Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

OBI WAN KENOBI

 

OBI VAN KENOBI

«Ε γέρο μη με ζαλίζεις!» του φώναξε   ο γιος του, κανονικά θα έπρεπε  να τσατιστεί αλλά  είχε συνηθίσει να τον φωνάζει έτσι,  ήξερε ότι τον αγαπούσε και ήθελε να τον πικάρει όμως έβλεπε εκεί πέρα το μικρό να βασανίζεται και κατάλαβε ότι κάποια γυναικοδουλειά υπήρχε στη μέση, ήταν η πρώτη φορά που συζητούσαν για γυναίκες, ο μικρός ήταν άνω κάτω επειδή ένα κοριτσάκι  τον είχε στην τσίτα για μεγάλο διάστημα, του έδινε υποσχέσεις «θα σου απαντήσω, θα σου εξηγήσω, θα δούμε,  περίμενε, μη βιάζεσαι,  μέχρι την τρίτη θα έχω καταλήξει» όλο στο στήσιμο  τον είχε  κι ο γιος του ήταν μες  την αγωνία. «Μπαμπά τι γνώμη έχεις, τι πρέπει να κάνω ;» τον ρώτησε  κι  εκείνος του είπε «μικρέ αυτή θα σε βασανίσει,  θα σε πάει έτσι μέχρι να σε βαρεθεί και μετά θα σ’  αφήσει σα να μην έγινε τίποτα» ο γιος του δεν ήθελε με τίποτα να το δεχτεί «ρε μπαμπά είναι η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη, είναι  η πρώτη της σχέση,  δεν ξέρει, πρέπει να της δώσω καιρό»  είχε δαγκώσει τη λαμαρίνα και  θα υπέφερε αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος να μάθει.

Κανονικά ο μικρός έπρεπε να ήταν ευχαριστημένος,  ήταν δημοφιλής στο σχολείο  του,  ψηλός , ωραίος,  με αυτοπεποίθηση, φίλους,  μια χαρά παιδί. Εκείνος στην ηλικία του περνούσε σχεδόν απαρατήρητος,   ελάχιστοι ασχολούνταν μαζί του κι όσο για τις γυναίκες, σιγά μην του έδιναν σημασία, για να μάθει να τις πλησιάζει είχε φάει ένα κάρο χυλόπιτες , χρειάστηκε καιρό πολύ,  χρόνια,  δεκαετίες,  ίσως ήταν αργόστροφος,  ίσως δεν είχε ασχοληθεί με το σπορ,  πάντως του πήρε καιρό αλλά  πέντε πράγματα τα είχε μάθει.

«Πως είναι αυτή;»  τον ρώτησε «είναι όμορφη, προσέχει το  ντύσιμο της ;» - «μπαμπά έχω γνωρίσει και πιο ωραίες όμως αυτή έχει κάτι» καταλάβαινε ακριβώς τι εννοούσε το παιδί κι εκείνος με τον ίδιο τρόπο λειτουργούσε  άλλωστε, τον τραβούσαν πάντα οι τύπισσες που είχαν έντονο ταμπεραμέντο  κι ο γιος του ακολουθούσε τα βήματα του,  μπορεί να μην ήταν οι πιο εμφανίσιμες  όμως είχαν χαρακτήρα που ξεχώριζε,  ήταν έξυπνες, σπιρτόζες, το μυαλό τους δούλευε  μ’ έναν   τρόπο που τον τρέλαινε. Για να τις  μάθει είχε φάει πολλές  παπάρες, οι φίλοι του τον είχαν πείσει ν’ ασχοληθεί με  μια   σγουρομάλλα που δεν τη γούσταρε  κι εκείνος ο βλάκας είχε καταλήξει ερωτευμένος,    ήταν η πρώτη γυναίκα που φίλησε,  στα 22 παρακαλώ,  όχι σαν το γιο του που τα είχε κάνει σχεδόν όλα από τα δεκαέξι,  «μην έχεις τα χέρια σου έτσι  σαν κουλά !» του έλεγε η σγουρομάλλα  κι όταν εκείνος ανακοίνωσε πανηγυρίζοντας το επίτευγμα   στους φίλους του τον άφησε βέβαια γιατί είχε κι άλλη σχέση η τύπισσα και θα της δημιουργούσε πρόβλημα,  ένα φρεσκάρισμα ήθελε, κλασσική περίπτωση. 

Κι ύστερα ήταν  εκείνη η  μελαχρινή με τα σχιστά μάτια  που τον παίδευε  και περίμενε να δοκιμάσει να τη φιλήσει για να του πει «όχι,  δεν κάνω εγώ τέτοια πράγματα, ποια νομίζεις ότι είμαι; » αυτός όμως μπορεί να μην ήταν ο σούπερ γκόμενος ήξερε όμως να κρατιέται,  είχε μια αυτοκυριαρχία απίστευτη κι αυτό τις τρέλαινε,  αν έλεγε «όχι» αυτό ήταν,  θα έκοβε το κεφάλι του να το κάνει, ήταν θέμα αξιοπρέπειας σε τελική ανάλυση. Έτσι στο τέλος παρόλο που ήταν ερωτευμένος  της είχε ρίξει εκείνος χυλόπιτα κι η άλλη δεν το πίστευε, άκου να δεις τώρα, η γκόμενα είχε σκάσει και του είχε στείλει ένα μήνυμα ελεεινό στο οποίο φυσικά δεν της είχε απαντήσει,  του είχε φανεί πολύ δύσκολο αλλά ήταν μια ικανοποίηση τεράστια .

Η  άλλη πάλι με τον χρυσό  κρίκο στην κορυφή του αυτιού,  του είχε ψήσει ψάρι στα χείλη και τι έκανε νομίζεις στο τέλος, έβαλε τη  μάνα της να πάρει τηλέφωνο σε μια κοινή τους φίλη,  όταν το άκουσε του κόπηκαν τα πόδια  «είναι η μαμά της,  για σένα μιλάμε»  δεν το πίστευε, ήταν μια σκηνή που δε θα ξεχνούσε ποτέ,  γρήγορα όμως συνήλθε και την πήρε παραμάζωμα «τι θέλετε κυρία μου:»- «μπήκες στο δωμάτιο του κοριτσιού χωρίς να χτυπήσεις»- «όχι δεν μπήκα, λέει ψέματα» - « θα σε πάμε στα δικαστήρια» - « να με πάτε,  άι το διάβολο!» της είχε πει της γριάς  κι ύστερα από μέρες η φίλη του  τον πληροφόρησε ότι δεν τρέχει τίποτα και αν θέλουν να τα βρουν,  και να τον γνωρίσουν,  φαίνεται καλό παιδί κι άλλες τέτοιες αηδίες.

Τι να του πει του μικρού  για κείνη την άλλη,  την ξανθιά,  που είχε το μπαλκόνι της  μες τη βρωμιά,  από κει έπρεπε να το είχε καταλάβει,  κι όταν τη στρίμωξε άρχισε τα κόλπα σε συνεργασία με τον μπαμπά της φυσικά, κάθε μια έχει έναν συνένοχο , του έδωσε πόρτα  κι εκείνος τη διέγραψε αμέσως από το κινητό κι από παντού όπου αναφέρονταν το όνομα της ,  είχε τσατιστεί άσχημα η ξανθιά  και περίμενε μπλεξίματα με τον μπαμπά της όμως δεν έγινε τίποτε, όλο χαζά, πόσες ιστορίες.   Η γυναίκα του που είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν  του έλεγε «άσε το παιδί ήσυχο με τις εξυπνάδες σου, μην ανακατεύεσαι, θα του κάνεις χαλάστρα, θα βρει τι πρέπει να κάνει μόνος του»  όμως ο μικρός ήθελε τη γνώμη του «μπαμπά τι λες, θα τα βρούμε στο τέλος;»- «όχι δε θα τα βρείτε»  του έλεγε «δεν υπάρχει περίπτωση,  αν μια γυναίκα σε ζορίζει τόσο πολύ σημαίνει ότι δε θα βγει τίποτα».

Τι να του πει  του μικρού,  ότι παίζουν το παιχνίδι τους,  ότι από τα δεκαπέντε τους μπορούν να σε πουλούν και να σ’ αγοράζουν,  ήταν σίγουρος ότι αυτή εδώ που παίδευε το γιο του ήταν από κείνες,  αν η γυναίκα θέλει να σε κάνει ευτυχισμένο  της είναι πολύ εύκολο, σε δοκιμάζει λίγο κι ύστερα ξεκινά κάτι, τόσο απλό,   εδώ αυτή τον είχε ξεροψήσει  όμως εκείνος ο βλαμμένος είχε κολλήσει,  το είχε κάνει άνω κάτω το παιδί,  τον είχε βάλει να μαλώνει με τους φίλους του,  είχε αρρωστήσει πονούσε το κεφάλι του κι έπαιρνε ντεπόν,  μια μέρα που γύρισε από το σχολείο μες τα νεύρα άνοιξε το ψυγείο,  πήρε μια κανάτα  με νερό παγωμένο,  το ήπιε μονορούφι και την άλλη μέρα του πονούσαν τα λαιμά,  όλο βλακείες έκανε !

«Μπαμπά τα φτιάξαμε !» του φώναξε ένα μεσημέρι  «οι θεωρίες σου ήταν για τα μπάζα»  «οκ»  είπε αυτός «σε καλή μεριά φίλε, καλά να περνάτε»,  ίσως έκανα λάθος σκέφτηκε όμως την άλλη μέρα ο μικρός είχε πάλι νεύρα,  «η φίλη της είπε ότι εγώ αποκάλυψα τα μυστικά του Γιώργου,  εγώ που είμαι τάφος,  θα τη σκοτώσω!» - «  όχι τη φίλη μικρέ,  αυτή φταίει,  αυτή είναι από πίσω να ξέρεις»-  «μπαμπά αυτή είναι εντάξει,  το ξέρω, δεν έχει καμιά ανάμιξη»  τι να του πεις τώρα,  το κοριτσάκι τον δούλευε ψιλό γαζί κι αυτός ήταν στον κόσμο του μην τη θίξει «στο είπα βλάκα να προσέχεις,  έτσι θα σε πάει» «μπαμπά μπορεί να έχει δίκιο, η άλλη φταίει,   θα της δώσω μια ευκαιρία αλλά θα έχω το νου μου» - «καλά αλλά δε θέλω να τρέχεις από πίσω της βλάκα,  μην τις λυπάσαι, είναι πιο σκληρές από μας» - « τι βλακείες  λες στο παιδί!»  πετάχτηκε η γυναίκα του που τους άκουγε όμως ήξερε ότι κατά βάθος συμφωνούσε μαζί του.

Τα έλεγε στον γιο του αλλά τον καταλάβαινε, ο μικρός είχε πολύ μέλλον, χρειαζόταν να μάθει πολλά. Βρισκόταν ακόμα στην αρχή, δε θα ήθελε με τίποτα να βρίσκονταν στη θέση του. Τα είχε περάσει κι αυτός και τώρα μ’ αυτή την αφορμή του ερχόταν όλα στη μνήμη,  η πιο φοβερή του εμπειρία  αφορούσε  μια περίεργη που ήξερε πολλά χρόνια, αυτό ήταν το μεγάλο σοκ της ζωής του, είχαν σχέση κοντά δεκαπέντε χρόνια και   τον είχε αφήσει ξαφνικά με μια αποφασιστικότητα που δεν είχε ξαναδεί φεύγοντας  στο εξωτερικό,  σε μια χώρα πολύ μακρινή που του φαινόταν ότι βρίσκονταν στην άκρη της γης. Του είχε φανεί ακατανόητο, δεν το χωρούσε ο νους του, έμοιαζε μ’  ένα βουνό πανύψηλο που έπρεπε να ανεβεί όμως είχε στρωθεί τότε, το πάλεψε,   έκατσε διάβασε και κατάλαβε την ψυχολογία τους, το σκέφτηκε,  το ανέλυσε,  βρήκε προηγούμενα, κατάλαβε πως λειτουργούν αυτοί οι χαρακτήρες,  έφτιαξε θεωρία ολόκληρη, άλλαξε όλον τον τρόπο  που έβλεπε τα πράγματα,  εκείνη η εμπειρία του είχε αλλάξει τη ζωή!

 «Μικρέ είδες το Οbi Wan Kenobi, το καινούριο από τον Πόλεμο των Άστρων, βγαίνει το Μάιο  » του πέταξε ένα μεσημέρι που τον έβλεπε κατσούφη «που το βρήκες ρε μπαμπά;»  του είπε κι άνοιξε αμέσως το κινητό  να δει το τρέιλερ  «αφού ξέρεις ότι τα ψάχνω όλα»-  «μπαμπά είναι φοβερό!» του φώναξε «σε παραδέχομαι!» ο γιος του φαίνονταν να συνέρχεται, ξαναέβρισκε τον ενθουσιασμό του,  « μου έφτιαξες τη μέρα» επιτέλους τα παιδί έδειχνε να συνέρχεται και γελούσε «μπαμπά θα την περιμένω μέχρι την πέμπτη»- «κάνε ότι θες βλάκα όμως να προσέχεις,  ξέρεις πόσον καιρό  μας πήρε με τη μάνα σου να τα φτιάξουμε, τέσσερις μέρες, ένα βράδυ συναντηθήκαμε και είπα  μέσα μου  «τη θέλω»,  την άλλη μέρα βγήκαμε για καφέ,  την τρίτη βρεθήκαμε πάλι και την τέταρτη ήμασταν μαζί,  τόσο απλό» ο μικρός ούτε που τον άκουγε, είχε πέσει με τα μούτρα στο φιλμάκι,  «μπαμπά άκουσες τη μουσικάρα που παίζει, είναι από το αγαπημένο μου γιαπωνέζικο παιχνίδι»- « ναι την άκουσα αλλά δε μ’  αρέσει»- «μπαμπά δε ξέρεις τι σου γίνεται!»   «οκ ότι πεις,  τα κόμικς στην εποχή μου ήταν πολύ πιο ωραία »-«μπαμπά είσαι γέρος» καθόταν εκεί και καμάρωνε τον γιο του όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβρισκε σ’  εκείνα  τα ηλίθια  γιαπωνέζικα μάνγκα,  «μπαμπά είσαι τελείως άσχετος!»  

,

 

 

Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου 2022

ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ

Ήθελε να ξεκαθαρίσει τις φιλίες της, είχε έρθει ο καιρός, το δούλευε στο μυαλό  και τελικά πήρε την απόφαση ν’ αφήσει πίσω κάποιες.  Φίλες δεν είχε,  με τους άντρες τα έβρισκε πιο καλά,  ένιωθε ότι την καταλάβαιναν καλύτερα, εμπιστεύονταν μονάχα μια γυναίκα την  Δ όμως και μ’ εκείνη είχε στραβώσει. Η Δ ήταν γιατρός και την  ήξερε από τότε που ήταν παιδιά, οι οικογένειες τους ήταν πολύ δεμένες  κι  είχαν περάσει μαζί όλα τα σχολικά χρόνια μέχρι που η φίλη της έγινε γιατρός κι από τότε σαν να άλλαξε.  Κι ήθελε τόσο πολύ να την κρατήσει,  δεν της είχε μείνει ούτε ένα άτομο από την παιδική ηλικία,  ο πατέρας της όλο ρωτούσε «τι κάνει η Δ;» την αγαπούσε πολύ,  όμως τελευταία η γιατρός αποφάσισε ν’ αφήσει τη δουλειά της- ενώ είχε ένα κάρο προβλήματα οικονομικά,- επειδή δεν ήθελε να εμβολιαστεί, είχαν μια έντονη συζήτηση και της είπε ότι είναι ξεροκέφαλη που αφήνει τη δουλειά της, της είπε ακόμα ότι κι ο πατέρας της που την αγαπούσε είχε την ίδια γνώμη   και τότε η Δ είπε «άστον αυτόν τώρα, σιγά τον εγκέφαλο ».  Της έκανε μεγάλη εντύπωση αυτή η κουβέντα,  νόμιζε ότι τον εκτιμούσε τον πατέρα της που πάντα έλεγε τα καλύτερα για κείνη,   τα πήρε άσχημα και για να την κάνει να συνετιστεί της μίλησε απότομα  κι η Δ αντέδρασε αψυχολόγητα,  άρχισε να της λέει ότι δεν έκανε τίποτα στη ζωή της,  ότι δούλευε μαύρα σε μια δουλειά χωρίς να κολλά ένσημα ενώ εκείνη ήταν πάντα εντάξει και άψογη,  την κατηγόρησε  για ένα σωρό πράγματα,   θυμήθηκε ότι όταν σπούδαζε στην ιατρική η Δ,  είχε καθίσει και της είχε κάνει μια εργασία  πολύ δύσκολη που ήθελε  ψάξιμο  κι έρευνα μεγάλη, αν την έκανε στα φροντιστήρια  έπρεπε να δώσει  ένα κάρο λεφτά,  η φίλη   της είχε πει  ότι θα την πληρώσει όμως ποτέ δεν της είχε  δώσει ούτε φράγκο και τώρα ερχόταν και της έλεγε κουβέντες βαριές, είχαν μαζευτεί πάρα πολλά και  δεν μπορούσε να την ανεχτεί άλλο,  έτσι την έστειλε τη φίλη και δεν είχε καμιά τύψη, μονάχα κάπου-  κάπου τη θυμόταν και μελαγχολούσε λίγο.


Έπειτα ήρθε η σειρά του  Κ που τον ήξερε πολλά χρόνια, μ’ εκείνον το θέμα  ήταν διαφορετικό, είχε να κάνει με μια γυναίκα που του είχε συστήσει, αυτό είχε συμβεί εντελώς τυχαία,  είχε δουλέψει ένα φεγγάρι στο μαγαζί της,  από κει την ήξερε,  δεν είχαν πολλά πάρε δώσε όμως σ’ εκείνο το μικρό διάστημα είχε καταλάβει τι είδους άνθρωπος ήταν η άλλη,  ότι ήταν μεγάλο λαμόγιο.   Χρησιμοποιούσε τους άνδρες  κι επιπλέον  της χρωστούσε και λεφτά τα οποία δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει πίσω,  εκείνη λοιπόν τη γυναίκα του την είχε συστήσει ένα βράδυ που είχαν βγει μαζί σ’  ένα μαγαζί,  έτυχε να βρίσκεται κι η άλλη εκεί πέρα και τους χαιρέτησε, όλη την  ώρα ο κολλητός την είχε φάει,  ποια ήταν εκείνη η γυναίκα,  που την ήξερε και πως θα γινόταν να του τη συστήσει. Δεν ήταν όμορφη αλλά είχε κάτι, ξέρεις τώρα πως είναι αυτές οι γυναίκες που έχουν έντονη προσωπικότητα, τον προειδοποίησε πολλές φορές «πρόσεχε» του είπε «η γυναίκα δεν έχει μπέσα,  θα σου κάνει μεγάλη ζημιά,  θα έχεις πρόβλημα» όμως εκείνος ήταν αμετάπειστος σαν να είχε πάθει κάτι, την ήθελε οπωσδήποτε σαν να μην  υπήρχε άλλη γυναίκα στο κόσμο,  δεν μπορούσε να τον καταλάβει, δεν τον είχε δει ξανά να φέρεται έτσι. Ήταν μεγάλο παιδί βέβαια και δε θα του έλεγε εκείνη τι να κάνει, δεν είχε πάρε δώσε με την άλλη, βασικά ούτε ήθελε να τη βλέπει όμως  για χάρη του κανόνισε  να βγουν όλοι μαζί ένα σαββατοκύριακο κι ο  δικός σου δεν ξεκόλλησε από πάνω της,  αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη απογοήτευση. Μια φορά μάλιστα που ήταν όλοι μαζί το λαμόγιο είπε ότι στο μαγαζί της είχαν γίνει ατασθαλίες, ότι της είχαν φάει λεφτά οι υπάλληλοι εκείνη που της χρωστούσε πέντε μισθούς!  Καλά το θράσος της ήταν απίστευτο,  ήθελε να την πνίξει επί τόπου,  εξαιτίας του φίλου κρατήθηκε αλλά εκείνη ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και δεν ξαναπήγε μαζί τους. Εκείνος βέβαια  όπως ήταν ξεροκέφαλος συνέχισε να την κυνηγά  μέχρι που έφαγε μεγάλη κατραπακιά όταν είδε το λαμόγιο με κάποιον άλλο αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο, μόνο ένας ηλίθιος θα αιφνιδιάζονταν  αλλά ποιος του έφταιγε;

Τον ήξερε χρόνια και τον εμπιστεύονταν απόλυτα, την είχε στηρίξει στις πιο δύσκολες καταστάσεις και του όφειλε πολλά, ήταν το καλύτερο παιδί που υπήρχε όμως από τότε που έγινε αυτό κάτι άλλαξε μέσα της, δεν μπορούσε να τον δει το ίδιο, βγήκαν βέβαια αρκετές φορές μαζί από τότε που είχε φάει την κατραπακιά και τη χώρισε την άλλη, παραδέχτηκε το λάθος του, όχι ανοιχτά, το θεωρούσε σαν κάτι φυσικό «έλα μωρέ τώρα, ένα σφάλμα  έκανα, μη το σκαλίζουμε»  ήθελε να το περάσει σαν να ήταν το πιο απλό  πράγμα του κόσμου, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα,  όμως εκείνης της είχε καρφωθεί στο μυαλό, δεν μπορούσε να το χωνέψει. Την είχε φέρει σε δύσκολη θέση,  συναντούσε την άλλη στο δρόμο, την άκουγε να λέει ένα σωρό αηδίες για το φίλο της, «πολύ θύμα ο δικός σου, πολύ μπούφος !»  κι εκείνη δεν ήξερε τι  να κάνει, τι να του πει, γιατί  εκείνος ήταν κολλημένος μέχρι να ξεστραβωθεί, δεν υπήρχε περίπτωση ν’  αλλάξει γνώμη,  έτσι προτιμούσε να μην αναφέρεται στη σχέση τους  όλο αυτό όμως της είχε στοιχίσει. Πιο πολύ  την είχε πειράξει το γεγονός  ότι την είχε αγνοήσει, δεν την άκουσε, ακολούθησε  μονάχα το ξερό του το κεφάλι κι η γνώμη της δεν είχε καμιά σημασία,  αυτό ήταν μεγάλο λάθος, την είχε υποτιμήσει,  δεν κάνουν έτσι οι φίλοι. Με αφορμή τις καραντίνες τότε που όλοι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους,  είχε ξεκόψει,  κάπου- κάπου του τηλεφωνούσε όπως παλιά όμως δεν είχε την ίδια διάθεση, έπειτα σκέφτηκε ότι δε χρειαζόταν να μπαίνει στον κόπο, σιγά -σιγά τον άφησε πίσω κι έτσι της  έμεινε ο άλλος φίλος της  ο Τ.

Αυτός πάλι ήταν  άλλη περίπτωση, εντελώς διαφορετική κι ήταν πιο δύσκολο να ξεκόψει μαζί του ειδικά μάλιστα μετά τη διακοπή των σχέσεων με τον Κ και τη Δ.  Ο Τ ήταν  κάπως νεότερος και τη σέβονταν, ήταν πολύ ώριμος για την ηλικία του,  πολύ σοβαρός,  μετρημένος, γλυκός και συμπονετικός  είχε όμως ένα άλλο πρόβλημα, δεν μπορούσες να κουβεντιάσεις ήρεμα μαζί του, άνοιγες θέματα για τους ομοφυλόφιλους, για τις παχουλές γυναίκες, για τους  μετανάστες, για οποιονδήποτε κατατρεγμένο  περιθωριακό  κι εκείνος χαλούσε τον κόσμο,  άρχιζε να φωνάζει  και δεν καταλάβαινε τίποτα,  δεν μπορούσες να συζητήσεις  μαζί του,  δε σήκωνε τίποτα. Ήταν ευγενικός βέβαια και ζητούσε συγνώμη μετά από τη φασαρία  αλλά τι να το κάνεις,  σ’ έφερνε σε θέση πολύ δυσάρεστη,  σαν να ήταν όλες εκείνες ο ομάδες κάτι ιερό,  ένα φετίχ  το οποίο  απαγορεύονταν  ν’ αγγίξεις ή να μιλήσεις γι αυτό,  σαν να είχαν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι   κάτι το ιδιαίτερο,  κάτι  μαγικό,  κάτι υπερφυσικό,  κάτι τέλος πάντων έξω από τα συνηθισμένα κι εσύ  ήσουν υποχρεωμένος να τους αντιμετωπίζεις με δέος, να προσέχεις κάθε σου λέξη μη τυχόν  τους προσβάλει, να μετράς τα λόγια σου σαν να βρισκόσουν σε κάποιου είδους κατηχητικό κι έπρεπε ν αντιμετωπίσεις τη θεία που  καθοδηγούσε, όποτε ήσουν μαζί με τον Τ ήταν  σαν να σε παρακολουθούσε μια αστυνομία σκέψης που ερευνούσε κάθε πιθανή παρεκτροπή, κάθε παρέκκλιση από τις αρχές της ορθότητας  κι ήταν έτοιμη να σε κατατροπώσει με τον πιο συντριπτικό τρόπο, ήταν μια κατάσταση αφόρητη.

Ο Τ ήταν  το πιο δύσκολο μέρος του ξεκαθαρίσματος, αφού πέρασε ένα διάστημα χωρίς  να  επικοινωνήσουν εκείνος το κατάλαβε κι άρχισε να την αναζητά  όμως το πράγμα είχε κρυώσει, το γυαλί είχε ραγίσει και δεν κολλούσε. Έτσι μέσα σ’ ένα χρόνο  ξέκοψε από  τρεις κολλητούς, ήταν μια δύσκολη διαδικασία  αλλά έτσι λειτουργούσε πάντα, άμα έβαζε κάτι στο μυαλό της έπρεπε να το κάνει,  το γυρνούσε στη σκέψη της για καιρό καθώς ταλαντεύονταν αλλά έτσι κι έπαιρνε μια απόφαση δε γυρνούσε ποτέ να κοιτάξει πίσω. Ό άντρας της έλεγε  «τι πας  να κάνεις, κράτα μια επαφή μαζί τους, δε γίνεται να τους παρατάς μετά από τόσα χρόνια, μπορεί να τους χρειαστείς» όμως εκείνη ήταν της άποψης «όλα ή τίποτα»,  ή έχω έναν άνθρωπο δίπλα μου που μπορώ να τον εμπιστευτώ και να μιλήσω μαζί του για οτιδήποτε  χωρίς  να φοβάμαι την  αντίδραση  του,  ή καλύτερα κανέναν, ήταν λίγο απόλυτη, δεν υπήρχε αμφιβολία όμως αυτό δε γινόταν ν’ αλλάξει.

Έτσι έμεινε μόνο με τον άντρα  και τα παιδιά της, ά και τη Φωφώ,  το Φωφάκι,  ποιος να το φανταζόταν, με τη Φώφη δεν έκανε πολύ παρέα,  την είχε στην άκρη του μυαλού της και βρίσκονταν  μια φορά στους έξι μήνες όμως μ’ ένα περίεργο τρόπο η  επαφή τους είχε αντέξει, δε χάθηκαν, ήταν η μόνη φιλία που δεν είχε φθαρεί από το χρόνο. Με τη Φωφώ μπορούσε να μιλήσει ελεύθερα και να βρίσει όποιον ήθελε  χωρίς να της πει τίποτα ούτε να την κοιτάξει με βλέμμα τρελαμένο, το Φωφάκι τη θαύμαζε αλλά δεν τη ζήλευε κι όποτε είχε καμιά δυσκολία ρωτούσε πάντα τη γνώμη  της. Δεν περίμενε ποτέ ότι θα ήταν η μόνη φίλη που θα της έμενε,  όταν το συνειδητοποίησε πήρε αμέσως το τηλέφωνο να της μιλήσει κι εκείνη άρχισε τα παράπονα «μας θυμάσαι μια φορά το χρόνο, δεν κάνουν έτσι οι φίλες» και τέτοια όμως πολύ γρήγορα άρχισαν  να μιλούν για ένα σωρό πράγματα.  Από τότε της τηλεφωνούσε κάθε βδομάδα,  βγήκαν και για καφέ μια μέρα ηλιόλουστη σ’ ένα υπαίθριο  μαγαζί όπου έπαιζε ένα τραγούδι που είχε ν’ ακούσει κάπου τριάντα χρόνια,   ένα αραβικό που χαλούσε κόσμο την εποχή που είχε βγει, γύρω οι άνθρωποι  μιλούσαν  δυνατά και γελούσαν  σαν να είχε συμβεί κάτι κι όλα να είχαν αλλάξει,  το χορτάρι στο πάρκο έδειχνε πιο πράσινο και κάτι πουλιά πετούσαν ψηλά σε κύκλους, ερχόταν η άνοιξη.


Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

ΚΑΣΤΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

 

Στο μοναστήρι του Αρχαγγέλου έκανε πολύ κρύο  κι απ’  το ποτάμι που διέσχιζε το φαράγγι στην  πίσω πλευρά του ερχόταν μια υγρασία που σε τρυπούσε, πάντως  το  τοπίο ήταν πολύ ωραίο, όποιος το είχε διαλέξει έκοβε το μάτι του . Το καλύτερο πράγμα που είχε βρει εκεί πέρα ήταν το ζεστό νερό που έβγαζε μια πηγή κοντά στην είσοδο της μονής,  καθώς το σώμα του ήταν γεμάτο πληγές  το είχε ανάγκη για να κλείσουν τα τραύματα του, πλενόταν εκεί μέρα παρά μέρα παρόλο που οι καλόγεροι μουρμούριζαν ότι προσέχει τη σάρκα του  εκείνος ούτε που  τους έδινε σημασία,  τόσο βρωμεροί που ήταν  σιγά μη καταλάβαιναν. Λίγο πριν το σούρουπο φορούσε την κάπα που είχε πάντα μαζί του από τον καιρό που συνόδευε το βασιλιά,  σκέπαζε  το κεφάλι με τη βαριά  κουκούλα και κατέβαινε στην πηγή να μουλιάσει για κάμποση ώρα κοιτάζοντας το ποτάμι που έτρεχε στο βάθος της κοιλάδας ,  ύστερα σκουπίζονταν καλά,  έριχνε ξανά πάνω του την κάπα και τραβούσε αργά για το κονάκι του. Ο ηγούμενος είχε κανονίσει να του δώσουν  το πιο καθαρό κελί,  το μόνο που είχε άσπρα σεντόνια,  σε μια γωνιά  υπήρχε ένα  αρχαίο τζάκι όπου δε σταματούσε να ρίχνει ξύλα  και καθόταν εκεί ώρα πολύ κοιτάζοντας τις φλόγες να καίνε τα  κούτσουρα  καθώς στέγνωνε από το λουτρό,  αυτή η ιεροτελεστία ήταν το καλύτερο κομμάτι της ημέρας του…

Οι καλόγεροι  μουρμούριζαν   όποτε τον συναντούσαν  «να ο Καστροφύλακας!» κανείς δεν ήξερε το πραγματικό του όνομα και τον απέφευγαν, ήξεραν μόνο ότι  ήταν πολεμιστής και είχε αυτόν τον τίτλο, ένας κοκκινοτρίχης όμως ,ο Βαρλαάμ, του είχε πει ότι αυτό που κάνει είναι αμαρτία κι ότι εκεί πέρα δε βρίσκονταν για να περνούν  καλά αλλά για να βασανίζονται κι ότι αν ήθελε να φροντίσει την αναψυχή του καλύτερα να έφευγε από το μοναστήρι για να μη σκανδαλίζει  τους άλλους. Δεν του έδωσε σημασία όμως ο κοκκινοτρίχης συνέχισε τις παρατηρήσεις,  στη διάρκεια ενός μεσονυκτικού καθόταν στο συνηθισμένο στασίδι παρατηρώντας  έναν τεράστιο  Αρχάγγελο Μιχαήλ που ήταν ζωγραφισμένος στον τοίχο κρατώντας  το ξίφος και την ασπίδα,  ήταν η αγαπημένη του εικόνα επειδή  ήταν τόσο ζωντανή που έλεγες ότι θα σου μιλήσει.  Εκεί  λοιπόν που  καθόταν ήσυχος ήρθε ο Βαρλαάμ και του ψιθύρισε « σε είδα στην πηγή, οι αδελφοί λένε ότι δεν ανήκεις εδώ και πρέπει να φύγεις…»  καθώς κανείς δεν τους έβλεπε τον έπιασε από το ράσο και τον κόλλησε  στον τοίχο του νάρθηκα λέγοντας «αν δεν ήμουν εγώ να   πολεμώ σαν ηλίθιος το μοναστήρι  σου θα το είχαν ρημάξει οι Σαρακηνοί!» ο  Βαρλαάμ γούρλωσε τα μάτια, ήταν έτοιμος  να βάλει τα κλάματα,  από τότε δεν τον ενόχλησε ξανά.

Ένα πρωί φορώντας τη βαριά του κάπα  κατέβηκε στην πόλη που υπήρχε σε μια απόσταση λίγων ωρών περπατήματος.  Από την πρώτη στιγμή που πέρασε τα τείχη της  κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, κυκλοφορούσαν πολλοί ξένοι, ξανθοί,  είχε ακούσει γι αυτούς,  ήταν μια φυλή από το βορρά που είχε κατεβεί μέχρι τα μέρη τους ρημάζοντας τα πάντα, πώς είχαν μπει μέσα στην πόλη ; Σε μια στιγμή το μάτι του πήρε τον Βαρλαάμ, τον κοκκινοτρίχη,  να μιλά μαζί τους,  τι δουλειά είχε εκεί πέρα, ρώτησε και του είπαν ότι ο κόσμος είχε επαναστατήσει ζητώντας τη βοήθεια των ξένων εισβολέων που έτριβαν τα χέρια τους για την ανέλπιστη ευκαιρία , είχε γίνει κάτι σαν κίνημα με πρωτεργάτες  μερικούς φανατικούς  μοναχούς,   σίγουρα κι ο Βαρλαάμ ήταν ανάμεσα τους,  που χαλούσαν τον κόσμο για  θέματα  θεολογικά  κι ήταν αποφασισμένοι γι αυτές τις βλακείες να συμμαχήσουν με το διάβολο. Ήθελε να μιλήσει στον καλόγερο  όμως εκείνος τον είχε δει πρώτος και ψιθύρισε «αυτός είναι  ο Καστροφύλακας !»στους ξανθούς  που βάδισαν προς το μέρος του , με μια κίνηση  άνοιξε την κάπα του κι άφησε να φάνει το μακρύ σπαθί του Μαύρου Όλαφ που έφτανε σχεδόν μέχρι το έδαφος,  οι ξένοι   μόλις το είδαν  τραβήχτηκαν,  τους έκανε μεγάλη εντύπωση σα να μην  είχαν ξαναδεί τέτοιο μεγάλο ξίφος...

Γυρνώντας στο μοναστήρι βρήκε να τον περιμένει ένας  αγγελιοφόρος που του παρήγγειλε εκ μέρους του βασιλιά να γυρίσει πίσω γιατί τον χρειάζονταν, είχαν μπλέξει με τη  φυλή των  ξανθών γιγάντωνσαν  αυτούς που είχε δει στην πόλη,  και δεν ήξεραν τι να κάνουν.  Το σκέφτηκε όλη νύχτα και το πρωί αποφάσισε να επιστρέψει για να μεταφέρει  και τα  όσα είχε δει,  είχε ξεκουραστεί κάμποσο καιρό κι ήθελε να δει αν θα του έλειπε η ατμόσφαιρα της μάχης . Μαζί με τον αγγελιοφόρο κάλπαζαν για μέρες ώσπου έφτασαν στο στρατόπεδο  καθώς όμως πλησίαζε τις σκηνές των στρατιωτών είδε  με τρόμο ότι δεν υπήρχαν φρουροί, ούτε προστατευτικές τάφροι, ούτε περίπολα,  έφτασε μέχρι το κέντρο του  καταυλισμού χωρίς να τον σταματήσει κανένας,  αν ήταν εκείνος αρχηγός εκεί πέρα θα είχε πάρει κεφάλια.

Ο ατμόσφαιρα που μύριζε προετοιμασία για δράση  του φάνηκε αναζωογονητική,  του είχε λείψει,  όμως όταν αντίκρισε το βασιλιά του φάνηκε   πιο ράθυμος από τότε που τον είχε αφήσει κι όταν  ο βασιλιάς του είπε ότι οι ξανθοί βάρβαροι ετοιμάζονταν να τους επιτεθούν  έμεινε με το στόμα ανοιχτό,  πώς μπορούσε να ξεκινά μια τόσο σοβαρή αψιμαχία και να είναι τόσο νωχελής, να μην έχει  πάρει κανένα μέτρο προφύλαξης;  Για μια στιγμή σκέφτηκε να το σκάσει,   δεν ήθελε πολύ μυαλό για να καταλάβεις που πήγαινε το πράγμα, και γιατί θα έπρεπε να πληρώσει αυτός για τις βλακείες του βασιλιά που έκανε το ένα λάθος μετά το άλλο, θα τον κυνηγούσαν σίγουρα αλλά εν τω μεταξύ θα είχε σώσει  το τομάρι του. Προτού φύγει πήρε το άλογο του να κατασκοπεύσει τον αντίπαλο, από κάποιο ύψωμα είδε πολλές φωτιές αναμμένες κι άκουσε  κλαγγές από όπλα που ετοίμαζαν οι σιδεράδες,  σε όλη την έκταση του οροπεδίου όπου είχαν κατασκηνώσει  υπήρχαν φρουροί που αλάλαζαν,  οι οιωνοί δεν ήταν καλοί .  

Περίμενε να κοιμηθούν όλοι προτού δοκιμάσει να φύγει όμως  οι βάρβαροι εντελώς απροειδοποίητα επιτέθηκαν μέσα στο σκοτάδι κι ο τόπος γύρω γέμισε από πυρσούς  που τους βοηθούσαν να κινούνται μέσα στη νύχτα προκαλώντας τεράστια σύγχυση . όμως αυτό ήταν το μεγάλο  λάθος  τους   γιατί έτσι έδιναν στόχο και οι τοξότες που ξύπνησαν πανικόβλητοι   άρχισαν να ρίχνουν  βέλη βλέποντας πολύ καθαρά τους πιο δυνατούς άντρες,  ο ένας μετά τον άλλον εκείνοι οι περίεργοι γίγαντες  έπεφταν βγάζοντας μια κραυγή και σύντομα  ένα μεγάλο μέρος τους είχε αποδεκατιστεί όμως μέσα στη νύχτα δεν μπορούσες  να έχεις καθαρή εικόνα.  Οι βάρβαροι έσβησαν τις φωτιές  καταλαβαίνοντας  το λάθος τους κι όπως  έφταναν κατά κύματα μέχρι τα όρια του στρατοπέδου  έπεφταν πάνω στις ασπίδες που πρόβαλαν και πάνω  στα κοντάρια που τους εξολόθρευαν αλύπητα, έτσι πέρασε η νύχτα.

Το πρωί οι εισβολείς  συνέχισαν τις επιθέσεις τους και τότε ο βασιλιάς διέταξε να βάλουν σε λειτουργία έναν μηχανισμό σα  γερανό που αιωρούνταν πάνω από τα κεφάλια των επιτιθέμενων και ξαφνικά άρπαζε κάποιον πετώντας τον  πέρα μακριά. Ήταν μια καινούρια εφεύρεση των μηχανικών,  χρησιμοποιούνταν  πρώτη φορά και τρομοκράτησε τους  εισβολείς   που άρχισαν να φεύγουν τρέχοντας προς όλες τις κατευθύνσεις,  φαινόταν ότι όλα είχαν τελειώσει κι εκείνος ευγνωμονούσε την τύχη που δεν το είχε σκάσει όταν συνέβη κάτι αναπάντεχο,   το άλογο του βασιλιά γλίστρησε πάνω σε μια πέτρα λεία κι έπεσε άγαρμπα μαζί με τον αναβάτη του  οποίου  το κεφάλι  βρέθηκε  ακριβώς πάνω σ’  εκείνη την καταραμένη  λεία πέτρα, το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που τον άφησε στον τόπο, αν έβλεπες την όψη του φαινόταν μια χαρά σα να χαμογελούσε  όμως το κρανίο  του είχε γίνει κομμάτια .

Αμέσως υπήρξε αναταραχή,  φωνές ακούγονταν από παντού,  όλοι αναρωτιόντουσαν τι θα γινόταν,  τώρα που είχαν χάσει τον ηγέτη τους έμοιαζαν σαν ένα σώμα χωρίς  κεφάλι,  έπρεπε να βρεθεί αντικαταστάτης του γρήγορα καθώς οι ξανθοί από το βορρά ετοιμάζονταν να επιτεθούν ξανά.  Το απόγευμα οι αξιωματικοί  τον κάλεσαν στη  βασιλική σκηνή και χωρίς περιστροφές του ανακοίνωσαν ότι ο στρατός ήθελε εκείνος ν’ αναλάβει την ηγεσία,  πίστευαν ότι ήταν ο πιο κατάλληλος να τους βγάλει από τη δύσκολη θέση που είχαν βρεθεί. Βλαστήμησε  μέσα του επειδή δεν είχε φύγει,   αλλιώς τα είχε σκεφτεί,  αλλιώς τα περίμενε όμως σε μια τόσο δύσκολη στιγμή δεν μπορούσε αρνηθεί, τώρα όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του κι έπειτα  μ’ αυτούς τους στρατιώτες είχε περάσει τόσα,  δεν μπορούσε να τους αφήσει εκεί στην ξένη χώρα στο έλεος του εχθρού. Όσο ζούσε ο βασιλιάς δεν τον ένοιαζε γιατί  οι αποφάσεις δεν ήταν δικές του τώρα όμως είχαν αλλάξει οι συνθήκες,   δε γινόταν να αποφύγει  την ευθύνη,  δεν ήταν στο χαρακτήρα του, έτσι δέχτηκε απρόθυμα  να φορέσει τον κόκκινο χιτώνα με τα χαρακτηριστικά διαδήματα του αρχηγού .

Με βαριά καρδιά εγκαταστάθηκε στη βασιλική σκηνή που ήταν τεράστια,  δεν είχε προλάβει να βάλει μια μπουκιά στο στόμα    όταν τον φώναξαν να ετοιμαστεί γρήγορα,  οι αντίπαλοι  είχαν καταλάβει μια τοξωτή  γέφυρα που οδηγούσε στο υπόστεγο με τις προμήθειες,  αν έχαναν εκείνη τη γέφυρα ήταν τελειωμένοι. Βιαστικά πήρε το ξίφος,  φόρεσε τον θώρακα του ξεχνώντας το χιτώνα με τα διακριτικά,   και βάλθηκε να σταματά τρομαγμένους στρατιώτες που έτρεχαν να φύγουν.  Όταν πάτησε πάνω στην πέτρινη γέφυρα κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περιθώριο υποχώρησης,  ευτυχώς μια χούφτα από  άντρες που ήταν οι πιο έμπειροι,  έτρεξε να σταθεί δίπλα του,  κατάφεραν με μεγάλο κίνδυνο και πολύ τύχη να απωθήσουν τα στίφη που ξεχύνονταν εναντίον τους με μανία ,  ήταν τόση η αδρεναλίνη που έτρεχε στο σώμα του που δεν πρόλαβε να  φοβηθεί γιατί όλη την ώρα ήταν ακάλυπτος κι οποιοσδήποτε  μπορούσε να τον πλήξει  με τόξο ή με ακόντιο,  αν φορούσε τον κόκκινο χιτώνα θα τον είχαν αναγνωρίσει σίγουρα, ο θεός τον είχε φυλάξει  μια ακόμα φορά κι υποσχέθηκε μέσα του  ένα πολύ μεγάλο τάμα στο μοναστήρι του Αρχάγγελου  .

Η μέρα τελείωνε κι εκείνος έπεσε κατάκοπος να κοιμηθεί μόλις γύρισε στη σκηνή  του, στη διάρκεια του ύπνου του είδε ένα τρομερό όνειρο,  ο Μιχαήλ  που έβλεπε στην τοιχογραφία του μοναστηριού, στέκονταν πάνω από το κρεβάτι του και τον κοιτούσε βλοσυρά απειλώντας  ότι αν δεν εκπλήρωνε το τάμα που είχε υποσχεθεί η ζωή  που του έμενε ήταν λίγη. Ξύπνησε καταϊδρωμένος και διηγήθηκε στους αξιωματικούς  αυτό που είδε,  εκείνοι αν και τον ήθελαν μαζί τους τώρα που είχε αποδείξει την αξία του,  τον συμβούλεψαν να κάνει όπως του είπε ο  Άγγελος στο όνειρο, όταν εκπλήρωνε την υπόσχεση του θα τον έβρισκαν ξανά. Για να γυρίσει πίσω στο μοναστήρι  χρειάζονταν πολλές μέρες και ξεκίνησε αμέσως παρόλο που έπεφτε το σούρουπο , στο δρόμο λαγοκοιμόταν στη σέλλα  ενώ  το άλογο προχωρούσε μόνο του, εκείνη τη διαδρομή την είχε κάνει άπειρες φορές. Κάποια στιγμή καθώς περνούσαν ένα στενό πολύ απότομο το άλογο σταμάτησε ξαφνικά  και σηκώθηκε στα δυο του πόδια σα να είχε βρει μπροστά του ένα εμπόδιο,  εκείνος τρόμαξε και προσπαθούσε να καταλάβει  τι είχε συμβεί όμως δεν μπορούσε να δει τίποτα γύρω μονάχα το αυτί του έπιασε  ένα θρόισμα ψηλά προς τα βράχια που έκλειναν  το στενό,  έτρεξε κατά κει και το μόνο που είδε ήταν η άκρη μιας φτερούγας λευκής,  γονάτισε πιάνοντας το  κεφάλι με τα δυο του χέρια κι ύστερα έκανε το σταυρό του καθώς ο ήλιος έβγαινε κατακόκκινος πίσω από τις κορφές,  ύστερα καβάλησε το άλογο του και το άφησε να τον οδηγεί,  είχε πολύ δρόμο ακόμα .

 

 

 

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021

ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΙΤΙΕΣ

 

Στη Σκύρο φυσούσε πολύ δυνατός αέρας,  το μελτέμι του Αυγούστου  που πιάνει από τα βόρεια  και χαλά τον κόσμο,  έπρεπε να βρουν ένα λιμάνι ν’  αράξουν τα σκάφη τους  αλλά ήταν πολύ δύσκολο να προσεγγίσουν,  τότε ένας ψαράς που είχε δέσει τους φώναξε  να πάνε στη νότια πλευρά,   σ’  ένα λιμανάκι με τρεις βράχους στην είσοδο του,  «εκεί πέρα  δε φυσά » τους είπε «γιατί  ο αέρας που έρχεται από τη στεριά είναι μαλακός»,  εκεί θα μπορούσαν να σταματήσουν με την ησυχία τους . Και όντως,  εκείνο το λιμανάκι που βρήκαν περιπλέοντας το νησί  ήταν σα φωτογραφία από περιοδικό ,  δεν υπήρχε ο παραμικρός κυματισμός ,  έδεσαν εύκολα κι όταν βούτηξαν στα καθαρά νερά  δεν μπορούσαν να το πιστέψουν,  υπήρχαν εκεί πέρα χιλιάδες ψάρια μικρά και μεγάλα όλων των ειδών κι όλων των χρωμάτων,  είχαν βρει κι εκείνα καταφύγιο εκεί πέρα,  έβγαλαν γρήγορα τις πετονιές και δεν προλάβαιναν να βγάζουν και να ψήνουν, είχαν περάσει υπέροχα εκείνη τη μέρα .

Από τότε που είχε σταματήσει τη δουλειά περνούσε πολύ ώρα με το σκάφος του, ένα εγγλέζικο από τα καλύτερα που μπορούσες να βρεις,  το είχε χρυσοπληρώσει όμως τα έβγαζε τα λεφτά του. Ένας γνωστός του είχε προτείνει να πάρει  ιστιοφόρο   όμως εκείνος δεν ήθελε  σκάφος με πανιά,  ήταν σκέτος μπελάς  κι ο μόνος λόγος  που τα αγόραζαν ήταν   για να κάνουν οικονομία   επειδή δε χρησιμοποιούσαν τις μηχανές και δεν ξόδευαν πετρέλαιο . Στο ιστιοφόρο  όμως πρέπει   να έχεις το νου σου όλη την ώρα,  παντού πάνω στο κατάστρωμα υπάρχουν  σκοινιά και μπορεί  να γλιστρήσεις ή να σε χτυπήσουν καθώς ανεβοκατεβαίνουν,  και να σε σακατέψουν, πρέπει  να φοράς ειδικά παπούτσια, σκληρά, είναι μπελάς μεγάλος  ενώ με το μηχανοκίνητο ένιωθε  άρχοντας καθόταν εκεί στο fly bridge  με τον ναυτικό χάρτη  κι ήταν σα να ονειρεύονταν .

 Όταν το είχε αγοράσει το παρέλαβε μαζί  μ’ έναν γέρο  καπετάνιο, είχαν  ταξιδέψει μαζί μέχρι τη Σαλονίκη για  να το μάθει.  Ξεκίνησαν  από τη Ραφήνα και πέρασαν από τον Ευβοϊκό γιατί ανοιχτά από το  Καβοντόρο ήταν ζόρικα. Στον κόλπο του Ευβοϊκού συνέβαινε το εξής,  το νότιο τμήμα ήταν φουρτουνιασμένο γιατί οι αέρηδες  από τα  βουνά περνούσαν  το φρύδι των ορέων και ξεσπούσαν εκεί πέρα μανιασμένοι,  ενώ το βόρειο τμήμα ήταν προφυλαγμένο κι έμοιαζε με λίμνη . Ταξίδευαν νύχτα  έχοντας για σημάδια ένα φωτάκι κόκκινο από τη μια μεριά που ήταν ο φάρος, κι ένα άλλο πράσινο από τη μεριά  του πελάγου  όμως  όπως αρμένιζαν άκουσαν ένα ήχο σα γδούπο κι έτρεξαν στην πλώρη να δουν τι συμβαίνει,  είχαν βγει στα αβαθή γιατί ένας ηλίθιος είχε εκεί πέρα ένα μπαράκι  με φώς  που έμοιαζε με φάρο,  εξαιτίας του είχαν εξοκείλει  ένα σωρό καράβια  ενώ το λιμενικό ήταν στον κόσμο του και δεν έκανε τίποτα.  Ευτυχώς οι προπέλες δεν είχαν πάθει ζημιά και συνέχισαν κανονικά, παρά το λάθος του ο γέρο καπετάνιος ήξερε ένα σωρό πράγματα και του έδειχνε όλη την ώρα  τι να προσέχει καθώς στέκονταν στη γέφυρα διασχίζοντας τον θαλάσσιο χώρο πάνω από τις Σποράδες. Ύστερα από κείνο το ταξίδι ένιωθε ότι μπορούσε να τα καταφέρει πια,  βέβαια για να πάρει την άδεια είχε παρακολουθήσει  κάτι μαθήματα για το πώς να διαβάζει  ναυτικούς χάρτες,   πως να βρίσκει τον προσανατολισμό του,  πως να καταλαβαίνει τις αλλαγές του καιρού,   αλλά τα πιο πολλά τα είχε μάθει στη διάρκεια των ταξιδιών του… 

Κάθε χρόνο, εκεί γύρω στα τέλη το Ιουνίου, γέμιζε το καράβι  με εφόδια,  έπαιρνε την οικογένεια του  και μαζί μ’ ένα φίλο  που είχε κι εκείνος ένα ωραίο  πλοίο,  αλώνιζαν το Αιγαίο. Η γυναίκα του που είχε καλλιτεχνική φύση, πρότεινε ένα όνομα που του άρεσε, ΑΝΕΜΟΣ ΣΤΙΣ ΙΤΙΕΣ,  όλοι όσοι το έβλεπαν γραμμένο  στα  πλαϊνά  του σκάφους  αναρωτιούνταν πως είχε σκεφτεί τέτοια παράξενη ονομασία.  Με τον καιρό είχε γίνει πολύ καλός κι έμαθε πως  να προσεγγίζει τις ακτές και τα λιμάνια, γύριζε το σκάφος με την  όπισθεν,  το έφερνε ακριβώς στην απόσταση που ήθελε,  και  τότε με μια μανούβρα πήγαινε  στο σημεία ακριβώς που χρειάζονταν,  πετούσε στη στεριά το σκοινί και βουτούσε για να το δέσει σε κάποιο δέντρο ή σε κάποιο γάντζο που ήταν φυτεμένος στο τσιμέντο. Μια χρονιά που είχε πάει στη Σκιάθο  ένας λιμενικός τον είχε πάρει μάτι και του είπε να μην πλησιάσει γιατί δεν υπήρχε μέρος  στο λιμάνι,   ήταν  γεμάτο από βάρκες και πλοία,  εκείνος όμως είδε ένα κενό και τράβηξε κατά κει,  ο λιμενικός που ήταν φιλότιμος έτρεξε να τον βοηθήσει,  τον είδε να κάνει τη μανούβρα που ήξερε και να το χώνει ακριβώς στο κενό που υπήρχε  «ρε φίλε σε παραδέχομαι! του φώναξε. 

Μια άλλη φορά, εκεί κοντά  στα μέσα  του Αυγούστου,  όπως  περνούσε από την Πάτμο στην Αμοργό   έπιασε ένα μελτέμι τόσο δυνατό που το σκάφος δεν προχωρούσε καθόλου. Η  απόσταση δεν ήταν πολύ μεγάλη όμως είχε κάνει το λάθος να πλέει κάπου 500 μέτρα από τη στεριά,  τα κύματα  πού έρχονταν από κει ταρακουνούσαν το σκάφος ενώ  την ίδια ώρα ο  βορειανατολικός άνεμος τον χτυπούσε από την άλλη σηκώνοντας το πλοιάριο  στον αέρα σα να ήταν παιδική  βαρκούλα,  ήταν μια δύσκολη στιγμή.  Καθώς βρίσκονταν στ’  ανοιχτά και  τα κύματα έφταναν μέχρι τα  γένια του,   δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω κι  όλη την ώρα σκεφτόταν  τα μικρά παιδιά του που δεν καταλάβαιναν τι συμβαίνει κάτω στην καμπίνα  ενώ η γυναίκα του που  αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο  είχε τρομάξει άσχημα. Για μια στιγμή τα  ‘χασε όμως μετά ηρέμησε και κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Το κόλπο ήταν να πλοηγείς απέναντι στα κύματα σε γωνία 45 μοιρών,  όταν σε χτυπούν από αυτή τη γωνία  δεν έχουν δύναμη κι έτσι μπορείς να χαράξεις μια πορεία σταθερή.  Αυτό ακριβώς είχε πει κάποτε σ’ ένα φίλο του Φλωρινιώτη, γιδοβοσκό,  στη Βουρβουρού που ξανοίχτηκε για να περάσει απέναντι αλλά ήταν τόσο άσχετος που πήγε κατευθείαν πάνω στο μπουρίνι. Είχε γυρίσει πίσω αλλά ήθελε  οπωσδήποτε να  δοκιμάσει ξανά κι αυτός του είχε εξηγήσει  το κόλπο με τη γωνία των 45 μοιρών που μάλιστα πρέπει να την αλλάζεις κάθε φορά ανάλογα με την πορεία του ανέμου και αν κινείσαι  σε μια πορεία κάπως ελικοειδή.   Τελικά είχε πέρασε αντίκρυ ο Φλωρινιώτης και του τηλεφώνησε για να του πει  «μ’  έσωσες,  έκανα όπως μου είπες και βγήκα  !» . Ήξερε λοιπόν ότι κι αυτή τη φορά έπρεπε  να κάνει κάτι παρόμοιο,  παρακολούθησε λίγο την κατεύθυνση των κυμάτων ,  έβαλε το καράβι σε ανάλογη ρότα και σιγά - σιγά πλησίασε  την Αμοργό.   Παρόλο που φυσούσε,   ο ήλιος ήταν τόσο δυνατός που έκαιγε το σώμα του,   έβαλε ένα φανελάκι και το καπέλο του και λίγο –λίγο   κατάφερε να βγει σe μια ακτή με λίγη άμμο κάπου κοντά  στο μοναστήρι.   Από τότε πρόσεχε πολύ προτού ανοιχτεί ακόμα κι όταν ο καιρός φαινόταν καλός.

Ήταν ωραία εκείνα τα χρόνια,   ήταν ακόμα πολύ νέος όμως δουλεύοντας ώρες ατελείωτες είχε καταφέρει να μαζέψει κάμποσα χρήματα και τότε αποφάσισε ότι  ήθελε να κάνει κάτι άλλο ή μάλλον να μην κάνει τίποτα.  Οι δουλειές είχαν αρχίσει να φθίνουν  καθώς η αγορά γέμιζε από κινέζικα κι εκείνος έφυγε την ώρα που έπρεπε. Τον πρώτο χρόνο η αίσθηση ήταν υπέροχη,  μετά από μια δεκαπενταετία που έτρεχε σαν τρελός  ήταν ευτυχία να μην έχει να σηκωθεί κάθε πρωί για να τρέξει να βρει  αντιπροσώπους σε όλη την Ελλάδα,  από τα Γιάννενα μέχρι την Κρήτη. Ά,  ήταν φοβερή εκείνη η χρονιά που γύρισε όλα  τα νησιά  και είδε ένα σωρό καινούρια μέρη,  εκτός από το ιστιοπλοϊκό είχε μανία και με το φαγητό,  σε κάθε λιμάνι ζητούσε να μάθει που βρισκόταν το καλύτερο εστιατόριο,  στην Άνδρο που είχαν  καθίσει να φάνε   ζήτησε μια καρμπονάρα κι όταν του την έφεραν ένιωσε ότι κάτι έλειπε, ήρθε ο σεφ και του είπε  «περίμενε», πήρε ένα αυγό από την κουζίνα,  το έσπασε μπροστά του,   το έριξε μέσα στα καυτά μακαρόνια και ανακάτεψε τα ζυμαρικά  με μια ξύλινη κουτάλα , το αυγό  ψήθηκε αμέσως και η μακαρονάδα πήρε την γεύση που έπρεπε «τώρα μάλιστα!»  φώναξε αυτός  μόλις έβαλε μια πιρουνιά  στο στόμα του.

Ήταν φοβερή  η πρώτη χρόνια που δεν δούλευε,  το ίδιο και η δεύτερη αλλά την τρίτη άρχισε να βγάζει αφρούς,  δεν μπορούσε να μη δουλεύει και να κάθεται αργόσχολος,  ήταν τόσο νέος ακόμα,  έτσι ξεκίνησε πάλι μια καινούρια επιχείρηση  που την έστησε από την  αρχή και τα είδε όλα μέχρι να τη στρώσει . Κάποια στιγμή τα παιδιά του μεγάλωσαν  κι είχαν αναλάβει εκείνα όλα τα πόστα οπότε είχε πλέον χρόνο ελεύθερο. Για ένα μεγάλο διάστημα δεν χρησιμοποιούσε το  ιστιοπλοϊκό που  το είχε τυλιγμένο σε νάιλον στην αποθήκη. Λόγω της καινούριας του δουλειάς ήταν απασχολημένος τα καλοκαίρια περισσότερο,  μόνο  το χειμώνα, μερικές φορές, έπαιρνε το καράβι κι έκανε  βόλτες γύρω απ το λιμάνι της Θεσσαλονίκης,  είχε ανακαλύψει έναν  ψαρότοπο  σ’ ένα σημείο πάνω από κάποιο ναυάγιο πολύ παλιό,  εκεί πάντα έβγαζε πολύ πράμα,  τότε δεν υπήρχαν  πολλοί  ψαράδες και τα ψάρια πλησίαζαν τις ακτές ενώ το καλοκαίρι που η θερμοκρασία του νερού ανέβαινε έφευγαν κατά τα βαθιά…

Μια μέρα ξύπνησε πολύ πρωί  και πήγε στην προβλήτα όπου είχε δεμένο το καράβι.  Ανέβηκε κι έβαλε μπρος τις μηχανές που τις συντηρούσε τόσον καιρό χρόνια πληρώνοντας ένα κάρο λεφτά στους μηχανικούς,  μόλις έπιασε το τιμόνι ένιωσε εκείνο το συναίσθημα που αισθάνεσαι όταν βρίσκεσαι στη θάλασσα και νομίζεις  ότι μπορείς ταξιδέψεις σ’ όποια κατεύθυνση θέλεις,  ά,  του είχε λείψει πολύ αυτό ! Ανοίχτηκε μαλακά και διαπίστωσε ότι το σκάφος δεν είχε χάσει καθόλου την ικανότητα του να γλιστρά στα νερά,  ήταν άνοιξη κι ο καιρός είχε αρχίσει να φτιάχνει οπότε προχώρησε  μέχρι τη μέση του κόλπου,  εκεί που  ήξερε ότι βρισκόταν το ναυάγιο.  Από το σπίτι του που ήταν  ψηλά σε μια πολυκατοικία,  το χάζευε πάντα εκείνο  το σημείο,  έβλεπε κάτι βάρκες πάντα να βρίσκονται  εκεί, ήταν κάτι ψαράδες από την απέναντι ακτή που είχαν ανακαλύψει τον ψαρότοπο.

Καθώς ήταν μεσημέρι με  θερμοκρασία ασυνήθιστα υψηλή, γύρω δεν υπήρχε κανείς ούτε οι βάρκες των ψαράδων που τις έβλεπε μόνιμα αραγμένες εκεί πέρα.  Ένιωσε την ανάγκη να βουτήξει στο νερό,   έβγαλε τα ρούχα,  φόρεσε το μαγιό του κι έπεσε απαλά  στη  θάλασσα να δει τι υπήρχε από κάτω.  Το ναυάγιο φαίνονταν  πολύ καθαρά,  πρέπει να βρίσκονταν εκεί καμιά πενηνταριά χρόνια,  είχε ακούσει  την ιστορία,  ήταν  λέει ένα ρώσικο εμπορικό που είχε πάθει μια ζημιά,  είχαν πάρει φωτιά οι μηχανές του και δεν μπόρεσαν να  το σώσουν, έτσι  βυθίστηκε και τα ψάρια είχαν βρει καταφύγιο στις κάμαρες και στα αμπάρια του.  Για κάποιον λόγο το νερό ήταν εξαιρετικά διαυγές,  τόσο καθαρό που μπορούσες να δεις γύρω σε μεγάλη απόσταση. Μικρούτσικα  ψάρια με  χρώματα περίεργα  έκοβαν βόλτες ανάμεσα στις λαμαρίνες κοιτάζοντας τον, οι ακτίνες του ήλιου που κύρτωναν πάνω στην υγρή επιφάνεια δημιουργούσαν  άπειρα σχέδια πάνω στη άμμο του βυθού ενώ  τα πρασινοκίτρινα  φύκια άπλωναν αργά τα πλοκάμια τους,   στη διάρκεια του ενός λεπτού  που έμεινε κάτω από την επιφάνεια έκανε τη σκέψη ότι κάπως έτσι πρέπει να έμοιαζε ο παράδεισος.

 Καθώς τελείωνε ο αέρας από τα πνευμόνια του αναδύθηκε σιγά -σιγά βγάζοντας μπουρμπουλήθρες από το στόμα,  όταν έβγαλε το κεφάλι του  είδε  μια μελαχρινή γυναίκα με πολύ μακριά μαλλιά να στέκεται πάνω στο νερό σα να πατούσε πάνω σε μια στέρεη βάση,  δεν μπορούσε να διακρίνει καλά τα χαρακτηριστικά της γιατί ο  ήλιος βρίσκονταν ακριβώς πίσω της και τον θάμπωνε,  ήταν σίγουρος  ότι  κάπου την είχε δει εκείνη τη γυναίκα αλαλ δεν μπορούσε να θυμηθεί που,  ασυναίσθητα έκλεισε τα μάτια για ένα δευτερόλεπτο κι όταν τα άνοιξε  δεν υπήρχε τίποτα μονάχα ο ήλιος που τον χτυπούσε κατάματα και τον τύφλωνε.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΤΙΦ

 

Θα μπορούσε να με διευκολύνει κάπως αλλά σιγά μη μου έκανε τη χάρη  «γίνεται να σας πληρώσω  με μια μικρή καθυστέρηση;»  του είχα πει  εκείνος όμως ήταν ανένδοτος, «όχι δε γίνεται, το βιβλίο θα βγει όπως έχουμε συμφωνήσει!» αργότερα,  όταν πια μου είχε βγάλει την  πίστη και με είχε βάλει να χρεωθώ  μου είπε «εντάξει  μη βιάζεστε,  με πληρώνετε αργότερα » δούλεμα κανονικό δηλαδή.  Βέβαια,  η συμφωνία έπρεπε να τηρηθεί μόνο από τη δική μου τη μεριά,  εκείνος δεν είχε θέμα,  το βιβλίο ήταν να βγει  το Δεκέμβριο σύμφωνα με το συμβόλαιο, όμως για κάποιο λόγο καθυστερούσε και δε μου έδινε κανένα  λογαριασμό σαν να ήμουν ο τελευταίος που θα έπρεπε να ξέρει,  είχα πάρει εκατό τηλέφωνα και με κορόιδευε «μη βιάζεστε, το καλό πράγμα  αργεί, ξέρω εγώ»   η γραμματέας του με είχε βαρεθεί και μου μιλούσε σκαιά  όμως τι έπρεπε να κάνω,   είχα πληρώσει σαν βλάκας ένα ποσό σχετικά μεγάλο,   έτρεχα από δω κι από κει να βρω τα χρήματα κι εκείνος στον κόσμο του «μη βιάζεστε,  μη φοβάστε» με είχε σκάσει!

Όλο εκείνο το διάστημα δεν ήμουν σίγουρος ότι θα έβρισκα τα χρήματα ,  κάποιοι από τον περίγυρο μου θα μπορούσαν να με βοηθήσουν αλλά έκαναν  την πάπια,  μόνο κάτι ψιλά μου δώσανε κι έπρεπε να βρω μια  λύση,  τελικά ανακάλυψα  τις πιστωτικές κάρτες που με ξεζουμίσανε κι έβγαλα τρεις παρακαλώ,  ακόμα τις πληρώνω. Μια χοντρούλα σε κάποια τράπεζα μου εξηγούσε πως λειτουργούσαν  αλλά ούτε που έδινα σημασία σ’  αυτά που μου έλεγε, εγώ ήθελα τα λεφτά,  αργότερα μόνο κατάλαβα ρο κόλπο  όταν έπρεπε να κλείσω εκείνη τη μαύρη τρύπα.

Αν ο εκδότης βοηθούσε λίγο με μια κάρτα θα τελείωνα,  δε θα χρειαζόμουν τις άλλες,  κι είχα μια αγωνία μέχρι να πάρω την έγκριση,  μιλάμε για ασήμαντα ποσά βέβαια άλλα όταν επείγεσαι αποκτούν άλλη σημασία κι εγώ είχα  πέσει πάνω στην κρίση, για να είμαστε ειλικρινείς  αν είχα καθυστερήσει ακόμα λίγο δε θα έπαιρνα  ούτε εκείνες τις πιστωτικές κάρτες,  έτσι πρέπει να θεωρήσω τον εαυτό μου  τυχερό . Ήξερα βέβαια ότι  κάποια στιγμή στη ζωή μου θα έπρεπε να κάνω αυτό το βήμα, ότι θα χρειαζόμουν χρήματα για να κάνω κάποιο άλμα αλλά είχε τύχει τη χειρότερη περίοδο,  οι δουλειές μειώνονταν και τα έξοδα διπλασιάζονταν  οι εισφορές  για το ασφαλιστικό ταμείο είχαν φτάσει τα 800 ευρώ το δίμηνο,  μιλάμε για κανονική τρέλα !

Κι έπειτα ήταν οι διορθώσεις  που έκανε στο βιβλίο οι οποίες  ήταν εντελώς αυθαίρετες, είχα μεταφράσει το κείμενο   «ο εν ύδασι την γην κρεμάσας»  από τη Μεγάλη Εβδομάδα, το είχα κάνει « αυτός που κρέμασε τη γη από τις θάλασσες»,   δεν του άρεσε του τύπου, το βρήκε μή ποιητικό, ήταν και ποιητής τρομάρα του,  εντελώς αυταρχικά μου το έκοψε,  έτσι είναι όμως όταν είσαι καινούριος, κάθεσαι εκεί πέρα και τα καταπίνεις όλα. Την τελευταία στιγμή είχα γράψει ξενυχτώντας ένα πολύ ωραίο κομμάτι,  έτσι μου φαίνονταν τότε , για να μπει στο βιβλίο, ήμουν πολύ χαρούμενος που θα το προσθέταμε όμως εκείνος μου είπε ότι ήταν  αδύνατο,  μου το ξέκοψε ορθά κοφτά, δεν άκουγε τίποτα,  ήταν μια μεγάλη απογοήτευση. Ορκίστηκα ότι δε θα συνεργαζόμουν ξανά μαζί του όμως εκείνη τη στιγμή δεν είχα εναλλακτική,  έπρεπε να κάνω υπομονή και να καταπιώ την ανυπομονησία μου,  περίμενα δεκαπέντε χρόνια άλλωστε μέχρι να το βγάλω εκείνο το βιβλιαράκι,  δεν μπορούσα να τα τινάξω όλα στον αέρα την τελευταία στιγμή.

Όταν επιτέλους εκδόθηκε και πήρα στα χέρια μου τα τρία πρώτα δείγματα- θυμάμαι ήταν μια ηλιόλουστη μέρα -    χάρηκα απίστευτα, μετά από λίγο καιρό  ένα φορτηγό μου έφερε τρεις κούτες βιβλία κι έπρεπε  να τα παραλάβω, φοβόμουν πάντα μη την πάθω σαν τον Ταχτσή  που τα είχε να σαπίζουν στη σοφίτα του κι έτσι δεν είχα ζητήσει πολλά αντίτυπα, όπως τα κουβαλούσα  στις σκάλες πρόσεχα  μη με δει κανείς από την πολυκατοικία κι αρχίσει  τις ερωτήσεις δεν είχα καμιά όρεξη να εξηγώ στον καθένα,  τα ανέβασα μόνος ως τον δεύτερο όροφο, πολύ βαριά  η λογοτεχνία ρε φίλε.  

 

Αφού τα παρέλαβα έπρεπε τώρα να τα  προβάλλω κάπως, άλλα χρήματα πάλι,  εκεί έβγαλα την τρίτη πιστωτική,  έπρεπε να τα στείλω με υπογραφή και αφιέρωση σε μια  λίστα ανθρώπων που μου έστειλε ο τύπος,  είχα σακατευτεί να σημειώνω,  να πακετάρω,  να κουβαλώ στο ταχυδρομείο,  να κολλώ γραμματόσημα - ένα -ένα μου είχε πει η υπάλληλος  είδα κι έπαθα να τα ταχυδρομήσω πρέπει αν ήταν καμιά  εκατοστή. Μετά από κάνα μήνα με ειδοποιούν από το ταχυδρομείο   το κουτί είχε επιστραφεί όπως το έστειλα , δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί,  του τηλεφώνησα και μου είπε  «ξέρετε παρέπεσαν,  τα ξέχασα κάπου» τι λες  ρε φίλε;   «κάντε ένα κόπο να τα ξαναστείλετε κι εγώ θα σας κεράσω ένα  καφέ όταν κατεβείτε στην  Αθήνα» άντε ξανά να τα στέλνω λοιπόν,  κανονικό δούλεμα !

Αφού τέλειωσε κι αυτή η κωμωδία  έπρεπε να  τα  διαθέσω σε φίλους και γνωστούς, οι δικοί μου δεν έδωσαν σημασία, η μάνα μου ούτε που το είδε το βιβλίο, ο αδελφός  μου γελούσε, τους φαίνονταν αστείο όλο αυτό,   ακόμα μια παλαβομάρα μου. Είχα αποφασίσει να μην κάνω παρουσίαση «όλοι αυτό κάνουν» μου είχε πει κάποιος κι εγώ δεν ήθελα να ακολουθήσω την πεπατημένη. Το έδινα από δω και από κει,  ήθελα ν’ ακούσω τη γνώμη των  φίλων και των γνωστών,  μερικοί μου δίνανε και χρήματα,  αυτό μου έκανε εντύπωση,  δεν το περίμενα. Μια γυναίκα  είπε σε μια φίλη της ότι της είχε αρέσει πολύ,  μια κομμώτρια που της το άφησα δεν το ήθελε «Γιατί  διακόπτεις όλη την ώρα την ιστορία» μου είπε, διηγήματα ήταν, πως θα γίνονταν,   «γιατί δε γράφεις μια ιστορία συνεχόμενη, με σπάζει,  δεν μπορώ να το διαβάσω». Άλλοι πάλι με κοίταζαν κάπως και με φώναζαν συγγραφέα,  δεν είχα πρόβλημα,  άλλοι δεν το πίστευαν ότι είχα βγάλει βιβλίο, δεν το περίμεναν,  κάποιοι από το πολύ στενό περιβάλλον που υπολόγιζα να δώσουν μερικά αντίτυπα  δεν έδωσαν ούτε ένα,  τα άφηναν εκεί να κάθονται σε μια μικρή στοίβα στη γωνιά  κάποιου δωματίου,  ήταν κι αυτό μια εμπειρία. Άλλες φορές πάλι το χάριζα σε κάποιον ή κάποια  που γνώριζα,  αυτό ήταν ωραίο,  « ώστε είστε συγγραφέας ;»μου λέγανε. Όταν το έδειχνα στα μικρά, στα ιδιαίτερα μαθήματα, τους άρεσε ειδικά όταν έβλεπαν τη φωτογραφία και  το όνομα μου με κοιτούσαν στα μάτια «εσείς είστε αυτός ;»

Προσπαθώντας να κινηθώ λίγο πιο οργανωμένα  είχα απευθυνθεί σ’ έναν βλάκα που υποτίθεται ότι ήταν της δουλειάς,   μου έκανε ολόκληρο θέμα «που βρήκες το τηλέφωνο μου;»  «στον κατάλογο ρε φίλε» όταν τηλεφώνησα ξανά για να τον ψάξω  δεν υπήρχε το είχε εξαφανίσει, ποιος ξέρει τι φοβόταν,  με το που  έβγαλα το βιβλίο του το έτριψα στη μούρη  μια μέρα που τον πέτυχα σε μια καφετέρια.  Ευτυχώς, είχα βρει μια κοπέλα έξυπνη, την Ανθή, που μου είπε «άσε τους πάγκους και τις παρουσιάσεις,  όλα μέσα από το ιντερνέτ γίνονται,  πρέπει να φτιάξουμε λογαριασμό, μπλογκ, ιστότοπο, ένα σωρό πράγματα»   «οκ» είπα «μέσα μου,  ας κάνω κι αυτό ».  Το διαδίκτυο ήταν  μια εμπειρία λίγο τρομακτική, αν δεν ήταν το βιβλίο δε θα είχα ασχοληθεί,  μου την είχε δώσει που δεν έκανα φίλους κι έστελνα  αιτήματα σε όποιον έβρισκα μπροστά μου, έπιανα  κατεβατά τα  ονόματα κι έκανα αιτήματα,    φυσικά   με μπλοκάρισαν για δεκαπέντε μέρες και αυτό ήταν ένα ακόμα  σοκ.  Έκανα κοινοποιήσεις όπου να ναι  και μερικοί θύμωναν πολύ που πάτησα τα άγια εδάφη και τις αδιαφιλονίκητες περιοχές τους οπότε  ζητούσα συγνώμη όμως δε γινόταν,  έπρεπε να ξανοιχτώ,  να καταλάβω τι γίνεται.  

Τελικά, τα βιβλία έφτασαν σε πολλούς επώνυμους και κάμποσοι μου απάντησαν με γράμματα, κάποιοι μάλιστα με πήραν και τηλέφωνο, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Γιάννης Ξανθούλης,  ο Χριστιανόπουλος μου έστειλε μια μικρή επιστολή  «είστε καλός στην αφήγηση αλλά έχετε κάποιο πρόβλημα στην ανάπτυξη» κάτι τέτοιο έγραφε,  σιγά  μη δεν έβρισκε πρόβλημα  όμως όπως κι αν είχε  αυτή ήταν μια καλή περίοδος, συγγραφείς που γνώριζα κι άλλοι που μου ήταν άγνωστοι   έστελναν τα δικά τους βιβλία,  αφιερώσεις,  κάρτες,  έμπαινα σ’ έναν  χώρο που πάντα επιθυμούσα, ήταν ωραία…

Δέκα χρόνια  κατέγραφα ότι έβλεπα  γύρω μου,  έμαθα να δουλεύω στον υπολογιστή στην αρχή δεν ήξερα τίποτα, ρωτούσα τα παιδιά στα ίντερνετ καφέ για ένα σωρό πράγματα,  μερικά βοηθούσαν άλλα δεν είχαν καμιά όρεξη,  εκεί μέσα είχα γνωρίσει ένα σωρό κόσμο, άλλοι έπαιζαν παιχνίδια, άλλοι μιλούσαν ώρες ατελείωτες, πιτσιρικάδες έβριζαν ασύστολα παίζοντας. Όταν  είπα σε κάποια ότι  της έστελνα   κείμενα  από τα μαγαζιά έπαθε πλάκα «από τα ίντερνετ καφέ γράφεις;» με ρώτησε. Τότε δεν είχα υπολογιστή,  ούτε είχα σκεφτεί ότι κάποτε θα έγραφα από  το σπίτι, μου πήρε καιρό όλο  αυτό. Πέρασα από πολλές φάσεις, στην αρχή έγραφα πολύ, ήμουν λίγο φλύαρος, είχα μαζέψει ένα  σωρό πράγματα μέσα μου,  δεν ήταν όλα καλά,  τώρα που τα ξαναβλέπω δε μ’  αρέσουν όλα,  υπάρχουν όμως κάποια πολύ ωραία που τα είχα ξεχάσει,  εντύπωση μου κάνουν  οι αναφορές που έκανα από ένα σωρό βιβλία: την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τον Ηρόδοτο, τον Αρριανό,  τη Βίβλο κι από άλλα βιβλία που δεν τα θυμόμουν.  Αρκετά  κομμάτια θέλουν βελτίωση, συμπλήρωμα, ολοκλήρωση, τα έβαλα στην άκρη να τα τελειώσω κάποια στιγμή, είναι κρίμα να μείνουν έτσι όμως θα πρέπει να περιμένουν σαν τα αγάλματα που τα βάζεις στην άκρη για να τα σκαλίσεις  κάποια  στιγμή, ελπίζω να μη μείνουν έτσι κομματιασμένα.

 Οι φίλοι μου λέγανε  «τι θα τα κάνεις όλα αυτά, πότε θα τα βγάλεις;» τώρα ένιωσα ότι η ήρθε η ώρα να το κάνω. Πέρασαν δέκα χρόνια σχεδόν για να αποφασίσω   κι αυτή τη φορά δεν έχω  εκείνο το άγχος, ξέρω  πλέον τι γίνεται, έχω καταλάβει , έχω  βρει κάποιες άκρες αλίμονο  αν δεν έβρισκα. Κι έτσι  έπιασα πάλι να διαβάσω τα κείμενα που κατέγραφα και χάθηκα μέσα στις ιστορίες, μερικές είναι  πολύ προσωπικές, πολύ ιδιαίτερες, θέλω ακόμα λίγο καιρό να τις αφήσω να παλιώσουν πριν βγουν στην επιφάνεια, άλλες πάλι είναι πολύ ωραίες, ιστορίες για σκυλιά που έτρεχαν στην παραλία της Αγγλίας, στο Κάρντιφ, όταν είχαμε πάει εκεί πάνω - πολύ λάσπη ρε φίλε, καμιά σχέση με τις δικές μας - ιστορίες για μοναχούς αγιοταφίτες, για ινδιάνους που φορούσαν περικνημίδες,  ιστορίες ένα σωρό.  

Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2021

ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ

 

«Έχετε πολύ ιδιαίτερο χέρι…» του είπε εκείνη η γυναίκα μια μέρα που έκαναν χειραψία σε κάποιο σούπερ μάρκετ της Αυστραλίας, «…γιατί δεν ασχολείστε με την μυοπαθητική, έχουμε ένα σεμινάριο το σαββατοκύριακο, θα θέλατε να πάρετε μέρος;» Από κει είχαν ξεκινήσει όλα, ούτε που είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του ότι θα μπορούσε να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο , αυτός είχε μπει στο πανεπιστήμιο επειδή τον ενδιέφερε η ψυχολογία, νόμιζε ότι αυτό ήθελε να κάνει στη ζωή του όμως μετά από κείνο το σεμινάριο όλα άλλαξαν. Το έψαξε λίγο, μίλησε με κάποιους ειδικούς και διαπίστωσε ότι το είχε, το χέρι του ήταν πράγματι πολύ δυνατό, το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του που έκανε τις πιο βαριές δουλειές όταν είχε έρθει μετανάστης εκεί κάτω και τον είχαν ξεζουμίσει. Όμως δεν ήταν μονάχα η δύναμη, είχε και το χάρισμα να νιώθει τους παλμούς των μυών, μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε κάτω από το δέρμα πιέζοντας εκεί που έπρεπε όσο έπρεπε, θέλει καλό ένστικτο για να το πετύχεις κι ύστερα πρέπει να προσέχεις τη σπονδυλική στήλη που είναι το πιο επικίνδυνο σημείο, ένας καθηγητής που τον είχε αναλάβει του είπε ότι αυτό ήταν πολύ σπάνιο, ήταν μια ικανότητα που είχαν οι παλιοί θεραπευτές οι οποίοι γιάτρευαν τους ανθρώπους της φυλής όταν είχαν κάποιο πρόβλημα και τους θεωρούσουν μάγους και προφήτες, αυτό του είχε αρέσει πολύ.


Αφού τέλειωσε τις σπουδές του άρχισε να δουλεύει με μεγάλη επιτυχία ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να μελετά την μυοπαθητική και είχε ξεκινήσει το μεταπτυχιακό του που είχε σχέση με την πνευματική διάσταση της λειτουργίας των μυών, τον ενδιέφερε πολύ αυτή η σύνδεση. Ένα καλοκαίρι ήρθε στην Ελλάδα και κάποιους φίλος του είπε για το Άγιο Όρος, πάντα είχε αναζητήσεις μεταφυσικές κι ασχολούταν με τη θρησκεία έτσι αποφάσισε να πάει μια επίσκεψη μοναχός του. Δεν ήξερε κανέναν εκεί πέρα κι όπως τριγυρνούσε στα βουνά ο δρόμος τον έβγαλε σε κάποιο μοναστήρι. Ο καλόγερος εκεί πέρα του είπε «κάθισε λίγο εδώ και μετά συνεχίζεις παρακάτω» «τι εννοείτε;» «ε να, μένεις εδώ λίγο κι έπειτα συνεχίζεις, πας αλλού, πιο κάτω» του τη βάρεσε εκείνη η κουβέντα αλλά είπε να μη μιλήσει. Ένα παπαδάκι του έδειξε ένα δωμάτιο και τον ρώτησε τι δουλειά κάνει, του είπε ότι είναι φυσιοθεραπευτής, κι όπως έκαναν όλοι οι επισκέπτες εκεί πέρα κρέμασε ένα ταμπελάκι έξω από την πόρτα με την ιδιότητα του μήπως τον χρειαστεί κάποιος. Σε λίγο ήρθε ένας μοναχός και του είπε ότι έχει έναν πόνο στο λαιμό που δεν τον άφηνε να κοιμηθεί όλη νύχτα, ούτε να στραφεί προς τα πίσω σα να ήταν λύκος, «Πως είναι το όνομα σου:» τον ρώτησε «Λουκάς» απάντησε ο καλόγερος «Ά, Λουκάς όπως ο Άγιος εδώ» είπε αυτός και του έδειξε μια εικονίτσα με τον Άγιο Λουκά τον Ιατρό, τον ρώσο επίσκοπο που ήταν και χειρουργός, ο καλόγερος έπεσε στα πόδια του κι άρχισε να κλαίει «πόσα βράδια δεν προσευχήθηκα στον Άγιο Λουκά να μου στείλει κάποιον για να μ’ απαλλάξει από τους πόνους που με βασανίζουν κι εκείνος το κανε το θαύμα, έστειλε εσένα να με γλυτώσεις » -«Σήκω πάνω του είπε, έλα να σε δω λίγο».

Του έκανε αλλεπάλληλες εντριβές γιατί ήταν πολύ πιασμένος, μπορούσε να νιώσει τη φλεγμονή στο σβέρκο του που κοκκίνιζε σ’ ένα σημείο πίσω απ το αυτί καθώς πίεζε μαλακά, χρειαζόταν προσοχή όμως μετά από λίγο, ο μοναχός ένιωθε πολύ καλά, μπορούσε επιτέλους να γυρίσει το κεφάλι του, ήταν τόσο χαρούμενος που το διέδωσε παντού, έγινε σούσουρο και τη μέρα που ήταν να φύγει δεν τον άφηναν με τίποτα, «Θα μείνεις εδώ!» του είπαν «δεν πρόκειται να σ’ αφήσουμε» κι εκείνος δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Όλοι εκεί πέρα είχαν κάποιο πρόβλημα από τις υγρασίες και τη δύσκολη ζωή, άλλος το πόδι, άλλος το χέρι, άλλος τη μέση, άλλος τα πλευρά του, όλοι υπέφεραν από κάτι και ήθελαν μια φροντίδα, έναν άνθρωπο να σκύψει πάνω τους και να νοιαστεί λίγο γι αυτούς. Έστησε ένα πρόχειρο τραπέζι φυσιοθεραπευτή σ’ ένα κελί με θέα κατά τη θάλασσα κι από νωρίς έπιανε να τους κάνει εντριβές και μασάζ, τελείωνε αργά το απόγευμα, τα χέρια του είχαν πιαστεί κι έπρεπε να κάνει κάτι ασκήσεις που είχε μάθει κάτω στην Αυστραλία για να χαλαρώνει. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για προφυλάξεις το σώμα σου κι ήταν κάτι που αγνοούσαν οι άνθρωποι της υπαίθρου οι οποίοι έκαναν βαριές χειρωνακτικές δουλειές κι εμφάνιζαν παραμορφώσεις στο σώμα τους μετά από χρόνια. Όπως είχε μάθει βέβαια στη σχολή από έναν γέρο καθηγητή, κι εκείνοι είχαν βρει τα δικά τους σοφίσματα για να χαλαρώνουν τους ταλαιπωρημένους μύες, έτριβαν ο ένας τον άλλον, χρησιμοποιούσαν οινόπνευμα ή πετρέλαιο για τις μαλάξεις, τα κρυολογήματα και τις ασθένειες, γνώριζαν βότανα και φίλτρα που βοηθούσαν το σώμα να επανέλθει, ήξεραν να παίρνουν βεντούζες, μια τεχνική που βοηθούσε πολύ τα κουρασμένα κορμιά. Όλα αυτά βοηθούσαν τον οργανισμό να επανέλθει μετά από μια κοπιαστική μέρα όμως είχαν χαθεί με τα χρόνια καθώς είχαν βγει τα χάπια και τα μηχανήματα, οι φαρμακοποιοί στα χωριά μπούκωναν τον κόσμο με συνταγές κι είχαν γίνει εκατομμυριούχοι ενώ ο κόσμος ζητούσε αξονικές τομογραφίες, εξετάσεις περίεργες κι άλλα τέτοια περίπλοκα όμως τι να σου κάνει το μηχάνημα αν ο γιατρός είναι άσχετος και δεν νιώθει, μη ξεχνάς ότι στην αρχαιότητα υπήρχαν γιατροί περίφημοι, ο Ασκληπιός, ο Γαληνός, που είχαν ελάχιστα στη διάθεση τους κι όμως έκαναν θαύματα, πως τα κατάφερναν, ασφαλώς είχαν την πείρα και τη φύση για οδηγό όμως όλη εκείνη η σοφία είχε χαθεί καθώς οι γέροι που ήξεραν τα μυστικά πέθαιναν κι οι νέοι δε νοιάζονταν για όλα τούτα…

Αφού έκανε τις μυοχαλαρωτικές του ασκήσεις πλέκοντας τα δάχτυλα πίσω από την πλάτη καθώς τέντωνε το σώμα κι έπαιρνε βαθιές αναπνοές, κοιμόταν κάνα δύο ώρες στο καλύτερο δωμάτιο του μοναστηριού που του είχαν παραχωρήσει και μετά έπιανε το διάβασμα. Είχε βρει τη χαρά του, εκεί τέλειωσε το μεταπτυχιακό του καθώς του είχαν παραχωρήσει και τη βιβλιοθήκη του μοναστηριού κι είχε ησυχία άφθονη. Σκαλίζοντας τους παλιούς τόμους έβρισκε ένα σωρό ενδιαφέροντα βιβλία, ανακάλυπτε χωρία που μιλούσαν για την σχέση του σώματος με την ψυχή, ένα θέμα που τον απασχολούσε από καιρό. Αυτή η σχέση βασάνιζε το μυαλό του για καιρό, έψαχνε εκείνη την εσωτερική δύναμη που χρειάζεται ο άνθρωπος για να ξεπεράσει την αρρώστια και τους πόνους όμως τούτη η εσωτερική ενέργεια είχε χαθεί μέσα στο χάος των τεχνολογικών εξελίξεων και του υλιστικού τρόπου ζωής που σε κάνει να χάνεις την μπάλα, να μη ξέρεις τι θέλεις και να βολοδέρνεις μέσα σε ανούσια πράγματα. Αυτή η πλευρά η υπερβατική, η μεταφυσική, του άρεσε πάντα, στην Αυστραλία είχε μελετήσει το βουδισμό με τις μετεμψυχώσεις του τις αλλεπάλληλες και του φάνηκε κατώτερη θρησκεία, ήταν σαν να βασίζονταν σ’ ένα πνεύμα υπέρτατο που μετακυλίονταν από τον έναν στον άλλον, αυτό του φάνηκε ότι έκανε το θεό κάτι τετριμμένο, εδώ στο Όρος οι καλόγεροι ήταν πιο προσιτοί, η πίστη και η παράδοση τους βρίσκονταν   πιο κοντά στον τρόπο που σκέφτονταν, ένιωθε ότι ανακάλυπτε ένα μονοπάτι.

Ένα βράδυ όπως σκάλιζε τα βιβλία στα σκονισμένα ράφια, έπεσε πάνω σ’ ένα μικρό τόμο που δεν είχε ξαναδεί, παρόλο που φαίνονταν πολύ παλιός τα γράμματα ξεχώριζαν καθαρά, στην αρχή δεν έβγαζε άκρη όμως ύστερα σα να συνέβη κάτι παράξενο, άρχισε να τα καταλαβαίνει όλα, ήταν σα να φωτίστηκε. Το βιβλίο μιλούσε για κάποιον γιατρό που είχε βρεθεί σ’ ένα μέρος, σε μια πόλη όπου ο κόσμος πέθαινε από μια αρρώστια ανεξήγητη κι όλοι έπεφταν πάνω του να τους σώσει. Ο γιατρός είχε καταγράψει όλα όσα έβλεπε πολύ αναλυτικά, πολύ προσεκτικά, σαν να κρατούσε κάποιο αρχείο με τα συμπτώματα που εμφάνιζαν οι άνθρωποι, για τις αλλαγές των εποχών που επηρέαζαν την πορεία της αρρώστιας τους και για την εξέλιξη της που τις περισσότερες φορές οδηγούσε στο θάνατο. Ποιος ήταν εκείνος ο αρχαίος γιατρός και πως δεν του είχαν πει τίποτα στη σχολή τόσα χρόνια, είχε ακούσει βέβαια το όνομα του αλλά δεν ήξερε ότι είχε γράψει ένα τέτοιο βιβλίο, ήταν πολύ παράξενο, καθόταν εκεί διαβάζοντας πολύ ώρα κι έμοιαζε σαν ο χρόνος να είχε σταματήσει, σαν να είχε μεταφερθεί και να ζούσε σε μια άλλη εποχή, μακρινή, όταν οι άνθρωποι βρίσκονταν στο έλεος της φύσης κι έβλεπαν πίσω από τα δεινά τους τα κακά πνεύματα και τις μοχθηρές θεότητες που τους καταδίωκαν.

Κάποιες φράσεις του έκαναν μεγάλη εντύπωση κι ήθελε να τις αντιγράψει, έλεγαν περίπου τα εξής : «Το άτομο στο οποίο με οδήγησε ο Κυνίσκος έμενε κοντά στο σπίτι του σιτοφύλακα- έχει πόδια ζεστά και ρίγη- είτε γίνει διαπύηση είτε όχι θα πεθάνει- πέθανε μετά είκοσι μέρες κατά την ανατολή του Αρκτούρου ». Τι σήμαιναν εκείνες οι φράσεις, ποιος ήταν ο Κυνίσκος, ποια ήταν εκείνη η πόλη που είχε πάει ο γιατρός, ποιος τον είχε καλέσει, ποιοι ήταν εκείνοι οι άνθρωποι που ασθενούσαν, ποια περίοδο σηματοδοτούσε η ανατολή του Αρκτούρου; Ενα σωρό ερωτήματα στροβιλίζονταν στο μυαλό του, καθώς ξεφύλλιζε το αρχαίο βιβλίο κι όταν έφτασε στην τελευταία σελίδα είδε ότι κάποιος είχε σημειώσει στο περιθώριο με μολύβι : «…ακατανόητο κείμενο, αδύνατο να εξηγηθεί» Να λοιπόν που κι άλλος είχε τις ίδιες απορίες «ποιος να ήταν άραγε;» σκέφτηκε φωναχτά κοιτάζοντας κατά τη θάλασσα που φωτίζονταν από λάμψεις ξαφνικές, έξω φυσούσε δυνατά κι ακούγονταν κεραυνοί που έκαναν τα τζάμια να τρίζουν.


Χωρίς να το καταλάβει έγειρε το κεφάλι πάνω στο τραπέζι κι αποκοιμήθηκε για λίγα λεπτά, σ’ ένα όνειρο που είδε αμέσως μόλις έκλεισε τα μάτια κάποιος άνθρωπος με άσπρη στολή που φαινόταν ακμαίος παρά τη λευκή γενειάδα του, εμφανίστηκε μπροστά του τυλιγμένος στους ατμούς σα να έβγαινε από κάποιο λουτρό, και του είπε : «γιατρέ σήκω, ξεκινά ο όρθρος, όλοι κάτω στην εκκλησία σε περιμένουν !»







 

 



Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ

  


Από κει φαινόταν μια θέα φοβερή κάτω στη θάλασσα και τα νησιά, καράβια γλιστρούσαν πάνω στο νερό φτιάχνοντας αυλάκια στην επιφάνεια καθώς κουβαλούσαν κόσμο σε δυο νησιά που αχνοφαίνονταν στο βάθος. Στέκονταν στο μπαλκόνι του τσιμεντένιου κτηρίου που χτιζόταν κάποτε και τώρα το είχαν παρατήσει, γύρω του έχασκαν κολώνες χωρίς τοίχους ενώ αυτός άκουγε μια μουσική που έπαιζε στο ράδιο, χαλάρωσε λίγο κι εκεί άρχισε να ξαναβρίσκει τον εαυτό του βάζοντας σε τάξη τις σκέψεις του, μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει πλέον το μέλλον κι όλα τα ενδεχόμενα που κρύβονταν μέσα του…

Και το ήξερε ότι έτσι θα γινόταν, χρειάζονταν ένα διάλειμμα, μια παύση, μια ανάσα να ξελαμπικάρει και να σκεφτεί λίγο με καθαρό μυαλό, αν ο φίλος του δεν ερχόταν θα ξεκινούσε μόνος του, ήταν αποφασισμένος να φύγει απ’ την πόλη ότι και να γίνονταν αλλά έτσι όπως είχε γίνει τελικά ήταν πολύ καλύτερα. Αν και δεν είχαν ταξιδέψει ξανά μαζί ο άλλος είχε κέφια κι αποδείχτηκε μια χαρά συντροφιά, σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσαν για το εμβόλιο, ο φίλος του οδηγούσε πολύ γρήγορα κι όλη την ώρα φώναζε γιατί είχαν τα παράθυρα ανοιχτά, ήταν φανατικός κατά του εμβολίου και δε μπορούσες να βρεις άκρη, άμα έπαιρνε φόρα δε σταματούσε, σου μιλώ για πώρωση μεγάλη, έχανε τη μπάλα. Τον άφηνε να φωνάζει γιατί έτσι ήταν απασχολημένος και δε βαριόταν τη διαδρομή, ο αέρας έμπαινε με ορμή γι αυτό είχε βάλει μια πετσέτα γύρω από το λαιμό μη τον χτυπήσει το ρεύμα και του αφήσει κανένα πρόβλημα, ο ώμος του πονούσε από τα ρεύματα όλο το χειμώνα κι είχε ορκιστεί να προσέχει.

Κοιτάζοντας έξω έβλεπε μπόλικο πράσινο, δέντρα, θάμνους, χωράφια, στην πόλη η τηλεόραση έδειχνε φωτιές και καταστροφές όλη την ώρα, είχες την αίσθηση ότι όλη η χώρα καιγόταν, του έκανε λοιπόν εντύπωση όταν είδε ότι δεν ήταν έτσι, δεν καίγονταν τα πάντα, εδώ πέρα αναπαύονταν το μάτι σου κι ούτε καπνοί ούτε τίποτα, στην πόλη με την τηλεόραση χάνεις τη μπάλα και την επαφή με την πραγματικότητα γι αυτό ήθελε να φεύγει, να μη μένει εκεί πέρα κλεισμένος, να βγαίνει από το κλουβί…

Προορισμός τους ήταν ένας άλλος φίλος που είχε γίνει όχι ακριβώς παπάς αλλά κάτι σαν καλόγερος σ’ ένα μοναστήρι παλιό που το ανακαίνιζε όλη την ώρα. Τους είχε καλέσει στο σπίτι των γονιών του όπου θα τους έκανε το τραπέζι, αυτός τα ήξερε τα μέρη εκείνα γιατί εκεί κοντά είχε γεννηθεί και μεγαλώσει οπότε ήταν μια καλή ευκαιρία να δει τα πάτρια εδάφη. Ο άλλος ήθελε να κολυμπήσει λίγο έτσι σταμάτησαν σε μια παραλία όπου βούτηξαν στη θάλασσα. Εκείνου δεν του άρεσε να κολυμπά όμως τώρα του φάνηκε ωραία, δεν είχε πολύ κόσμο και τα νερά ήταν καθαρά, εκεί στη θάλασσα συνέχισαν να μιλούν για τα εμβόλια μόνο που ο άλλος είχε ηρεμήσει τώρα και μιλούσε χωρίς να φωνάζει «σ’ άφησα να φωνάζεις γιατί ξέρω ότι παθιάζεσαι» του είπε κι ο άλλος χαμογέλασε. Μιλούσαν εκεί κάμποση ώρα δυνατά κι όσοι κολυμπούσαν από δίπλα κοίταζαν περίεργα αλλά δεν τους ένοιαζε, μετά τα εμβόλια είχαν πιάσει κουβέντα για τα χωριά τους, εκεί που είχαν μάθει να κολυμπούν στα ποτάμια δίπλα στα καρπούζια που έριχναν στο νερό οι χωρικοί για να παγώσουν. Αφού βούτηξαν μια φορά στα βαθιά πήραν ξανά το αυτοκίνητο και συνέχισαν τη πορεία τους.

Το πατρικό του παπά βρισκόταν στην άκρη ενός χωριού, για να φτάσεις στο σπίτι ανέβαινες ένα λοφάκι απ’ όπου έβλεπες κάτω τη θάλασσα, δίπλα στο σπίτι υπήρχε ένα άλλο κτίσμα ημιτελές που κάποτε είχαν σηκώσει αλλά τώρα για κάποιο λόγο το είχαν εγκαταλείψει και μόνο οι κολόνες του έχασκαν εκεί ψηλά σα να ατένιζαν κάτω τη θέα. Ο παπάς που ήταν περίπου τριάντα χρονών αλλά φαίνονταν μεγαλύτερος, τους περίμενε στην είσοδο της αυλής όπου τους υποδέχτηκε κι άρχισε να τους δείχνει τα κατατόπια , «εδώ ήταν οι στάβλοι των παππούδων» τους εξήγησε δείχνοντας κάτι κρίκους όπου έδεναν τα ζώα « κι εδώ είναι τα καινούρια δωμάτια που έφτιαξε ο πατέρας μου». Ο πατέρας του ήταν σίγουρα μερακλής γιατί είχε φτιάξει ένα χώρο όμορφο, οι κάμαρες εκεί πέρα ήταν δροσερές από ένα τεράστιο κλιματιστικό που βούιζε κι εκείνος έκατσε σ’ ένα σημείο στο βάθος του δωματίου όπου δεν τον χτυπούσε το ρεύμα. «Εδώ είναι οι τηλεοράσεις μου» είπε ο πατέρας του παπά, ένας γεροδεμένος άντρας κοντά στα πενήντα, αφού τους έσφιξε το χέρι και συστήθηκε, «εδώ κάθομαι και βλέπω όλα τα αθλητικά, δε χάνω τίποτα, παλιά έπαιζα μπάλα, τώρα το χω κόψει αλλά μ’ αρέσει να παρακολουθώ όλα τα αθλήματα» .

Ο τύπος ήταν πολύ συμπαθητικός και χαμογελούσε όλη την ώρα βοηθώντας τη γυναίκα του που ετοίμαζε τα φαγητά, «καλά περνούν εδώ» σκέφτηκε αυτός γέρνοντας πίσω στον καναπέ που ήταν πολύ άνετος, πολύ ωραία τα είχε φτιάξει όλα ο τύπος, και το σπίτι και την οικογένεια του, γερός να ήταν για να μπορούσε να τα χαρεί . «Έχετε κλιματισμό στο αμάξι;» τους ρώτησε κι όταν του απάντησαν αρνητικά χαμογέλασε, «κατάλαβα, μπαίνει ζεστός αέρας από τη μια και βγαίνει καυτός από την άλλη!» - «εντάξει είναι, κανένα πρόβλημα, το συνηθίζεις » είπε αυτός που το μόνο που τον ένοιαζε κείνη τη μέρα ήταν να φύγει από την πόλη. Βυθίστηκε στον καναπέ καθώς όλα γύρω τον βοηθούσαν να ξεχαστεί, να ηρεμήσει , εκεί πέρα ο χρόνος αποκτούσε άλλη έννοια, στην επαρχία όλα κυλούν πιο αργά, οι ρυθμοί είναι πιο ανθρώπινοι, από την άλλη αυτό το αργό πολλές φορές του έσπαγε τα νεύρα, δεν μπορούσε, βαριόταν απίστευτα, ήθελε δράση, κίνηση, να τρέξει λίγο, όμως κι η πόλη τον είχε φέρει στα όρια του ιδίως το πληκτικό της τοπίο με το ατέλειωτο τσιμέντο και την άσφαλτο που άναβε τα καλοκαίρια , βρισκόταν σε μια σύγχυση…

Αφού μίλησαν λίγο καθίσανε στο τραπέζι κι ο παπάς είπε μια προσευχή που του φάνηκε πολύ μεγάλη , επειδή ήταν παραμονές του δεκαπενταύγουστου όλα ήταν νηστίσιμα αλλά πολύ νόστιμα, κάτι ρεβίθια χωρίς λάδι αλλά πολύ ωραία, κάτι κολοκύθια ψητά στη σχάρα με μια σος περίεργη, κάτι ζυμαρικά σαλάτα, ένα ψωμί που είχαν ψήσει στον πέτρινο φούρνο τους. Έφαγαν με όρεξη κι ύστερα τους έβγαλαν καρπούζι και πεπόνι που ήταν πολύ δροσερά, αφού τέλειωσαν με τα φρούτα κάθισαν να δουν τους ολυμπιακούς αγώνες που έδειχναν οι δυο τηλεοράσεις, είχε ηρεμήσει κανονικά όμως μέσα του έβραζε καθώς πίσω του είχε αφήσει υποθέσεις ανοιχτές που έπρεπε να τις κλείσει , άλλωστε χρειαζόταν ένα διάλλειμα όχι κάτι παραπάνω, το μυαλό του ήταν σ’ αυτά που τον περίμεναν πίσω στην πόλη.

Όπως μιλούσαν τους ρώτησε για κάποιον που ήξερε ότι ζούσε σ’ εκείνο το χωριό «ήταν φίλος του παππού μου» τους εξήγησε «είχαν πολεμήσει μαζί στην Αλβανία, εκεί γνωρίστηκαν, όταν κατέρρευσε ο στρατός γύρισαν μαζί, κοιμήθηκαν τρεις νύχτες στα βουνά, στη Βάλια Κάλντα κοντά στο Μέτσοβο, έκανε τόσο κρύο που μια νύχτα ο παππούς μου δεν άντεχε, τότε ο φίλος του έστρωσε ένα μεγάλο πουρνάρι στο χιόνι και μετά κοιμήθηκε πάνω του για να τον γλυτώσει από την παγωνιά» - « κατάλαβα ποιον λες» είπε ο πατέρας του παπά «δε ζει πια, ο εγγονός του που είναι μεγάλος πια έχει τ’ όνομα του»...

Όλα πήγαιναν πρίμα κι αυτός σκεφτόταν ότι η ιδέα για κείνη την εκδρομή ήταν πολύ πετυχημένη όταν, χωρίς να το καταλάβουν, η συζήτηση γύρισε πάλι στα εμβόλια που όλη η οικογένεια εκτός από τον πατέρα, δεν ήθελε να τα κάνει. Η κουβέντα όσο πήγαινε άναβε κι ο παπάς εκεί που ήταν ήσυχος άρχισε να φωνάζει και να κοκκινίζει, η αλήθεια ήταν ότι δεν τον ήξερε πολύ καλά, πιο πολύ ο φίλος του είχε πάρε δώσε μα ζί του και τώρα προσπαθούσε να τον ηρεμήσει, εκείνος δεν ήθελε να του πάει κόντρα όμως ο παπάς είχε πάρει φόρα, μιλούσε θεολογικά, μετά το γύριζε στα νομικά, ύστερα στα ιατρικά, πετούσε συνέχεια αποσπάσματα από βιβλία εκκλησιαστικά και κείμενα πατερικά που δεν είχαν καμιά αξία αλλά έκαναν εντύπωση αν δεν ήξερες, έλεγε ένα σωρό βλακείες και λίγο - λίγο πιάστηκαν εκεί πέρα άγρια. Του παπά άρχισαν να του ξεφεύγουν κάτι κουβέντες , «είσαι ανόητος, αδαής, ανοικτίρμων, το εμβόλιο είναι ο προάγγελος της αποκάλυψης, δε βλέπεις τα σημεία των καιρών ! ». Τον κοιτούσε εκεί πέρα και σκεφτόταν αν έπρεπε να πιαστεί μαζί του, φιλοξενούνταν εκεί πέρα κι έπρεπε να δείξουν σεβασμό «πάτερ με όλη την εκτίμηση, εγώ δε χρησιμοποίησα τέτοιους χαρακτηρισμούς, θα έπρεπε να είστε πιο προσεκτικός, δεν τιμάτε το σχήμα σας, υποτίθεται ότι υπηρετείτε μια θρησκεία της αγάπης και εσείς ξεχειλίζετε από φανατισμό και μισαλλοδοξία » του είπε κι εκείνος σταμάτησε απότομα σα να τον χτύπησε κάτι.

Κανείς δε μιλούσε και μια παγωμάρα απλώθηκε, η μητέρα του παπά σηκώθηκε να μαζέψει τα πιάτα κι ο πατέρας του άρχισε ν’ αλλάζει τα κανάλια για να καλύψει την αμηχανία του.Ο παπάς σαν να μετάνιωσε που είχε ξεφύγει έγειρε πίσω στη θέση του αναστενάζοντας κι αυτός για να του δώσει χώρο και χρόνο είπε ότι ήθελε να περπατήσει λίγο και τράβηξε κατά την κορυφή του μικρού λόφου, όταν έφτασε στο εγκαταλειμμένο κτίριο είδε ότι πίσω του ερχόταν ο πατέρας του παπά, σκαρφάλωσαν μαζί τις τσιμεντένιες σκάλες κι από το μπαλκόνι που είχε μείνει στα μπετά αντίκρισαν τη φοβερή θέα κάτω στη θάλασσα. «Εδώ πέρα ήθελαν κάποτε να φτιάξουν το καλύτερο γηροκομείο της περιοχής…» είπε ο πατέρας του παπά « η μητρόπολη θα το διαχειρίζονταν και περίμεναν να μαζέψουν τους πιο πλούσιους αλλά ο δεσπότης που ήταν πολύ ανοιχτομάτης έπαθε ανακοπή μια μέρα που κολυμπούσε στην πισίνα του κι έτσι όλα έμειναν στη μέση, άμα ζούσε ο δεσπότης ο γιος μου θα ήταν τώρα διευθυντής εδώ πέρα αλλά δε βαριέσαι, ίσως έτσι να είναι καλύτερα»

Δεν μπορούσε να μη παραδεχτεί τη σοφία του ανθρώπου που είχε τόσο καλά φτιάξει τη ζωή του, για κάμποσα λεπτά δε μίλησαν μόνο κοίταζαν κάτω το πέλαγος που απλώνονταν και τα καράβια που σεργιάνιζαν πηγαίνοντας από το ένα νησί στο άλλο. «Πόσο γεροί ήταν οι άνθρωποι τότε…» ακούστηκε σιγανά ο πατέρας του παπά «…κοιμόταν μες τα χιόνια κι άντεχαν»- «Ναι..» είπε αυτός «…ήταν πολύ δυνατοί, συγνώμη που μίλησα έτσι στο γιο σας» συμπλήρωσε κι ο άλλος χαμογέλασε κατά πως το χε συνήθειο, «δεν πειράζει, του χρειάζεται, εγώ του μιλώ πολύ χειρότερα…»

Όπως έφευγαν ο παπάς μιλούσε με τον άλλον και μόνο την ώρα που αυτός έμπαινε στο αμάξι τον κοίταξε μια στιγμή και τον ξεπροβόδισε. Βγαίνοντας από το χωριό έψαχναν για βενζινάδικο όμως δεν μπορούσαν να βρουν πουθενά κι ούτε υπήρχε κανείς να τους δείξει που να πάνε, τελικά βρήκαν ένα μισοεγκαταλειμμένο , γέμισαν το ντεπόζιτο κι από κάτι χωματόδρομους βγήκαν τελικά στο μεγάλο δρόμο, είχε περάσει πια το μεσημέρι αλλά ο ήλιος χτυπούσε με μανία τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου που είχαν πάρει φωτιά, το αμάξι κατάπινε τα χιλιόμετρα σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από τον καύσωνα ενώ ο αέρας έμπαινε με μανία απ όλες τις μεριές . 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...