πυλαία.
Ωραίοι είναι οι πιτσιρικάδες. Στις εκδρομές πίνουν αργιλέ και πηδούν στις πισίνες κατευθείαν απ' τα μπαλκόνια, αν τύχει κι έχουν νεύρα με τον μπαμπα κοπανούν κάνα ποτήρι κόκα κόλα στο κεφάλι τους, σε μια φίλη τους που δεν καταλαβαίνει τίποτα και είναι τούβλο κάτι κορίτσια πάνω από ένα μπαλκόνι που κρατούν μια κατσαρόλα με μακαρόνια την αδειάζουν σ' ένα άτυχο κεφάλι, αν ο καθηγητής τους σηκώσει στον πίνακα και δεν μπορεί ν΄αποφασίσει ποια ρίζα θέλει να του βρουν του πετούν την κιμωλία, όταν τους παρατηρούν γιατί καπνίζουν ρωτούν τους διευθυντές τους '' πως μπορείτε να μας το ζητάτε την ώρα που εσείς καπνίζετε;'' ξυπνούν στις εξίμιση για να φτιάξουν το μαλί κι ύστερα κοιμούνται στην τάξη.
Εμείς τότε πηγαίναμε σε κάτι τρύπες που τις είχαν κάνει ντισκοτέκ, τις βλέπω τώρα κι απελπίζομαι, ακούγαμε το'' Lost in the night'' και το ''In jeopardy'' που το χόρευε μια γκόμενα φοβερή και τρομερή με κάτι άσπρα αθλητικά παπούτσια πολύ τύπισσα μιλάμε, που την αγαπούσα κι εγώ, αυτή που τα είχε πάρει όλα σβάρνα ώσπου έμπλεξε με κάτι σατανιστές κι έμεινε έγγυος κι ο ξεροκέφαλος πατέρας της δεν ήθελε να τη δει κι ύστερα χάλασε το σώμα και το πρόσωπό της και ρήμαξαν όλα.
Παλιά τό ΄παιρνα σοβαρά. Μια ανισόρροπη με έιχε κάνει άνω κάτω. Προσπαθούσα να αποκτήσω γράμωση για το καλοκαίρι, έκανα κάμψεις, κάποιος μου είχε προτείνει να στήσω μια μπάρα και να ανεβοκατεβαίνω σαν το Σίσυφο, άλλος μου σύστηνε να πάω σε κάνα γυμναστήριο και να φτιάχνω τόξα με το σώμα ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα σαν κάτι κακομοίρηδες που βλέπω. Ύστερα η ανισόρροπη μου είχε ζητήσει να κάνω εξετάσεις σε γιατρούς . Μια παθολόγος μου είχε πει ''Όλα εντάξει μωρό'' - σ' αυτήν την παθολόγο θα ξαναεξεταστώ οπωσδήποτε. Ένας άλλος γιατρός όταν του είπα γιατί κάνω τις εξετάσεις αγρίεψε και μούπε να πω στο πρόσωπο να διαβάζει COSMOPOLITAN, κάτι καρδιολόγοι μ' έβαλαν να τρέχω πάνω σ' ένα διάδρομο με το φανελάκι και ίδρωναν όπως με κοιτούσαν κι άλλα τέτοια κουφά. Ύστερα το πρόσωπο δεν ήθελε να πάμε σινεμά γιατί δεν ήθελε να ξεστραβωθεί ώσπου μια ωραία πρωία τη βαρέθηκα μιας και σε μένα οι έρωτες φεύγουν όπως έρχονται στο φτερό. Θύμωσε και πολύ το διασκέδασα που ήμουνα ήρεμος ενώ αυτή χτυπιόταν, μου είχε στείλει και κάτι μυνήματα δηλητηριώδη αλλά χαιρετίσματα.
Οι μαθητές μου μου δίνουν συμβουλές '' κύριε γιατί δεν φοράτε σκουλαρίκι '' κύριε γιατί δεν κάνετε τατουάζ''. Αυτοί έχουν τα δικά τους. Σε κάποιον η κοπέλλα του του είπε πως φούσκωσε λίγο η κοιλιά της, η μαμά του ανεβάζει πίεση πάνω απ τα 20 λέει ότι είναι αξιοπρεπής οικογένει και δεν θ' αφήσουν το κορίτσι μοναχό του ο μάγκας έχει αλλάξει δεκαπέντε χρώματα, τον ρωτώ σχετικά με την επέλαση και τη διείσδυση, η μαμά θέλει να πάει να πνιγεί και τελικά αποδείχνεται ότι η κορασίδα ήθελε να παίξει και δεν έγινε τίποτα σε κάτι κατσάβραχα κάπου στην Πυλαία.
Ωραίοι είναι οι πιτσιρικάδες. Στις εκδρομές πίνουν αργιλέ και πηδούν στις πισίνες κατευθείαν απ' τα μπαλκόνια, αν τύχει κι έχουν νεύρα με τον μπαμπα κοπανούν κάνα ποτήρι κόκα κόλα στο κεφάλι τους, σε μια φίλη τους που δεν καταλαβαίνει τίποτα και είναι τούβλο κάτι κορίτσια πάνω από ένα μπαλκόνι που κρατούν μια κατσαρόλα με μακαρόνια την αδειάζουν σ' ένα άτυχο κεφάλι, αν ο καθηγητής τους σηκώσει στον πίνακα και δεν μπορεί ν΄αποφασίσει ποια ρίζα θέλει να του βρουν του πετούν την κιμωλία, όταν τους παρατηρούν γιατί καπνίζουν ρωτούν τους διευθυντές τους '' πως μπορείτε να μας το ζητάτε την ώρα που εσείς καπνίζετε;'' ξυπνούν στις εξίμιση για να φτιάξουν το μαλί κι ύστερα κοιμούνται στην τάξη.
Εμείς τότε πηγαίναμε σε κάτι τρύπες που τις είχαν κάνει ντισκοτέκ, τις βλέπω τώρα κι απελπίζομαι, ακούγαμε το'' Lost in the night'' και το ''In jeopardy'' που το χόρευε μια γκόμενα φοβερή και τρομερή με κάτι άσπρα αθλητικά παπούτσια πολύ τύπισσα μιλάμε, που την αγαπούσα κι εγώ, αυτή που τα είχε πάρει όλα σβάρνα ώσπου έμπλεξε με κάτι σατανιστές κι έμεινε έγγυος κι ο ξεροκέφαλος πατέρας της δεν ήθελε να τη δει κι ύστερα χάλασε το σώμα και το πρόσωπό της και ρήμαξαν όλα.
Κυριακή 25 Μαρτίου 2012
ΓΚΑΖΙ
Τα βράδια της Κυριακής οι φοιτητές επιστρέφουν απ' την επαρχία και πλημμυρίζουν τα αστικά κουβαλώντας τάπερ και τσάντες απ' την Κατερίνη κι απ' τη Λάρισσα που η αγορά της λέει είναι παρόμοια μ' αυτή της Θεσσαλονίκης -πρέπει νάχει πέσει πολύ επδότηση κατά κει.
Κάτι άλλα παιδιά επιστρέφουν από εκδρομές πενταήμερες και τριήμερες έχοντας μαζί τους φωτογραφίες που δείχνουν κορίτσια μελαχρινά να ποζάρουν μπροστά σε ενυδρεία με σαλάχια γιγάντια κι αγόρια με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο στήθος, το κεφάλι γερμένο και τα μαλιά τραβηγμένα πίσω σε άψογο στυλ. Τα μελαχρινά κορίτσια είναι αυτά που έχουν κάνει τατουάζ παράξενα, ψηλά στο γοφό κι έχουν τρυπήσει τα χέρια τους στο σημείο ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα σ' έναν τύπο κάπου στο Ναυαρίνο. Αυτά που φωτογραφίζονται στα πάρκα και σε κοιτάζουν άμα ξεχάσεις ανοιχτό το πουκάμισο, αυτά που φιλιούνται σε κάτι σκοτεινές γωνίες των Δυτικών συνοικιών με αγόρια γεμάτα αυτοπεποίθηση.
Σιγά σιγά η πόλη ξαναβρίσκει το ρυθμό της. Τα ξημερώματα οι γέροντες στέκονται στην ουρά έξω από τα ιατρεία του ΙΚΑ κάπου κοντά στο Ιπποκράτειο με τους έρημους διαδρόμους , εκεί κοντά όπου έμενε ένα παιδί που δουλεύει τώρα στον Ευαγγελισμό αυτό που σου χάρισε κάποτε ένα ψυγείο γιατί πήρε το Lower. Aγόρια ξενυχτισμένα κοιμούνται στις αγγαλιές των κοριτσιών στα παγγάκια, κάτι φανάρια γερμένα από ένα τρακάρισμα, λάδια, ροκανίδια και γυαλιά σκόρπια στην άσφαλτο. Στα goody's φέρνουν ντομάτες μεγάλες κόκκινες σα μήλα μαζί με μαϊντανούς και στις στροφές των δρόμων τα λάστιχα των αυτοκινήτων έχουν ζωγραφίσει μαύρες καμπύλες.
Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι κάποιοι ετοιμάζουν τροχόσπιτα για την Ολυμπιάδα κι ο Κώστας ονειρεύεται τον Ιούλιο που θα κλείνει το μαγαζί κατά τις πέντε για να πάει στο Πολύχρονο- εκείνη την ώρα κόβει κάπως η κίνηση- και στο Παλιούρι όπου ένας φίλος του παίζει μουσική σ' ενα μαγαζί.
Ύστερα θα πάει στη Ίο όπου έχει ωραίες Ιταλίδες, θα μαλώνει με το φίλο του τον Αρειανό για το ποδόσφαιρο και μια γριά θα ωρύεται για τους παλαβούς Σαλονικιούς, αυτούς που δε γουστάρουν τους ξενέρωτους Αθηναίους στη Μύκονο, τους Αθηναίους που κοιτάζουν τα κορίτσια απ' το Βορρά να χορεύουν στις πίστες, τους Αθηναίους που μας έχουν πλημηρίσει τις τηλεοράσεις και τα περιοδικά με τύπους πυροβολημένους κι αποτυχημένους, τους Αθηναίους που δεν μπορούν να καταλάβουν τους παλαβούς Σαλονικιούς σαν πανυγηρίζουν όταν τρώει γκολ ο ''θρύλος'' σε κάτι σπίτια στην Αθήνα όπου μαζεύονται, ούτε τα παλαβά παιδιά των Σαλονικιών απ΄τα Διαβατά που αποφεύγουν τα άλλα παιδια αν τύχει και συναντηθούν στις εκδρομές των σχολείων γιατί ξέρουν ότι είναι ζόρικα μιας κι έχουν μεγαλώσει σε κάτι γειτονιές με παρατημένα , σκουριασμένα τραίνα γεμάτα γκράφφιτι απ' 'οπου βλέπεις τα αεροπλάνα να καταποντίζονται κατα τη Φλώρινα, σε κάτι γειτονιές όλο τσιμέντο και σύριγγες πεταμένες, εκεί όπου τα απογεύματα μυρίζει σα να ξέχασε κάποιος το γκάζι ανοιχτό και χρειάζεται ένα σπίρτο μονάχα για να τα μπουμπουνίσει όλα.
Κάτι άλλα παιδιά επιστρέφουν από εκδρομές πενταήμερες και τριήμερες έχοντας μαζί τους φωτογραφίες που δείχνουν κορίτσια μελαχρινά να ποζάρουν μπροστά σε ενυδρεία με σαλάχια γιγάντια κι αγόρια με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο στήθος, το κεφάλι γερμένο και τα μαλιά τραβηγμένα πίσω σε άψογο στυλ. Τα μελαχρινά κορίτσια είναι αυτά που έχουν κάνει τατουάζ παράξενα, ψηλά στο γοφό κι έχουν τρυπήσει τα χέρια τους στο σημείο ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα σ' έναν τύπο κάπου στο Ναυαρίνο. Αυτά που φωτογραφίζονται στα πάρκα και σε κοιτάζουν άμα ξεχάσεις ανοιχτό το πουκάμισο, αυτά που φιλιούνται σε κάτι σκοτεινές γωνίες των Δυτικών συνοικιών με αγόρια γεμάτα αυτοπεποίθηση.
Σιγά σιγά η πόλη ξαναβρίσκει το ρυθμό της. Τα ξημερώματα οι γέροντες στέκονται στην ουρά έξω από τα ιατρεία του ΙΚΑ κάπου κοντά στο Ιπποκράτειο με τους έρημους διαδρόμους , εκεί κοντά όπου έμενε ένα παιδί που δουλεύει τώρα στον Ευαγγελισμό αυτό που σου χάρισε κάποτε ένα ψυγείο γιατί πήρε το Lower. Aγόρια ξενυχτισμένα κοιμούνται στις αγγαλιές των κοριτσιών στα παγγάκια, κάτι φανάρια γερμένα από ένα τρακάρισμα, λάδια, ροκανίδια και γυαλιά σκόρπια στην άσφαλτο. Στα goody's φέρνουν ντομάτες μεγάλες κόκκινες σα μήλα μαζί με μαϊντανούς και στις στροφές των δρόμων τα λάστιχα των αυτοκινήτων έχουν ζωγραφίσει μαύρες καμπύλες.
Καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι κάποιοι ετοιμάζουν τροχόσπιτα για την Ολυμπιάδα κι ο Κώστας ονειρεύεται τον Ιούλιο που θα κλείνει το μαγαζί κατά τις πέντε για να πάει στο Πολύχρονο- εκείνη την ώρα κόβει κάπως η κίνηση- και στο Παλιούρι όπου ένας φίλος του παίζει μουσική σ' ενα μαγαζί.
Ύστερα θα πάει στη Ίο όπου έχει ωραίες Ιταλίδες, θα μαλώνει με το φίλο του τον Αρειανό για το ποδόσφαιρο και μια γριά θα ωρύεται για τους παλαβούς Σαλονικιούς, αυτούς που δε γουστάρουν τους ξενέρωτους Αθηναίους στη Μύκονο, τους Αθηναίους που κοιτάζουν τα κορίτσια απ' το Βορρά να χορεύουν στις πίστες, τους Αθηναίους που μας έχουν πλημηρίσει τις τηλεοράσεις και τα περιοδικά με τύπους πυροβολημένους κι αποτυχημένους, τους Αθηναίους που δεν μπορούν να καταλάβουν τους παλαβούς Σαλονικιούς σαν πανυγηρίζουν όταν τρώει γκολ ο ''θρύλος'' σε κάτι σπίτια στην Αθήνα όπου μαζεύονται, ούτε τα παλαβά παιδιά των Σαλονικιών απ΄τα Διαβατά που αποφεύγουν τα άλλα παιδια αν τύχει και συναντηθούν στις εκδρομές των σχολείων γιατί ξέρουν ότι είναι ζόρικα μιας κι έχουν μεγαλώσει σε κάτι γειτονιές με παρατημένα , σκουριασμένα τραίνα γεμάτα γκράφφιτι απ' 'οπου βλέπεις τα αεροπλάνα να καταποντίζονται κατα τη Φλώρινα, σε κάτι γειτονιές όλο τσιμέντο και σύριγγες πεταμένες, εκεί όπου τα απογεύματα μυρίζει σα να ξέχασε κάποιος το γκάζι ανοιχτό και χρειάζεται ένα σπίρτο μονάχα για να τα μπουμπουνίσει όλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...