Τρίτη 20 Ιουλίου 2021

ΣΤΗ ΡΩΜΗ

 

Στη Ρώμη έκανε πολύ ζέστη, υπερβολική,  η πόλη ήταν τεράστια, απλωμένη  και του έκανε εντύπωση το ποτάμι που τη διέσχιζε,  στην Ελλάδα δεν έβρισκες κάτι τέτοιο, ένα τόσο  μεγάλο ποτάμι να περνά μέσα από  μια πόλη,  αυτό ήταν το πιο εντυπωσιακό,  το παιδί που τους ξεναγούσε κι έμενε εκεί πέρα τους είπε ότι το χειμώνα φούσκωνε και γινόταν τεράστιο,  τα νερά του έφταναν σχεδόν μέχρι το ύψος του δρόμου, ήταν φοβερό θέαμα . Περνώντας μια παλιά πέτρινη γέφυρα βρέθηκαν σε μια εκκλησία  που είχε τα  λείψανα του αγίου Βαρθολομαίου,  ήταν ένα μεγάλο κτίριο δίπλα στο ποτάμι, τον Τίβερη,  αυτές λοιπόν ήσαν οι εκκλησίες των καθολικών,  τεράστιες κολώνες υψώνονταν από τις δυο μεριές,  ένιωθες ότι εκεί πέρα είχε πέσει πολύ χρήμα κι έπρεπε να ψάξεις  για να βρεις το στοιχείο το θρησκευτικό .

Το Πάνθεον του φάνηκε  κι εκείνο υπερβολικό , απίστευτο,  πόση πέτρα είχαν ρίξει εκεί πέρα,  βέβαια μη ξεχνάς  ότι η πόλη  ήταν το κέντρο της αυτοκρατορίας,  όλα τα πλούτη του κόσμου εκεί μαζεύονταν,  όλοι οι τεχνίτες της οικουμένης εκεί δούλευαν,  ήταν φυσικό λοιπόν. Από το αεροπλάνο είχε δει  και το Κολοσσαίο,  αμέσως το αναγνώρισε καθώς το σκάφος έγερνε  για να προσγειωθεί,   από κοντά είδε και τις θέρμες,  τα λουτρά δηλαδή του Καρακάλα,  ήταν κι αυτά τεράστια,  απίστευτοι όγκοι,  και τα τείχη στην είσοδο της πόλης πελώρια κι εκείνα, καμιά σχέση με τα ελληνικά,  αυτά εδώ ήταν  έξω από κάθε μέτρο όμως και πάλι εδώ ήταν κάποτε η πρωτεύουσα όλου  του κόσμου,  έπρεπε λοιπόν με κάποιον τρόπο να το δείξει .

Κοντά στο μεσημέρι είχαν ξεκινήσει την περιοδεία, περπάτησαν  κάμποσο όταν άρχισε να του τη δίνει  κι αρνήθηκε να προχωρήσει παραπέρα, η ζέστη ήταν πολύ σπαστική  και δεν καταλάβαινε γιατί  έπρεπε να τυραννιέται μέσα στα στενά που έβραζαν ή να κάθεσαι στα τραπέζια με τους τουρίστες που έτρωγαν  με τον ιδρώτα να τρέχει στα πρόσωπα τους. Δεν πήγαινε στο διάβολο,   είχε ξεποδαριαστεί,  θα τα έβλεπε μια άλλη φορά,  δεν είχε καμιά όρεξη,  κάθισε λοιπόν εκεί σ’ έναν πέτρινο τοίχο   βλέποντας δυο μικρά κοριτσάκια που έβαζαν το κεφάλι κάτω από μια βρύση και γίνονταν μούσκεμα για να δροσιστούν.

Οι άλλοι είχαν σκάσει μαζί του,  «Κάτσε δω και μη κουνηθείς μέχρι να γυρίσουμε!» του είπαν επιτακτικά επειδή φοβούνταν μη τον χάσουν  κι αυτός συμφώνησε,  δεν ήθελε  να τους χαλάσει τη φάση,  «Θα πάμε στη Φοντάνα  ντι Τρέβι να βγούμε φωτογραφίες και να φάμε παγωτό!» -  «Εντάξει παιδιά!» τους είπε  και δεν είχε κανένα θέμα, άλλωστε  την είχε πατήσει και στο Λονδίνο όπου όλοι λέγανε  «Θα δεις πράγματα που δε θα τα χορταίνεις!» κι αυτός μετά από λίγο είχε βαρεθεί τη ζωή του, το  μουσείο με τα αγάλματα και τους πίνακες δεν του έλεγε τίποτα,  μα τι βλακεία,  τι τα είχαν μαζέψει όλα εκεί πέρα, ήθελε να σηκωθεί και να εξαφανιστεί όπως ήταν,  οι άλλοι που ήταν  πιο νορμάλ είχαν γίνει έξαλλοι «Μα τι σπαστικός είσαι ρε παιδάκι μου! Δε σε ξαναπαίρνουμε μαζί μας!»  πραγματικά,  άμα του καρφώνονταν μια ιδέα μπορούσε να χαλάσει τον κόσμο.

Βρήκε ένα μεγάλο κτίριο και μπήκε μέσα,  στην αρχή δεν ήξερε που βρισκόταν, σε κάθε δρόμο  υπήρχαν τόσα αξιοθέατα που έχανες την  μπάλα, απλά  μπήκε  μέσα στο πρώτο κτίσμα που βρήκε μπροστά του, εκεί πέρα  για κάποιο  λόγο η θερμοκρασία  ήταν πολύ ευχάριστη, μάλλον εξαιτίας των τεράστιων  συσκευών  κλιματισμού που χρησιμοποιούσε.   Έκατσε σ’ ένα παγκάκι ξύλινο προσπαθώντας να χαλαρώσει και τότε μόνο  κατάλαβε ότι βρισκόταν σε  εκκλησία, γύρω  μερικοί τουρίστες  κοίταζαν το θόλο ψηλά όπου  υπήρχαν  ένα σωρό ζωγραφιές με έντονα χρώματα,  κόκκινα, κίτρινα,  γαλάζια,  ασυνήθιστες εντελώς, έμοιαζαν μ’ αυτές που υπάρχουν στα μουσεία,  πολύ περίτεχνες. Στη μέση του ναού ήταν  ένα άγαλμα  μαρμάρινο, γυαλιστερό,  και πιο μπροστά  ένας καθρέφτης γερμένος όπου  όλοι έσκυβαν  να δουν τον αντικατοπτρισμό από τις ζωγραφιές του θόλου,  ήταν ένα θέαμα πολύ εντυπωσιακό  εκεί μπορούσες να δεις   όλες τις  λεπτομέρειες, τα χρώματα, τα ρούχα, τα πρόσωπα, επιτέλους  χαλάρωσε κι αποφάσισε να μείνει λίγο ακόμα, έπειτα θα έβγαινε  στο  σημείο που είχαν συμφωνήσει να βρεθούν με τους άλλους .

Γυρνώντας το βλέμμα  είδε το μεγάλο, ξύλινο κουτί όπου εξομολογούσαν  και το μέρος όπου στέκονταν ο χορός για  να πει τους ύμνους, εκεί πρέπει να βρισκόταν και το εκκλησιαστικό όργανο.  Μια εικόνα στον τοίχο του  άρεσε,  έδειχνε τον Άγιο Χριστόφορο να κρατά στον ώμο του το μικρό Χριστό, έμοιαζε με τις ελληνικές,  και μια άλλη ήταν ωραία με μια επιγραφή ελληνική,  μπορούσες να διαβάσεις   «… ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία…» Σίγουρα είχε πέσει πολύ χρήμα εκεί πέρα,  μη ξεχνάς ότι τότε οι πάπες εξουσίαζαν όλη την Ευρώπη,  όλο τον κόσμο,  ήταν πανίσχυροι κι έφτιαχναν τα μέγαρα και τις εκκλησίες τους όλο και μεγαλύτερα,  όλο κι εντυπωσιακότερα,  έλεγχαν όλες τις χώρες προς το σκοτεινό βορρά, μέχρι την Ιρλανδία  αποκομίζοντας κέρδη απ’ όλες τι γωνιές της ηπείρου. Ένα ζευγάρι από νέα παιδιά μπήκε  εκείνη τη στιγμή κι ο άντρας πρώτος  γονάτισε στο μαρμάρινο πάτωμα, τον ακολούθησε και η κοπέλα,  «Τελικά  η εκκλησία ότι και να γίνει σε εξανθρωπίζει,  είναι πολιτισμός» σκέφτηκε βλέποντας τα παιδιά  που προσεύχονταν , «κι εδώ λοιπόν πιστεύουν»  σκέφτηκε μέσα του .   

 Σηκώθηκε κι άρχισε να περιεργάζεται το χώρο, όπως χάζευε τις γωνιές και τα προσκυνήματα είδε μια πόρτα μικρή και δοκίμασε να την ανοίξει,  αν έβρισκε κάπου εκεί πέρα μια βρύση να πλυθεί λίγο και ν’ αλλάξει ένα μπλουζάκι θα ήταν πολύ καλή περίπτωση. Η πορτούλα άνοιξε και βρέθηκε  σ’ ένα διάδρομο με κάτι απλά κάδρα  δεξιά κι αριστερά που απεικόνιζαν αγίους καθολικούς,  το μέρος του φάνηκε πολύ οικείο,  έμοιαζε με προαύλιο μοναστηριού,  επιτέλους έβρισκε κάτι που του θύμιζε τις εκκλησίες στην πατρίδα! Περπάτησε μέχρι το τέλος του διαδρόμου κι εκεί βρήκε μια μικρή κάμαρα με μια  βρύση στο κέντρο της όπου έτρεχε νερό συνέχεια μέσα από το στόμα ενός παιδιού χάλκινου, «επιτέλους  νερό τρεχούμενο!» ψιθύρισε,  βιάστηκε να πλυθεί κα να βγάλει την ιδρωμένη μπλούζα του,  έβρεξε  πολλές φορές το πρόσωπο του να ξελαμπικάρει κι αμέσως ένιωσε που καλύτερα, τι ζέστη είχαν φάει ρε φίλε τόση ώρα τώρα όμως ήταν όλα εντάξει, ετοιμάζονταν να  φύγει αλλά ένιωσε ότι κάποιος άλλος ήταν εκεί μαζί του  κι ανατρίχιασε,  γυρίζοντας αντίκρισε έναν  καλόγερο με καφέ ράσο και χαρακτηριστικά πολύ αδυνατισμένα  σα να ήταν ετοιμοθάνατος.   Τον χαιρέτησε μ ένα νεύμα όμως ο άλλος έμεινε ασάλευτος  στη μέση του στενού διαδρόμου,   «μπορώ να περάσω;» του έδειξε με νοήματα  όμως ο άλλος  σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και δεν κουνιόταν καθόλου,   έκανε ένα βήμα κατά το μέρος του και  δοκίμασε να περάσει δίπλα του όμως ο καλόγερος  τον έσπρωξε με μια δύναμη που δεν  περίμενε από έναν τόσο αδύνατο άνθρωπο,  δοκίμασε ξανά και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να παλεύει με κείνον τον τύπο που έδειχνε σα να ήταν φτιαγμένος από πέτρα,   του την έδωσε,  έβαλε και κείνος όλη του τη δύναμη και για μερικά λεπτά ήταν σα να δοκίμαζαν ο ένας την αντοχή του άλλου, ένιωθε ότι σε λίγο θα κατέρρεε κι ήθελε να του  πει «εντάξει φίλε τελείωσε το αστείο»  όμως απότομα  ο καλόγερος υποχώρησε  και μιλώντας με μια φωνή πολύ βαθιά,  του  είπε  κάτι  περίεργο,   «Ημέτερος εί  ή των υπεναντίων; » προσπαθούσε να καταλάβει τι σήμαινε  εκείνη η φράση και που την είχε ακούσει,   «Μα πως μιλάς ελληνικά, ποιος είσαι;»  τον ρώτησε κι έσκυψε να μαζέψει τη τσάντα του που είχε πέσει κάτω όμως με το που σήκωσε το κεφάλι δεν υπήρχε τίποτα εκεί γύρω,  μόνο σιωπή κι ερημιά σα να ησύχασε  ξαφνικά ησύχασε  όλη η πλάση.

Είχε γίνει μούσκεμα κι ανέπνεε λαχανιασμένα  όμως προτού  προλάβει να συνέλθει είδε  να έρχεται προς το μέρος του  ένας άλλος τύπος με άσπρο κολάρο σαν αυτά που έχουν οι καθολικοί ιερείς,  και τον ρώτησε κάτι στα αγγλικά,    «Τι κάνεις εδώ;» - « Ήθελα να πλυθώ λίγο αλλά  ήρθε εκείνος ο καλόγερος και  δε μ’ άφηνε να φύγω - « Ποιος καλόγερος;»  ρώτησε ο άλλος  «Ένας  αδύνατος πολύ με  καφέ ράσο»-  «Μα δεν υπάρχει εδώ καλόγερος» -« Πως γίνεται αφού τον είδα,  ήταν  αδύνατος,  κάπως μελαχρινός αλλά χλωμός πολύ,  ακριβώς σαν εκείνον  εκεί! »  είπε δείχνοντας ένα κάδρο  στον τοίχο «Μα αυτός είναι ο άγιος Ιγνάτιος,  πως γίνεται;» φώναξε ο ιταλός κι άρχισε να σταυροκοπιέται μ’  ολόκληρη την παλάμη ψιθυρίζοντας  κάτι λατινικά ακαταλαβίστικα.

Τότε μόνο κατάλαβε,  ώστε αυτό ήταν λοιπόν,  η εκκλησία ήταν αφιερωμένη  στον Ιγνάτιο Λογιόλα,  τον ιδρυτή του τάγματος των Ιησουιτών,  κάτι είχε διαβάσει γι αυτόν,  ήταν λέει πολεμιστής κι είχε πάρει μέρος σ’ ένα σωρό μάχες και πολέμους   αλλά  μετά τα παράτησε όλα και στράφηκε στη θρησκεία ,  θυμόταν και την εικόνα του που είχε δει σε μια γωνιά,  δίπλα στο εξομολογητήριο,  ζωγραφισμένη και γεμάτη χρώματα,  εξαϋλωμένη. «Ξέρεις…» του είπε ο ιερέας, «…είναι η δεύτερη φορά που εμφανίζεται,  αυτό είναι πολύ περίεργο,  πες μου τι  σου είπε;»   «Κάτι από τη Βίβλο, δεν κατάλαβα,  μάλλον ρωτούσε  ‘’είσαι μαζί μας ή με τους εχθρούς’’, ήταν πολύ  παράξενο ».  

Ο καθολικός συνέχισε να σταυροκοπιέται μ’  ολόκληρη την παλάμη  κι αυτός σκέφτηκε ότι αρκετά είχε δει εκείνη τη μέρα, γυρνώντας στο σημείο από όπου είχε μπει είδε τ’  άλλα παιδιά που γελούσαν χαρούμενα «Που είσαι  ρε μεγάλε;» του φώναξαν  έτοιμοι να τον κοροϊδέψουν γιατί  δεν είχε έρθει μαζί τους όμως  τον είδαν  πολύ ήρεμο και του είπαν  «Καλά εσύ μονάχα στην εκκλησία θα έβρισκες το στοιχείο  σου!»

Του έδειχναν τις φωτογραφίες όπου φαίνονταν όλοι   αναψοκοκκινισμένοι ,  είχαν φάει βέβαια παγωτό που έλεγαν ότι ήταν υπέροχο κι είχαν πίσω τους,  καθώς χαμογελούσαν,   τα σιντριβάνια με τα νερά, ζήλευε λίγο ήταν η αλήθεια κι οι άλλοι δεν είχαν πρόβλημα,  τον είχαν συνηθίσει.  Έπαιρναν  πια το δρόμο  για να γυρίσουν στο αμάξι τους περνώντας μέσα από κάτι στενά παλιά με μαγαζιά στις γωνίες όπου πουλούσαν αμφορείς και χρυσαφικά.  Σταμάτησαν μια στιγμή σ’ ένα παρεκκλήσι να βγάλουν μια ακόμα φωτογραφία κι αυτή τη φορά πόζαρε κι αυτός μαζί τους,  ξαφνικά τον έπιασε μια δίψα σα να καιγόταν,   «Να εκεί πίσω  τρέχει νερό!» του φώναξε ένα κορίτσι  από την παρέα και τράβηξε κατά κει που είχε δει νωρίτερα τα παιδιά  να βρέχουν τα κεφάλια τους. Το νερό ήταν  πολύ κρύο, παγωμένο, ότι ακριβώς χρειαζόταν,  ήπιε αχόρταγα σα να μην είχε ξαναπιεί στη ζωή του κι όταν σήκωσε το κεφάλι πάνω του στεκόταν εκείνος ο καταραμένος καλόγερος  ο Ιησουίτης,  « Λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου..,» του είπε με κείνη τη φωνή που ήταν σα να έβγαινε από τον τάφο,  «Ο γαρ τόπος ώ συ έστηκας επ’ αυτού άγιος εστί !»        

Κυριακή 6 Ιουνίου 2021

ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Τη νύχτα, γύρω στα μεσάνυχτα , άκουγε πάντα έναν ήχο σαν τρίξιμο έξω απ’ την πόρτα κι εκείνος που πάντα κοιμόταν ελαφρά άνοιγε αμέσως τα μάτια χάνοντας τον ύπνο του. Ήθελε απόλυτη ησυχία για να πλαγιάσει γι αυτό είχε αγοράσει κάτι συστήματα που σφράγιζαν καλά τις μπαλκονόπορτες και δεν ακουγόταν τίποτα, οι εσωτερικές πόρτες όμως ήταν κανονικές κι ο ήχος περνούσε. Αυτή η ιστορία με τους ήχους πρέπει να τράβηξε κανέναν μήνα ώσπου μια φορά δεν άντεξε, σηκώθηκε κι άνοιξε απότομα την πόρτα για να δει όμως εκεί πέρα , δεν υπήρχε τίποτα, σιωπή μόνο, οι σκάλες, τα κάγκελα, το ασανσέρ, όλα έμοιαζαν εγκαταλειμμένα στη μοναξιά τους.

 Πάντα είχε θέμα με τον ύπνο, η μόνη περίοδος που θυμόταν να κοιμάται αμέριμνα ήταν εκεί που είχε μεγαλώσει. Οι ήχοι της νύχτας ήταν διαφορετικοί εκεί πέρα κι ούτε που τον ένοιαζαν, το πρωί πάντα τον ξυπνούσαν τα πουλιά που χαλούσαν τον κόσμο και μια φορά που είχε κοιμηθεί με τον πατέρα του σ’ ένα σπιτάκι που είχαν στο αμπέλι τους, είχε κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής του. Ο πατέρας του είχε κοιμηθεί στο χώμα απλώνοντας ένα στρώμα παλιό, κι εκείνος είχε πλαγιάσει σ’ ένα κρεβάτι ξύλινο που είχε φτιάξει ο παππούς του. Ο παππούς κοιμόταν όλο το καλοκαίρι εκεί, στο αμπέλι, και το περιποιούνταν, εκείνος είχε φτιάξει το σπιτάκι και περνούσε εκεί όλο τον καιρό του ειδικά τέτοια εποχή, τέλος της άνοιξης κι αρχές καλοκαιριού, τον έβλεπε κάθε φορά να θειαφίζει γεμίζοντας τα κλήματα με μια κίτρινη σκόνη κι άλλοτε να ρίχνει γαλαζόπετρα ή να σκαλίζει τα χόρτα που φύτρωναν όλη την ώρα καθώς έβρεχε. Εκεί λοιπόν, στο σπιτάκι είχε κάνει τον καλύτερο ύπνο της ζωής του και το πρωί ξύπνησε από τ’ αηδόνια που χαλούσαν τον κόσμο σα να πανηγύριζαν που ξεκινούσε μια ακόμα μέρα στον κόσμο.

 Όσο μεγάλωνε τόσο περισσότερο αναζητούσε εκείνη την ηρεμία της νύχτας που είχε χάσει, κάθε βράδυ ακολουθούσε το ίδιο τελετουργικό, έπεφτε πάντα την ίδια ώρα αφού έβαζε το ράδιο να παίζει σε μια συχνότητα, η μουσική δεν τον ενοχλούσε. Είχε βρει ένα σταθμό που έπαιζε κάτι τραγούδια και κάτι μουσικές περίεργες, ήρεμες, κι αυτό τον βοηθούσε να ηρεμήσει. Είχε γράψει ώρες ατελείωτες τέτοιας μουσικής στον υπολογιστή και την άκουγε και στις διακοπές του, η γυναίκα του όλο τον κορόιδευε με τη μανία του αλλά ούτε που τον ένοιαζε, μια φορά σ’ ένα νησί που είχαν πάει εκδρομή, κάτι ξένοι τύποι ξανθοί με μακριά μαλλιά, τον είχαν ρωτήσει τι μουσική ακούει και τους έδωσε τα ακουστικά, τους έκανε εντύπωση και τον ρώτησαν που την είχε βρει, μάλιστα ήξεραν και μια κοπέλα που τραγουδούσε ένα κομμάτι το «Water moon» είναι πολύ καλή του είπανε και του έδωσαν συγχαρητήρια για το γούστο του, αυτό του άρεσε πολύ…

 Με την ήσυχη μουσική κοιμόταν καλά όμως από τότε που άρχισαν τα τριξίματα έξω απ την πόρτα αναστατώθηκε, σκεφτόταν τι ήχοι μπορούσαν να ήταν εκείνοι οι νυχτερινοί που τον ξυπνούσαν κι από πού προέρχονταν. Και τον χειμώνα είχε πιάσει το αυτί του κάτι κραδασμούς ανεπαίσθητους αλλά δεν είχε δώσει σημασία, τώρα όμως που η ζέστη όσο πήγανε κι αυξάνονταν ήταν διαφορετικά, οι νύχτες σα να ζωντάνευαν κι εκείνος ονειρεύονταν την ώρα που θα έφευγε για κάνα νησί ή καμιά παραλία, το καλοκαίρι ήταν πάντα μια εποχή δύσκολη κι η πόλη δεν έλεγε. Σκεφτόταν ότι ερχόταν η στιγμή που όλοι θα προσπαθούσαν να την κοπανήσουν και κατάστρωνε σχέδια, οι μέρες όσο πήγαινε γινόταν ατελείωτες κι εκείνη τη ζέστη που έβγαζε η άσφαλτος και τα τσιμέντα δεν μπορούσε με τίποτα να τη συνηθίσει. Έβλεπε από μακριά τους ορίζοντες, τη θάλασσα, τις σιλουέτες των βουνών κι ήταν σα να τον καλούσαν να ταξιδέψει, ά, ασφαλώς το καλοκαίρι ήταν για ταξίδια, δεν μπορούσες να καθίσεις κλεισμένος στο κλουβί σου, έπρεπε να φύγεις, να πας μακριά, να καθαρίσεις το μυαλό σου κι έπειτα να γυρίσεις και να συνεχίσεις τη ζωή σου μέχρι το επόμενο ταξίδι. 

 Το διάστημα μέχρι την άδεια ήταν το πιο δύσκολο, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στην δουλειά , ξεχνιόταν στο τηλέφωνο κι οι πελάτες αναρωτιούνταν τι συμβαίνει. Δεν ήταν ο μόνος που είχε θέμα, στο γραφείο ήταν όλοι αγχωμένοι, πλησίαζε ο καιρός της αξιολόγησης κι όλοι έπρεπε να δείξουν τα συμβόλαια που είχαν κλείσει, για μερικούς ίσως σήμαινε ότι θα έφευγαν από κει πέρα και γι αυτόν είχε χτυπήσει καμπανάκι. Ήταν παλιός βέβαια εκεί πέρα αλλά ποτέ δεν μπορούσες να είσαι σίγουρος, αν κατάφερνε να κλείσει μια καλή συμφωνία που είχε ξεκινήσει θα ήταν άνετος όμως δεν μπορούσε να πείσει μια γυναίκα που όλο ταλαντεύονταν γι αυτό και είχε κανονίσει μια συνάντηση μαζί της. Πίστευε ότι από κοντά θα την έπειθε, είχε μιλήσει πολλές φορές μαζί της στο τηλέφωνο και παρόλο που ήθελε να τη διαολοστείλει για κάποιο λόγο έκανε υπομονή, ίσως ήταν η φωνή της που του φαινόταν οικεία, κάτι του θύμιζε γι αυτό επέμενε να μιλά μαζί της ξανά και ξανά. 

 Όταν την είδε από κοντά ήταν σίγουρος ότι από κάπου την ήξερε όμως το πρόσωπο της φαινόταν τόσο αλλαγμένο, πρέπει να είχε κάνει κάποιου είδους επέμβαση όμως η όψη της δεν ήταν ωραία, το ντύσιμο της πάντως ήταν πολύ προσεγμένο, φορούσε ένα φόρεμα με κάτι λουλούδια χρωματιστά πολύ όμορφο και η φωνή της ήταν σίγουρα γνωστή. ‘’Έχετε τα χαρτιά που σας ζήτησα;» τη ρώτησε κι όταν εκείνη σηκώθηκε και την είδε να περπατά προς το μέρος του τη θυμήθηκε από το βάδισμα, ρε φίλε δεν υπήρχε περίπτωση το περπάτημα της, το λίκνισμα της πάνω στα τακούνια, ήταν σίγουρος ότι την ήξερε, αυτός ήταν ο τρόπος του να καταλαβαίνει τις γυναίκες, κάθε φορά περίμενε μέχρι να σηκωθούν για να δει πως θα κινούνταν, αν δεν του άρεσε ο τρόπος που βάδιζαν δεν ασχολούνταν καθόλου. Ήταν η Βίβιαν, άκου όνομα τώρα, που κάποτε έκανε ότι ήθελε στο πανεπιστήμιο κι όλα τα αρσενικά τρέχανε πίσω της. Κι αυτός ήταν τσιμπημένος μαζί της βέβαια, δε γίνονταν να της ξεφύγει, τόσο εντυπωσιακή ήταν και μάλιστα ένα βράδυ είχε κοιμηθεί σπίτι του, άκου τώρα! Ήταν πιτσιρικάς τότε και δε τον έκοβε πολύ, έτσι όταν του είπε ότι θα ερχόταν σπίτι του είχε έρθει ταμπλάς στο κεφάλι, δεν μπορούσε να το πιστέψει, κι όταν του χτύπησε το κουδούνι και της άνοιξε δεν ήξερε τι να πει. Βέβαια δεν του πήρε πολύ να καταλάβει ότι ενδιαφερόταν για το συγκάτοικο του που ήταν ομορφόπαιδο όμως η καρδιά του χτυπούσε δυνατά εκείνο το βράδυ όση ώρα την έβλεπε να κινείται μέσα στο διαμέρισμα με κείνο τον απίστευτο τρόπο της, με την άνεση που έχουν αυτού του είδους οι γυναίκες που είναι τόσο ο σίγουρες για τον εαυτό τους. 

 Εκείνη βέβαια τον χρησιμοποιούσε, αυτό πια μπορούσε να το καταλάβει όμως όπως ήταν κολλημένος τότε ήταν κάτι, την είχε κοντά του, ήταν μια παρηγοριά . Από κείνη τη βραδιά που ήρθε στο σπίτι την είχε ερωτευτεί κι όσο την έβλεπε να έρχεται κάθε φορά δεν μπορούσε να την βγάλει από το μυαλό του, είχε φάει άγριο κόλλημα και του πήρε καιρό να ξεκολλήσει, μπορεί και δυο χρόνια, ήταν το πρώτο σκάλωμα του, οι γονείς του είχαν αναστατωθεί, τον είχαν πάει μέχρι και σε ψυχολόγο, είδαν κι έπαθαν να τον συνεφέρουν. Από τότε πρόσεχε πολύ με τις γυναίκες, δεν έμπλεκε εύκολα και τώρα νάτην εδώ ρε φίλε μπροστά του, ήθελε να της πετάξει κάτι του στυλ «Πως έγινες έτσι ρε Βίβιαν !» αλλά κρατήθηκε. Εκείνη πάλι δεν έμοιαζε να τον θυμάται κι αυτό τον βόλευε, ας υπέγραφε το συμβόλαιο και μετά μπορούσε να της πει ότι ήθελε.

 Την έβλεπε εκεί μπροστά του να λικνίζεται στην πολυθρόνα της και στο μυαλό του ερχόταν πάλι στο νου όσα είχε τραβήξει εξαιτίας της, πόσα ξενύχτια και πόσα ψυχοπλακώματα, φαινόταν να έχει χάσει εκείνη την παλιά σιγουριά της και ταλαντεύονταν με το συμβόλαιο οπότε αποφάσισε να το ρισκάρει, «Ρε Βίβιαν δε με θυμάσαι;» της πέταξε κι εκείνη τον κάρφωσε αμέσως μ’ εκείνο βλέμμα που θυμόταν από παλιά, «Νίκο!» του φώναξε. Φαινόταν ειλικρινής αλλά φίλε την ήξερε, μπορούσε να παίζει θέατρο, να σου μιλά με τον πιο γλυκό τρόπο ενώ μέσα της συλλογίζονταν τα χειρότερα για σένα , ήταν δαίμονας ! Τώρα που το σκεφτόταν η επιτυχία ήταν δικιά της, το οικόπεδο που της πουλούσαν άξιζε τα διπλά λεφτά όμως εκείνοι ήταν σκοτωμένοι κι έπρεπε να βρουν χρήματα με κάθε τρόπο, έμοιαζε να είχαν συμβεί όλα τυχαία αλλά ξαναφέρνοντας στο μυαλό του την αλληλουχία των γεγονότων, το ότι τους είχε πάρει ακριβώς τη στιγμή που καίγονταν για ρευστό, τα παζάρια που τους είχε κάνει, κι έπειτα γιατί ν’ απευθυνθεί σ’ εκείνον, στο γραφείο εκείνος που έλυνε κι έδενε ήταν το αφεντικό όμως αυτή είχε ζητήσει να διαπραγματευτεί αποκλειστικά μαζί του σε μια στιγμή που κι κείνος καιγόταν να κλείσει κάποιον πελάτη, ήταν σα να τα παρακολουθούσε όλα κι έκανε την κίνηση της!

 Όταν υπέγραψαν τα συμβόλαια όλοι ήταν χαρούμενοι κι εκείνος υποτίθεται ότι κρατούσε τη δουλειά του όμως για κάποιο λόγο μέσα του ένιωθε ότι για μια ακόμη φορά τον είχε ξεγελάσει εκείνη η γυναίκα κι αυτή η αίσθηση του χαλούσε τη διάθεση. Στο μπαλκόνι του σπιτιού του κάπνισε πολλά τσιγάρα μυρίζοντας μια φλαμουριά που σκορπούσε τη μυρωδιά της σ’ όλη τη γειτονιά, έβαλε στον υπολογιστή ν’ ακούσει τις αγαπημένες του μουσικές όμως για πρώτη φορά ύστερα από πολύ καιρό δεν του έκαναν καμιά εντύπωση.

 Ο ύπνος τον πήρε γρήγορα όμως εκεί γύρω στα μεσάνυχτα τα μάτια του σα να άνοιξαν αυτόματα λες και είχε χτυπήσει κάποιο ρολόι, ήταν το τρίξιμο στον διάδρομο πάλι. Σηκώθηκε χωρίς να κάνει θόρυβο κι άνοιξε την πόρτα απότομα, αυτή τη φορά είδε μια σκιά κι έτρεξε κάτω στις σκάλες για να δει ποιος διάβολος ήτανε και στην είσοδο του κτιρίου πρόλαβε να δει την άκρη ενός φορέματος με λουλούδια σαν εκείνο της Βίβιαν. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν αυτό που συνέβαινε ήταν όνειρο η πραγματικότητα, βγήκε τρέχοντας από την πολυκατοικία όμως έξω δεν υπήρχε τίποτα σα να είχε καταπιεί το σκοτάδι την σκιά, στον αέρα μονάχα υπήρχε η μυρουδιά από τις φλαμουριές που απλώνονταν παντού κι ένα αμάξι στο δόμο που έβαλε μπρος και χάθηκε στα στενά .

Πέμπτη 6 Μαΐου 2021

TO ΞΙΦΟΣ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΟΛΑΦ

Πάντα δίπλα στο βασιλιά βρίσκονταν, έπρεπε να ‘χει το νου του συνέχεια,  στις μάχες κοίταζε να μην τον αφήνει ποτέ μόνο του γιατί  ο βασιλιάς ήταν παράτολμος κι όλο ρίχνονταν σε κείνα τα σημεία που γινόταν ο πιο μεγάλος χαμός,  είχε πάντα ένα ασκί  δερμάτινο μαζί του  κι ένα κομμάτι ψωμί, άμα πεινούσε βασιλιάς να του δώσει κι άμα διψούσε να έχει πάντα νερό, τον βοηθούσε  να παίρνει ανάσες,  τον έβαζε να κοιμηθεί στην σκηνή του κι όλη νύχτα καθόταν απ’   έξω να τον φυλάει,  κανέναν δεν εμπιστεύονταν  δίπλα του. Πιο πολύ όμως νοιάζονταν μην πληγωθεί  ο βασιλιάς,  μη τον χτυπήσουν στη μάχη όπου έπεφτε με τα μούτρα δίχως να σκέφτεται τίποτα, εκείνες οι στιγμές ήταν οι πιο δύσκολες.

Με τον καιρό του είχε γίνει τόσο απαραίτητος που ο βασιλιάς δεν  ξεκινούσε τίποτα αν δεν τον είχε μαζί του,  πρωί -πρωί τον  φώναζε για του δώσει αναφορά και να του ζητήσει τη γνώμη του,  ήξερε ότι ο  υπασπιστής είχε σωστή κρίση,  ότι και να του έλεγε ήταν  ζυγισμένο, στις πιο δύσκολες στιγμές είχε μια λύση καθώς το  μυαλό  του δούλευε γρήγορα . Κάποιοι έλεγαν ότι προορίζονταν για διάδοχος,  άλλωστε κι ο ίδιος ο βασιλιάς έτσι είχε πάρει την εξουσία,  δεν είχε γαλάζιο αίμα στις φλέβες του,  ένας απλός στρατιώτης ήταν που είχε αναδειχτεί μέσα στις μάχες κι είχε ανέβει στην ιεραρχία ώσπου μια μέρα μαζί με μια  παρέα σκληροτράχηλων πολεμιστών- ανάμεσα τους κι ο υπασπιστής-  σκότωσαν  τον γέρο  βασιλιά που δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τον μουχλιασμένο  θρόνο του.

Τώρα λοιπόν ακουγόταν ότι ο υπασπιστής θα τον διαδέχονταν όμως  αυτό δεν είχε καμιά σχέση με την  πραγματικότητα.  Εκείνου του άρεσε να είναι  το δεύτερο βιολί στην ορχήστρα, όχι το πρώτο, δεν ήθελε τις ευθύνες που έχει η εξουσία, ήθελε να ξεκουράζεται, να μην έχει όλη την ώρα το μυαλό φορτωμένο με το πώς θα γίνει αρεστός και πως θα ικανοποιήσει  το πλήθος το αχόρταγο. Δεν ήθελε να σκοτίζεται συνέχεια  λύνοντας  προβλήματα περίπλοκα , προτιμούσε  να έχει το μυαλό του καθαρό,  όχι, δεν  ήταν  γεννημένος γι αυτήν  τη δουλειά. Εκείνου του άρεσε να υπηρετεί το βασιλιά, να είναι κοντά του στις μεγάλες στιγμές και να παρατηρεί τους ανθρώπους της εξουσίας που δεν τους έπαιρνε ποτέ στα σοβαρά,  κι ούτε του θόλωναν την κρίση  οι τίτλοι και τα φορέματα τους τ’  ακριβά και τα χρυσοποίκιλτα.

Πόσες φορές δεν τον είχε σώσει τον κύριο του,  πόσες συμβουλές δεν του είχε δώσει κι ο βασιλιάς ήταν πολύ ευχαριστημένος , του έδωσε μάλιστα για δώρο ένα από κείνα τα σπαθιά με την  στολισμένη λαβή που του είχε φέρει κάποτε ένας  Βίκινγκ από το βορρά, ο Μαύρος Όλαφ,  τότε που είχε έρθει με μια ομάδα ζητώντας να υπηρετήσουν στο στρατό του. Το ξίφος   ήταν τόσο ωραίο που δεν ήθελε να το χαλάσει πολεμώντας,  το χρησιμοποιούσε και με τα δυο χέρια όταν εξασκούνταν και θα ήταν το καλύτερο τρόπαιο για να θυμάται τον καιρό του πολέμου. Σκεφτόταν  πια ν’ αποσυρθεί προτού τον πάρουν τα χρόνια, είχε βαρεθεί το βραστό κρέας στα καζάνια εκστρατείας και τον χυλό που κουβαλούσαν στις στάμνες και πάγωνε το χειμώνα,  είχε βαρεθεί να τρώει με τα χέρια, να ψάχνει για νερό σε ποτάμια και πηγάδια,  να κοιμάται στο ύπαιθρο ξυπνώντας μουσκεμένος από την δροσιά που έπεφτε το πρωί.

Τα κόκαλα του πονούσαν κι ένιωθε ότι θα γερνούσε αν συνέχιζε έτσι,  ήθελε ν’ αποσυρθεί στο υποστατικό που είχε χτίσει,  να καλλιεργεί τον κήπο και να πηγαίνει να ψέλνει στο μοναστήρι που βρισκόταν εκεί κοντά, ήθελε ν’ αφοσιωθεί  στα παλιά βιβλία που υπήρχαν στην βιβλιοθήκη του μοναστηριού και να γράψει κάποτε την ιστορία των εκστρατειών με τον βασιλιά που τόσα χρόνια υπηρέτησε. Είχε βαρεθεί να βλέπει αίματα και σκοτωμένους που γέμιζαν τα ρέματα,  είχε βαρεθεί να  βλέπει το ξίφος του όπως  βυθίζονταν  στη μαλακή σάρκα προκαλώντας  τον θάνατο,  ο βασιλιάς ήταν ψυχρός δολοφόνος,  γι αυτό και είχε ανέβει  τόσο ψηλά, όμως εκείνος -παρόλο που δεν δίσταζε να σκοτώσει - δεν ήταν γεννημένος γι αυτήν τη δουλειά, πολλές φορές  σκεφτόταν τα βράδια  όσους είχε δει να πεθαίνουν μπροστά στα μάτια του, δεν είχε στο  αίμα του το ένστικτο του φονιά.

Το είχε αποφασίσει, θα τα  παρατούσε , θα ζητούσε μια άδεια όσο πιο μεγάλη γίνονταν ώστε να ξεκόψει και μετά θ’  ανακοίνωνε την απόσυρση  του. Καθώς όμως βρίσκονταν στο μέσον μιας εκστρατείας, σε μια χώρα άγνωστη όπου   ο αντίπαλος είχε τραβηχτεί κι ανασύντασσε τις δυνάμεις του, δεν μπορούσε να παρατήσει τον βασιλιά. Χρειάζονταν τη γνώμη του για το πεδίο της μάχης όπου θα γίνονταν η τελική αναμέτρηση, ο βασιλιάς είχε επιλέξει μια   κοιλάδα ανοιχτή  εκείνος όμως είχε αντίρρηση. Το μέρος έδειχνε πολύ  ήσυχο κι αυτό ήταν πάντα ύποπτο, δεν ήταν καλή ιδέα να στρατοπεδέψουν και να πολεμήσουν εκεί πέρα κι ύστερα δεν υπήρχε οδός διαφυγής αν κάτι δεν πήγαινε καλά.  Αυτό τον ένοιαζε πάντα σε κάθε μάχη, να υπάρχει μια διέξοδος, ένας δρόμος σύντομος να την κοπανήσουν αν κάτι πήγαινε στραβά ώστε να μην πετσοκοπούν,  να μπορούν να επανέλθουν,  αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο,  χωρίς οδό διαφυγής δεν ήθελε να ξεκινούν καμιά μάχη.

Εξήγησε τις αντιρρήσεις του όμως για πρώτη  φορά ο βασιλιάς δεν ήθελε να τις  ακούσει,  μιλούσαν  ώρες  και  του φαινόταν ότι κάτι είχε πάθει, τα βράχια γύρω που υψώνονταν  θα τους εμπόδιζαν να υποχωρήσουν και να ελιχτούν, ο  αντίπαλος ήξερε καλά την περιοχή κι έμοιαζε σα να τους είχε παρασύρει στην κοιλάδα για να έχει σύμμαχο του τη φύση όμως ο βασιλιάς  είχε βραχυκυκλώσει.  Ίσως και να ήθελε να δείξει στους άλλους  ότι η κρίση του σ’ αυτά ήταν το ίδιο καλή, επέμενε λοιπόν ότι εκεί έπρεπε να δοθεί η μάχη κι αυτός δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Υποχώρησε όμως μέσα του  δεν μπορούσε να  πιστέψει ότι ετοιμάζονταν  να μπουν στο στόμα του λύκου, ήταν σίγουρος ότι ήταν λάθος,  όλη τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί  σχεδόν καθόλου από την αγωνία του,  μια στιγμή μόνο χαλάρωσε,  έκλεισαν τα μάτια του κι  εκείνο το μικρό διάστημα είδε  ότι βρισκόταν ξαπλωμένος σ’  ένα μέρος ανοιχτό κάπου σε μια  πεδιάδα.  Μπροστά του βρισκόταν ένας άνδρας πελώριος που πρέπει να ξεπερνούσε τα δυο μέτρα,  τον κοίταζε εκεί πέρα εξεταστικά καθώς στέκονταν από πάνω του  κι εκείνος τον   ρώτησε: «Πιστεύεις ότι πρέπει να πολεμήσουμε εδώ ;» - «Όχι !» του απάντησε  ο γίγαντας κι αμέσως  ξύπνησε ιδρωμένος .

Αυτό ήταν κακό σημάδι, δεν  υπήρχε αμφιβολία, σκέφτηκε μια στιγμή να σηκωθεί  να φύγει όμως τούτο  θα ήταν απερισκεψία,  δεν μπορούσε να φανεί δειλός. Επειδή όμως ήταν πάντα προνοητικός έκανε μια τελευταία βόλτα στο πεδίο της μάχης που θα ξεκινούσε για ν’  ανιχνεύσει το χώρο. Ψηλά στον πέρα  πετούσαν αρπακτικά σα να είχαν μυριστεί τι επρόκειτο να συμβεί,   παρατηρώντας  κάποιο απ’ αυτά που  έκανε κύκλους  είδε κάτι να κουνιέται πίσω απ’ τα βράχια,  ήταν  ένας σκύλος και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ζητούσε εκεί πέρα μέσα στην ερημιά.   Ο σκύλος μόλις τον είδε υποχώρησε και άρχισε να τρέχει, αποφάσισε να τον ακολουθήσει κι όπως τάχυνε το βήμα  πρόσεξε  κάτω από ένα θάμνο μια κερήθρα από άγριες μέλισσες,  αυτό ήταν θειο δώρο,  δεν υπήρχε τίποτα πιο πολύτιμο σ’ εκείνη την ερημιά από το μέλι. Έκοψε την κερήθρα και την έβαλε στο πουγκί του προσέχοντας μη τον τσιμπήσουν οι μέλισσες που βούιζαν γύρω του ενώ ταυτόχρονα το μυαλό του δούλευε και το μάτι του περνούσε ένα γύρω το χώρο,   διαπίστωσε ότι πίσω από έναν βράχο υπήρχε ένα άνοιγμα αρκετά μεγάλο που σ’ έβγαζε από την κοιλάδα , να λοιπόν ο δρόμος της διαφυγής !  Τώρα μπορούσε γρήγορα να καταστρώσει ένα σχέδιο εξόδου,  αποφάσισε να μην πει τίποτα στο βασιλιά και να του το προτείνει άμα χρειαζόταν την δύσκολη στιγμή,  τώρα όμως άλλαζαν όλα,  αμέσως η  ψυχολογία του ανέβηκε κι εφ’  όσον  ήταν μια μάχη τόσο κρίσιμη, ίσως η τελευταία  του,  αποφάσισε να χρησιμοποιήσει  και  το σπαθί των Βίκινγκς, ίσως του έσωζε τη ζωή, ενθύμια θα έβρισκε αργότερα…

Φόρεσε το κράνος , έδεσε γερά τα σανδάλια στα πόδια του και  πήρε θέση όπως πάντα δίπλα στον βασιλιά που έμοιαζε πολύ συγκεντρωμένος και  χαμογελούσε.  Ο άνθρωπος δε φοβόταν, αυτό όφειλε να του το παραδεχτεί, είχε άγνοια κινδύνου και τούτο  ήταν μεγάλο προτέρημα. Μ’ εκείνον τα πράγματα ήταν διαφορετικά , η  καρδιά του χτυπούσε πριν από κάθε σύγκρουση, ήθελε να δραπετεύσει, να το βάλει στα πόδια,  να χαθεί, αλλά την κρίσιμη στιγμή τα ξεχνούσε όλα και ρίχτονταν στο χαμό σα δαίμονας. Έβαλε την παλάμη μπροστά στο μέτωπο και κοίταξε τους  καβαλάρηδες καθώς πλησίαζαν γεμίζοντας τον ουρανό με σκόνη,  το στομάχι του σφίχτηκε ακούγοντας την κεράτινη σάλπιγγα να σημαίνει  επίθεση και τον κρότο των πολεμικών αρμάτων καθώς περνούσαν πάνω απ ‘ τις πέτρες και τα χαλίκια.

Με το που επιτέθηκαν οι καβαλάρηδες έκαναν χώρο, όπως ήταν το σχέδιο, αφήνοντας τους να περάσουν, η οπισθοφυλακή θ’ ασχολούνταν μαζί τους. Αυτοί επικεντρώθηκαν στους πεζικάριους που τους είχαν του χεριού τους επειδή  ήταν μικρόσωμοι οι πιο πολλοί.  Όπως άναβε η μάχη κι είχε το νου του μην πληγωθεί ο βασιλιάς,  προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν  το αδύνατο σημείο του εχθρού,  οι γραμμές του έμοιαζαν πολύ δεμένες και μόνο  μετά  από ώρα κατάλαβε ότι η δύναμη του ήταν  οι ακοντιστές  που  πολεμούσαν γύρω από τον επικεφαλής τους, έναν μελαχρινό τύπο με κάτι σαν στέμμα στο κεφάλι.  

Μάζεψε  τους καλύτερους άντρες και χτύπησαν με όλη τους την ορμή σ’ εκείνο το σημείο, στην αρχή  φαίνονταν αδύνατο να τους διαλύσεις, ήταν όλοι  τετράγωνοι, γεροδεμένοι κι άγριοι.  Από την πείρα του ήξερε ότι έπρεπε να επιμείνει  όσο κι αν οι γραμμές  φαίνονταν αδιαπέραστες, το σπαθί του είχε γεμίσει από αίματα και τα μπράτσα του είχαν αρχίσει να πονούν αισθάνονταν κουρασμένος κι  είχε αδειάσει από ιδέες όταν  δέχτηκε ένα χτύπημα πολύ γερό και παραπάτησε, ένοιωσε  μια ζαλάδα κι έφερε το χέρι στην κοιλιά   να δει αν είχε ματώσει, εκεί είχε  το πουγκί με τα τρόφιμα και  θυμήθηκε  την κερήθρα που είχε βρει το πρωί,   όπως ένιωθε  τα γόνατα του να λυγίζουν δάγκωσε μια μεγάλη μπουκιά.  Αμέσως τα μάτια του φωτίστηκαν σα να πήρε ενέργεια απόκοσμη και χύθηκε με τους συμπολεμιστές του για μια φορά ακόμα πάνω στην παράταξη των ακοντιστών  που έμοιαζε  με ντουβάρι,  κατάφεραν  με πολύ κόπο να  τους απωθήσουν και τότε, περνώντας το σπαθί στο αριστερό του χέρι, το κατέβασε απότομα κόβοντας  ολόκληρο τον ώμο ενός ακοντιστή μαζί με το ακόντιο του.  Από το  ελάχιστο ρήγμα που άνοιξε  μπόρεσε να περάσει με μερικούς ακόμα και να διεμβολίσει την παράταξη  από το πλάι, εκεί κρίθηκε η μάχη.

Οι ακοντιστές μόλις κατάλαβαν ότι έσπασε ο γρανιτένιος τοίχος που σχημάτιζαν πανικοβλήθηκαν κι άρχισαν να τρέχουν κατά τα βράχια όπου είχε δει το πέρασμα, το ήξεραν λοιπόν! Γύρισε και κοίταξε τον βασιλιά που συνέχιζε να χτυπά  αριστερά δεξιά με το ξίφος του σα να είχε πάθει υστερία εκείνος όμως έβλεπε πάντα ένα βήμα πιο μπροστά και σκέφτηκε ότι τώρα πια όλα είχαν τελειώσει. Έδωσε εντολή στο τάγμα του να κυνηγήσει όσους είχαν απομείνει και τράβηξε για την σκηνή του να δει αν είχε χτυπήσει πουθενά. Είχε μερικά κοψίματα κάποια απ’ τα οποία ήταν κάπως βαθιά και θα χρειαζόταν επίδεσμο όμως αυτά ήταν κάτι συνηθισμένο,  τα χέρια του ήταν γεμάτα παλιές πληγές κι ούτε που τον ένοιαζε,  γρήγορα θα έκλειναν. Δεν μπορούσε παρά   να είναι ευχαριστημένος όμως για κάποιο λόγο ενώ στ’ αυτιά του βούιζαν ακόμα οι κλαγγές κι οι κρότοι από τα χτυπήματα πάνω στις ασπίδες, τον έπιασε μια  μελαγχολία νιώθοντας ότι αυτή  ήταν  η τελευταία μάχη της ζωής του.  Έκλεισε για λίγο τα μάτια κι αμέσως τον πήρε ο ύπνος. 

Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Κλεισμένος  στο διαμέρισμα ώρες πολλές  ένιωθε παράξενα, αισθάνονταν  σα να είχε αποκοπεί από τον έξω κόσμο, δούλευε απ’  το σπίτι πλέον,  δίδασκε από τον υπολογιστή,  δεν πήγαινε καθόλου στα σπίτια,  καθόταν μέσα συνέχεια,  μέσα στην απόλυτη ησυχία ξεχνιόταν πολλές φορές κι αναπηδούσε άμα  άκουγε κανένα τρίξιμο ή κανέναν ήχο ανεπαίσθητο,  τα πρωινά  ακουγόταν σαν κάποιος να  γρατζουνούσε την πόρτα, δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε ώσπου   τελικά ανακάλυψε ότι ήταν η γάτα που ερχόταν  από το πάνω διαμέρισμα,  ξέφευγε όλη την ώρα κι ερχόταν μπροστά στο χαλάκι του να  ξύσει τα νύχια της,  μια φορά που άνοιξε την βρήκε να τον κοιτά μέσα στα μάτια κι ύστερα να χάνεται στις σκάλες.

Καλά οι γυναίκες του διαμερίσματος που βρισκόταν  από πάνω όλο προβλήματα δημιουργούσαν, μια φορά είχαν ξεχάσει ανοιχτή τη βρύση απ’ το μπάνιο τους,  το νερό είχε περάσει στο δικό του  σπίτι κι όταν μπήκε μέσα τσαλαβουτούσε στα πλημυρισμένα δωμάτια.  Ήταν εντελώς προβληματικές οι τύπισσες,   ξαδέρφες πρέπει να ήταν απ’ ότι είχε μάθει κι έμεναν μαζί,  πολλές φορές ερχόταν κι έμενε μαζί τους ένας ανιψιός τους μουσάτος πολύ ύποπτο μούτρο,  λέγανε ότι ψαχούλευε τις πόρτες και μια φορά είχε κλέψει ένα ποδήλατο από το υπόγειο,  κουβαλούσε μαζί του κάτι φίλους του  με τατουάζ που δεν φαινόταν και τα καλύτερα παιδιά. Αυτός  λοιπόν άμα θύμωνε,  κι αυτό μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή της νύχτας- κυρίως της νύχτας- έβριζε και διαολόστελνε  ότι μπορούσες να φανταστείς αναστατώνοντας όλη την πολυκατοικία. 

Το χειρότερο ήταν όταν  άρχιζε να φωνάζει τη νύχτα,  την ώρα που εκείνος έπεφτε να κοιμηθεί και του χαλούσε τον ύπνο,  του ερχόταν να πάει πάνω και ν’  αρχίσει να  κλωτσάει  την πόρτα τους . Μια φορά τα είχε πάρει τόσο άσχημα που είχε καλέσει την αστυνομία και  τότε ο μουσάτος  άρχισε να φέρεται  σαν  παναγία. « Όχι, παρακαλώ, έχετε δίκιο, δε  θα ξανασυμβεί»   σα να μην ήταν εκείνος,  μα τι ηθοποιός ρε φίλε ! Την επομένη  τον είχε πετύχει  στην είσοδο κι ο άλλος δοκίμασε να του μιλήσει σα να μην έτρεχε τίποτα, σα να μην είχε ξεσηκώσει το σύμπαν  το προηγούμενο   βράδυ, «Όχι ρε μεγάλε, δεν είμαστε τόσο ηλίθιοι!» σκέφτηκε από μέσα του γνέφοντας  ένα γεια στεγνό και σπεύδοντας να φύγει  από δίπλα του.

Δεν του μίλησε  όμως τον πρόσεξε,  πρώτη φορά τον έβλεπε από κοντά,  μόνο τη φωνή του ήξερε τόσον καιρό σα να ήταν κανένα φάντασμα. Ο τύπος ήταν μελαχρινός,  με γενειάδα και κάτι μάτια διαπεραστικά, φτυστός -αν εξαιρούσες  τα ράσα-  ο παπάς που είχαν κάποτε στο χωριό, ένας άγριος τύπος που τους τρόμαζε τότε που ήταν παιδιά  σαν ξεκινούσε κάτι ατελείωτα  κηρύγματα για τους εβραίους που καταδίκασαν το Χριστό.  Ο παπάς εκείνος   είχε μια γενειάδα μακριά κι όλο καυγάδες έστηνε μ’  όποιον έβρισκε  γι  αυτό κι ο πατέρας του δεν τον χώνευε,  «Τι θες και πηγαίνεις στην  εκκλησία!» του έλεγε όλη την ώρα. Κάτι θα ήξερε σίγουρα ο πατέρας του,  ακουγόταν ότι ο παπάς  ήταν αντάρτης στον εμφύλιο, στα βουνά της Δράμας   δίπλα σ’ έναν καπετάνιο πόντιο,  τον Αντόν Τσαούς,  ξακουστό κάποτε.  Ποιος ξέρει  τι είχε κάνει στα νιάτα του ο παπάς, σίγουρα θα είχε πάρει μέρος σε μάχες, μπορεί να είχε κλέψει και σπίτια, μπορεί να είχε πειράξει και κορίτσια τότε που είχε τα όπλα και κανείς δε μπορούσε να του πάει κόντρα, μπορεί να είχε σκοτώσει κιόλας.

 Ήταν πολύ άγριος,  άμα  στράβωνε τον φοβόσουν, μέσα στο ιερό είχε και κάτι βιβλία για τους αντάρτες και καθόταν και τα διάβαζε,  μια φορά  δοκίμασε κι αυτός να τα διαβάσει και του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση,  πρώτη φορά διάβαζε τέτοια πράγματα,  δεν είχε ιδέα ότι είχαν συμβεί,  δεν  τα είχε ακούσει από πουθενά,  μιλούσαν για κάποιον  αξιωματικό που είχαν σκοτώσει  στα βουνά όταν πήγε να παραδοθεί σε μια αντίπαλη ομάδα,  τον είχαν φάει μπαμπέσικα. Το παράξενο ήταν ότι ενώ ο παπάς όλη την ώρα  του φώναζε ότι δεν είχε βάλει σωστά τα καρβουνάκια, το θυμίαμα κι άλλα τέτοια μικροπράγματα ασήμαντα,  όταν τον έβλεπε να διαβάζει εκείνα τα βιβλία δεν έλεγε τίποτα σα να τον παρότρυνε να τα βλέπει και να μαθαίνει για ότι είχε συμβεί στον εμφύλιο.

Ίδιος κι απαράλλαχτος ήταν ο καβγατζής του από πάνω διαμερίσματος με τον παπά του χωριού του σα να ήταν συγγενείς ένα πράγμα,  σα να είχε μεταφερθεί  στο χρόνο, τώρα που το σκεφτόταν   κι η φωνή του ακόμα ήταν ίδια, άγρια και βραχνή, του θύμιζε κάτι πασχαλιές που έπρεπε να σηκωθεί τη νύχτα για να πάει στην εκκλησία για αν βρει τα’  άλλα παιδιά και τον παπά στο ιερό,  δεν μπορούσε  να καταλάβει γιατί η εκκλησία άνοιγε  μες τα μαύρα μεσάνυχτα όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν,  έπρεπε να ξυπνά μέσα τη νύχτα κι αυτό ήταν πολύ ενοχλητικό κι εκείνα τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν δίπλα στ’ αυτιά του τον κατατρόμαζαν.  Ύστερα έπρεπε να καθίσει στα σκοτεινά  και να περιμένει να κοινωνήσει ενώ όλοι έφευγαν και πήγαιναν να χλαπακιάσουν.   

Ήθελε κι εκείνος  να την κοπανήσει όμως η μάνα του που στεκόταν από δίπλα  ήταν πολύ αυστηρή μ’ αυτά,  φανατική μπορούσες να πεις, ταλιμπάν,  δεν σήκωνε αντίρρηση όμως όλη εκείνη η ταλαιπωρία είχε και μια αξία, σε μάθαινε να περιμένεις και να κάνεις υπομονή, το ζούσες . Μετά από χρόνια όταν παρακολούθησε μια ανάσταση στην πόλη έπαθε πλάκα,  δεν υπήρχε κόσμος,  δεν υπήρχε ατμόσφαιρα,  όλα του φαινόταν ψεύτικα,  πόσο είχαν αλλάξει όλα μέσα σ’  αυτά τα χρόνια και δεν το έχε καταλάβει,  μέσα σε δυο - τρεις δεκαετίες είχαν διαλυθεί όλα,  το ένιωθες στον αέρα,  ο κόσμος δεν τα πίστευε πια,  απλά πήγαινε εκεί  πέρα από συνήθεια.

Του άρεσαν πάντα οι εκκλησίες ήταν ένα μέρος γεμάτο πνευματικότητα, με  τις αγιογραφίες, τους θόλους και τις ψαλμωδίες ένιωθε ότι βρισκόταν σ’ ένα περιβάλλον πολύ οικείο. Πολλές φορές ανέβαινε στο αναλόγιο και διάβαζε κάτι κείμενα που του έβαζε ο ψάλτης μπροστά του όμως ήταν τόσο νευρικός που όλη την ώρα κουνιόταν ώσπου  ο ψάλτης τον έπιανε από τους ώμους και τον σταθεροποιούσε,  από τότε ήταν ανήσυχος. Αυτά βέβαια τότε που ήταν παιδί, σχεδόν τα είχε ξεχάσει και να τώρα εκείνος ο τύπος με τα μούσια του τα θύμιζε πάλι. Άμα μπορούσε θα τον ρωτούσε τον τύπο «Ρε φίλε, μήπως έχει κανένα συγγενή παπά;».  Αν λογάριαζες την ηλικία του η μόνη πιθανότητα να  είχε κάποια σχέση θα ήταν  να τον είχε παππού εκείνον τον ανταρτόπαπα, ήταν τόσο μεγάλη η περιέργεια του που θα έσκαγε,  την επόμενη φορά που θα τον συναντούσε θα τον ρωτούσε σίγουρα.

 Ένα πρωί που γυρνούσε από την πρωινή βόλτα τον πέτυχε στην είσοδο και τον ρώτησε αμέσως «Μήπως είχες κανέναν παππού που ήταν παπάς;» κι εκείνος τι νομίζεις ότι απάντησε; «Φυσικά! Τον  παππού μου τον  Γιώργη τον  Τσιαμαντά !» ρε φίλε ήταν σίγουρος «Το ξέρεις ότι είσαι ο ίδιος φτυστός»  του είπε και δεν πίστευε  ότι του μιλούσε με τόση εγκαρδιότητα «Το ξέρεις ότι ο παππούς σου ήταν στο χωριό μου και μεγάλωσα μαζί του» ο άλλος φάνηκε σα να κολακεύεται. « Για κάποιον λόγο νόμιζα ότι με αντιπαθείτε» του είπε «Έλα τώρα ρε φίλε,  σιγά».  

 «Άκου να δεις τώρα,  πως τα φέρνει  η ζωή »  σκεφτόταν καθώς έβαζε σ’ ένα μαθητή μια άσκηση και περίμενε εκεί πέρα το παιδί να τελειώσει, «Κύριε τι σημαίνει αυτή η λέξη;» ρωτούσε ο μικρός κι αυτός του απαντούσε κοιτάζοντας  πίσω απ’  την πολυκατοικία,  εκεί  είχε ένα μέρος με παλιά σπιτάκια,  αυλές και δέντρα  που  γέμιζε τέτοια εποχή από μαυροπούλια, δεκαοχτούρες, κοκκινολαίμηδες, σπίνους   και κάτι άλλα μικρά πουλιά που ερχόταν μέχρι κοντά στο μπαλκόνι του. Καθώς η άνοιξη προχωρούσε τα δέντρα που άγγιζαν  την πολυκατοικία του   γέμιζαν με φύλλα  κι αυτά τα  πουλιά, τα μικρούτσικα, ερχόταν μέχρι κοντά στο τζάμι, σα να έψαχναν κάτι μέσα στις  φυλλωσιές μάλλον μυγάκια που γέμιζαν τα δέντρα τέτοια εποχή. Καθόταν πίσω από το τζάμι και τα παρατηρούσε,  είχαν  αντέξει όλα τα κρύα του χειμώνα, τις  βροχές, τα χιόνια,  τις  παγωνιές, αηδόνια μάλλον θα ήτανε, αυτά είναι κάπως έτσι μικρόσωμα,  όμως δεν κελαηδούσαν,  ίσως περίμεναν  λίγο μέχρι να ζεστάνει ο καιρός για τα καλά και να μυρίσει καλοκαίρι.

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή εμφανίζονταν  τα πουλάκια που φτεροκοπούσαν ανάμεσα στις φυλλωσιές  κι ήταν ίδια μ’ εκείνα που χάζευε μικρός από το παράθυρο της  εκκλησίας κάθε Πάσχα,   όταν  βαριόταν ακούγοντας τον παπά να καταριέται τους άπιστους.  Παρακολουθούσε τα πουλιά έξω απ’ το μπαλκόνι να πετούν σα να έψαχναν κάτι αόρατο μέσα στα φύλλα και σκεφτόταν τον παπά και την εκκλησία κάτι πασχαλιές πολύ παλιές, τότε που  ακολουθούσε τον επιτάφιο καθώς περνούσε   μέσα από τα στενά όπου οι γυναίκες άναβαν κεριά και θυμιατά…

Από τότε που μίλησαν στην είσοδο ο άλλος  με τα μούσια άλλαξε εντελώς στάση κι ούτε ακούγονταν πια να κάνει φασαρία σα να ήθελε να εξιλεωθεί,  ακόμα κι η γάτα του δεν  ερχόταν έξω απ’  το χαλάκι να ξύσει τα νύχια της. Το βράδυ  της ανάστασης  έπεσε νωρίς  για ύπνο,  όπως το συνήθιζε,  είδε λίγο την εκκλησία και κάτι άλλα κανάλια όπου γλεντούσαν πάνω στα τραπέζια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.  Τα μεσάνυχτα τον ξύπνησαν τα μπουμπουνητά κι οι πυροβολισμοί, βγήκε στο μπαλκόνι και είδε τα πουλιά που κοιμόταν κι εκείνα, να φτεροκοπούν τρομαγμένα και να γεμίζουν το ουρανό σ’  όλες τις κατευθύνσεις.  Εκτός από τις λάμψεις και  τις σπίθες που πλημύριζαν το στερέωμα,  μπορούσες να δεις καπνούς από τα πυροτεχνήματα που έσκαγαν όλη την ώρα με κρότο. 

Οι καπνοί αραίωναν στο φύσημα του αέρα όμως   σε μια μεριά εξακολουθούσαν να είναι πυκνοί, γύρισε κατά κει  και είδε ότι έρχονταν από το διαμέρισμα του μουσάτου, βγήκε γρήγορα στον διάδρομο και είδε ότι κι εκεί υπήρχε καπνός,  ανέβηκε πάνω και κατάλαβε  ότι προέρχονταν από την  πόρτα του άνω διαμερίσματος,  φώναξε κι από μέσα  ακούστηκε μια φωνή σιγανή.  Έτρεξε πίσω στο σπίτι,  πήρε τον πυροσβεστήρα που είχε,  κλώτσησε δυο φορές την πόρτα και μπήκε μέσα εκεί βρήκε τον μουσάτο  ξαπλωμένο στο πάτωμα σα να είχε πιει ή να είχε μεθύσει από κάτι,  πιο μέσα  κάτι  φλόγες σιγόκαιγαν που τις έσβησε  με μια ριπή, άφησε τον πυροσβεστήρα και τον  έβγαλε έξω «Είναι κανείς μέσα;» τον ρώτησε «Όχι, οι θείες μου  έχουν φύγει» είπε ο άλλος ξεψυχισμένα  «Άνοιξε όλες τις πόρτες  και τα παράθυρα να  φύγει ο καπνός, μη φωνάξεις την αστυνομία.» «Είσαι σίγουρος;» «Ναι,  σ’ ευχαριστώ» απάντησε ο εγγονός του αντάρτη και σηκώθηκε τρεκλίζοντας. 

Ήθελε να τον ρωτήσει πως στο δαίμονα είχε βάλει φωτιά, και τι έκανε εκεί πέρα,  και τι ρόλο βαρούσε, κι άλλα πράγματα για τον παππού του και την ιστορία τους όμως σκέφτηκε ότι η ώρα δεν ήταν η καλύτερη.  Γύρισε στο διαμέρισμα του κι άναψε ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τον ουρανό που παρέμενε φωτεινός από τις κροτίδες και τους πυροβολισμούς , η φασαρία δεν έλεγε να τελειώσει  σαν ο κόσμος  να ήθελε να ξεσπάσει από κάτι, όλο αυτό ήταν  πολύ ωραίο και σε αντίθεση με τότε που ήταν μικρός και τα φοβόταν τώρα του άρεσαν εκείνα τα πυροτεχνήματα τα λαμπερά,  ένα απ’  αυτά μάλιστα υψώθηκε πάνω απ’ όλα κι αφού διέγραψε  μια τροχιά κάθετη, σα να ήθελε να φτάσει στην κορφή του στερεώματος, έσκασε εκεί πάνω μεγαλόπρεπα σκορπίζοντας εκατομμύρια σπίθες.  

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΙΕΣ

 

Όπως καθόταν στη στάση με τις ανθισμένες δαμασκηνιές  ένα αμάξι ήρθε με  φόρα απίστευτη και καρφώθηκε σ’ ένα  περίπτερο εγκαταλειμμένο  παίρνοντας  σβάρνα το κουκουλωμένο  ψυγείο  κι όλο το κιόσκι μαζί, αυτή χωρίς  να το καταλάβει βρέθηκε στο τσιμέντο νιώθοντας έναν  πόνο  στον ώμο, πεσμένη στο τσιμέντο  παρακολουθούσε όλα όσα γίνονταν σα να μη την αφορούσαν, σα να βρισκόταν έξω από όλο εκείνο που διαδραματίζονταν μπροστά της.

Ο κόσμος έτρεξε αμέσως να δει τι είχε συμβεί,  ήταν τόσο δυνατό χτύπημα που όλοι απόρησαν και πήγαν  να βοηθήσουν όπως μπορούσαν, ο οδηγός ήταν ένας τύπος με κοιλιά  όχι πολύ μεγάλος σε  ηλικία , έμοιαζε θολωμένος καθώς σάλευε μέσα στα συντρίμμια,  σίγουρα κάτι θα  είχε πάρει ή ήταν πιωμένος,   δεν υπήρχε άλλη εξήγηση,  αλλιώς δε μπορούσε να είχε  κάνει κάτι τέτοιο, ευτυχώς σ’  εκείνη τη στάση εκτός  απ’  αυτήν  δεν υπήρχε κόσμος  θα είχε σκοτώσει πολλούς σίγουρα με τη φόρα που είχε.  Ο πρώτος που έφτασε την ρώτησε πως είναι και μετά της είπε ότι έχει καλέσει το ασθενοφόρο, έπειτα πήγε να απεγκλωβίσει τον οδηγό που ήταν χωμένος μέσα στο διαλυμένο αμάξι  προσπάθησε να τον βγάλει χωρίς  να  σκεφτεί ότι μπορούσε να του κάνει ζημιά,   ‘’Τι έγινε ρε φίλε;» του φώναξε   τραβώντας τον άγαρμπα   σα να έσερνε σακί, τον απέθεσε σε μια γωνιά και γύρω του μαζεύτηκε ένα τσούρμο  που τον κοιτούσε περίεργα παρ’ όλο που της πονούσε ο ώμος τους  άκουγε καθαρά που έλεγαν  « Πως έτρεχε έτσι  ο βλάκας θα τη σκότωνε τη γυναίκα» .

Δοκίμασε να κινήσει όλα τα μέλη της τα χέρια, τα πόδια, το κεφάλι και είδε ότι ήταν εντάξει οπότε π μπορούσε να χαλαρώσει παρά τον πόνο, άλλωστε κατά κάποιο τρόπο   περίμενε ότι κάτι θα της συμβεί εκείνη τη μέρα που είχε το ρεπό της. Όλο  τον καιρό είχε ένα προαίσθημα . Μέσα της αισθάνονταν ένα είδος  φόβου σα να ψυχανεμίζονταν  κάποιο προμήνυμα,  είχε αρχίσει να βλέπει στο ίντερνετ  κάτι σειρές λίγο τρομαχτικές προσπαθώντας  να το ξορκίσει ομοιοπαθητικά, όποτε την έπιανε τέτοια  επιθυμία να δει ή να διαβάσει μια ιστορία τρομαχτική ήξερε ότι κάτι θα της συμβεί. Πολύ την είχε επηρεάσει και μια ιστορία που άκουγε στις ειδήσεις για ένα κοριτσάκι που αγνοούνταν και το ‘ψανχαν όλοι και μέρες τώρα δεν είχε δώσει σημάδια ζωής. Το έβλεπε εκείνο το κοριτσάκι πολλές φορές στον ύπνο της κι όπως συμβαίνει στα όνειρα το ταύτιζε με ένα από τα δικά της  το πιο μεγάλο . Μάλιστα είχε δει το ίδιο όνειρο πολλές φορές,  το κοριτσάκι την έπαιρνε στο τηλέφωνο και προσπαθούσε  να απαντήσει όμως δεν μπορούσε,  με κάποιο τρόπο μπλοκάριζε η συσκευή ή το χέρι της κάτι πάθαινε,  ή κάτι συνέβαινε  που την εμπόδιζε να το σηκώσει  και ξυπνούσε ιδρωμένη…

Σε λίγο ήρθε το ασθενοφόρο  κι όλοι άνοιξαν χώρο να περάσουν οι τραυματιοφορείς, δυο άντρες πήγαν  προς τον οδηγό  που είχε γεμίσει αίματα ενώ  μια   νοσοκόμα  ήρθε προς το μέρος της, προσπάθησε να χαμογελάσει στην νοσοκόμα που την εξέτασε μια στιγμή και τη ρώτησε που πονά,   της έδειξε τον ώμο και η νοσοκόμα φάνηκε να μην ανησυχεί,  αυτό ήταν καλό σημάδι,  οι άλλοι δύο τραυματιοφορείς  έβαλαν  ένα κολάρο στο κεφάλι του ταλαίπωρου οδηγού  κι ύστερα τους οδήγησαν στο κίτρινο   φορτηγάκι  που τσίριζε αναβοσβήνοντας το φάρο του.   Όπως έφευγαν αυτή  παρατηρούσε του αργόσχολους που   μαζεύτηκαν γύρω από τη στάση με τις ανθισμένες δαμασκηνιές . Εκεί πέρα είχε δημιουργηθεί κάτι σα στέκι,  όπως ήταν όλα και κλειστά  δεν υπήρχε άλλο μέρος να πας κι είχε  εγκατασταθεί εκεί όλη η σάρα και η μάρα, κάτι τύποι με κουκούλες  είχαν στήσει ένα πάγκο με παλιατζούρες   και  μαζί τους   έβλεπες πάντα  έναν ξανθό  με το σκύλο του που έβγαζε τη γλώσσα όλη την ώρα.  Λίγο πιο πίσω σ’ ένα παρκάκι κάτι ρωσοπόντιοι έπαιζαν χάρτα απ’  το πρωί ως το βράδυ σα να ήταν στο κόσμο τους,  σα να μη συνέβαινε τίποτα γύρω τους.

Ξαπλωμένη  στο φορείο προσπαθούσε  να μαντέψει τι θα συνέβαινε , το βέβαιο ήταν ότι ήθελε να ξεμπερδεύει όσο πιο γρήγορα γινόταν,  δοκίμασε ξανά όλα τη μέλη της κι εκτός  από τον πόνο στον ώμο που υποχωρούσε με την ώρα δεν ένιωθε τίποτα οπότε μπορούσε να ανασάνει ανακουφισμένη , κοίταξε των ματωμένος τύπο που ξεφυσούσε  βαριά, εκείνος ο στενός ο χώρος με τον χτυπημένο και τον συνοδό που δεν μιλούσε καθόλου την άγχωνε φοβερά,   ήταν σαν εγκλωβισμένη  εκεί μέσα  όμως όλα  θα τελείωναν γρήγορα, έτσι πίστευε.  Έβγαλε το κινητό και ειδοποίησε τον άνδρα της για το ατύχημα, του είπε  ότι   δεν ήταν  τίποτα σοβαρό  κι ότι  γρήγορα θα γυρνούσε στο σπίτι.

Το μυαλό της όλη την ώρα ήταν στα παιδιά, ο κόσμος να χαλούσε έπρεπε  να γυρίσει κοντά τους, ι δυο κόρες της  δεν πήγαιναν πια σχολείο  έκαναν μάθημα από τον υπολογιστή, κάθε πρωί  τα έβαζε σε μια σειρά  καΙ μετά έπιανε να μιλά όλη την ώρα με πελάτες και συναδέλφους,  δούλευε όλη μέρα σχεδόν και το βράδυ που σταματούσε ένιωθε ένα σφίξιμο στο στομάχι σα να είχε καθίσει μια πέτρα εκεί πέρα. Την προηγούμενη  μέρα μιλούσε μ’ ένα στραβόξυλο, έναν πελάτη με τον οποίο δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τίποτα, o τύπος  επέμενε ότι δεν έπρεπε να πληρώσει κι ότι όλοι του χρωστούσαν ,  όλοι ήταν απατεώνες και ρουφήχτρες, ήταν τόσο επίμονος τόσο τοξικός που κάθε φορά που έπρεπε να του τηλεφωνήσει ένιωθε την καρδιά της να χτυπά πιο δυνατά χίλιες δυο φορές είχε πει στον προϊστάμενο να την απαλλάξει από τον τύπο αλλά ο προϊστάμενος ήταν στο κόσμο του εντελώς και δεν έδινε δεκάρα.

Δουλεύοντας τόσον καιρό είχε χάσει επαφή με τους δικούς της, είχε τόσο καιρό να δει τη μάνα της και της έλειπε πολύ, άμα μπορούσε  να πάει  στο χωριό,  τέτοια εποχή θα  άρχιζαν να πρασινίζουν όλα όχι όπως την πόλη που έβλεπε παντού γκρίζο, ούτε χρώματα ούτε τίποτα.  Η μάνα της θα της έφτιαχνε κανένα από κείνα τα φοβερά  ψωμιά ή κανένα χταποδάκι στη σχάρα όπως μόνο εκείνη ήξερε κι ύστερα θα καθόταν να δει και να παίξει με τα εγγόνια της για ώρες…

Σήκωσε  το βλέμμα  ψηλά κι  από το τζάμι του οχήματος είδε  δέντρα ανθισμένα,   προσπάθησε να καταλάβει που βρίσκονταν,  το νοσοκομείο που τους πήγαιναν  ήταν έξω από την πόλη και σε κανονικές συνθήκες θα χάζευε τη διαδρομή όμως από κει μέσα ήταν λίγο δύσκολο. Το βέβαιο ήταν  ότι με τέτοιον καιρό δεν ήθελες να κλειστείς σε καμιά κλινική, τα δέντρα  που άνθιζαν στα στενά και στους ακάλυπτους απλώνοντας παντού τα άνθη τους θύμιζαν κήπους  γιαπωνέζικους,  ήταν η εποχή που όλα έμοιαζαν ρευστά, στον αέρα κυριαρχούσε μια άλλη διάθεση  και σ’ έπιανε μια επιθυμία να ταξιδέψεις,  να φύγεις μακριά, να δραπετεύσεις   από την κλεισούρα και  τον αποκλεισμό του χειμώνα που  είχες περάσει μες στο σπίτι.

Την άνοιξη ένιωθε  κάπως παράξενα, την έπιανε μια μελαγχολία και ήθελε κάποιον δίπλα της πάντα έτσι αισθάνονταν κι κείνο το πρωινό  περιμένοντας το λεωφορείο,  χάζευε τα αμάξια  που περνούσαν, τους  ανθρώπους που  ερχόταν από τη λαϊκή κουβαλώντας τσάντες με φράουλες και πορτοκάλια,  τους τύπους που είχαν τον πάγκο από τα παλιατζίδικα,  έπιναν χυμούς από  κάτι χάρτινα κουτιά και γελούσαν ενώ   δίπλα τους ένας γύφτος πουλούσε  μπανάνες και μήλα φωνάζοντας όλη την ώρα.  Όλα έπαιρναν αυτήν την εποχή μια άλλη μορφή σα να γίνονταν πιο ωραία, γυρίζοντας το βλέμμα κοίταζε τις πολυκατοικίες που έμοιαζαν να διαλύονται στο φως του πρωινού ήλιου  και να εξαϋλώνονται μέσα σ’ ένα  φως εκθαμβωτικό, ήταν μια μαγεία.

Θα πρέπει να πλησίαζαν στο νοσοκομείο γιατί ο οδηγός κάτι φώναζε και είχε σταματήσει. Εκείνη τη στιγμή ο  χτυπημένος  άνοιξε τα μάτια του και ζήτησε λίγο νερό,  ο συνοδός νοσοκόμος του έδωσε μερικές γουλιές από ένα πλαστικό μπουκάλι κι ο χτυπημένος άρχισε ένα μιλά πολύ γρήγορα σα να βιαζόταν «Τι έγινε, χτύπησε  κανένας, συγγνώμη ρε παιδιά, δε το ήθελα!» είπε κλαίγοντας κι  ύστερα  άρχισε να λέει κάτι ασυναρτησίες που δε μπορούσαν  να καταλάβουν. Έγειρε πίσω για μερικά δευτερόλεπτα και   ξαφνικά  άρχισε να βαριανασαίνει, ο νοσοκόμος του έβαλε τον αναπνευστήρα στο  πρόσωπο  κι ο άλλος άρχισε να κάνει κάτι κινήσεις σπασμωδικές «Σε λίγο φτάνουμε» του είπε ο συνοδός αλλά ο άλλος έμοιαζε να μη καταλαβαίνει τίποτα από όσα  συνέβαιναν  γύρω του,  προσπαθούσε να εξηγήσει κάτι κάνοντας νοήματα όμως λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα του μόνο κάτι μουρμουρητά που δεν ξεχώριζες.  

Οι πόρτες του ασθενοφόρου άνοιξαν, οι  δυο τραυματιοφορείς κατέβηκαν κι άρχισαν να μιλούν με κάποιον εκεί πέρα  σα να μη βιάζονταν. Αυτή ανασηκώθηκε στο φορείο και στηρίχτηκε στα πόδια της δεν ένιωθε τίποτα οπότε δεν ήθελε να είναι ξαπλωμένη όπως ετοιμάζονταν αν φωνάξει «Τι θα γίνει με μας;»   όταν ο χτυπημένος άρχισε να βήχει άσχημα και πήρε να χλομιάζει σα να έχανε το χρώμα του. Χωρίς  να το σκεφτεί πήγε κοντά του και τον κοίταξε κατάματα,  εκείνος γούρλωσε τα μάτια  και είπε  καθαρά αυτή τη φορά «Εγώ το σκότωσα  το κοριτσάκι  κι ο θεός θα με κάψει,  θέλω να το πω σε κάποιον  δε μπορώ !» αυτή τον κοιτούσε  σα  χαμένη και τότε  ήρθαν οι νοσοκόμοι που  τον άρπαξαν « Μάλλον έχει εσωτερική αιμορραγία» είπε  ο ένας κι άρχισε να σέρνει το φορείο κατά τα χειρουργεία.  Μέσα στη φασαρία κανείς  δε νοιάζονταν γι αυτή σα να μην υπήρχε αλλά ούτε την ένοιαζε,  στο μυαλό της είχαν καρφωθεί τα λόγια του χτυπημένου που της είχαν κόψει τα πόδια , έπρεπε  να μιλήσει σε κάποιον υπεύθυνο όμως όπως στα όνειρα ένιωθε πάλι να παγώνει και να κοκαλώνει,  δεν ήξερε τι να κάνει. Περπάτησε κατά  το νοσοκομείο σα ζαλισμένη και χωρίς  να το καταλάβει βρέθηκε έξω απ’ τα χειρουργεία,  εκεί  είδε τον συνοδό που ήταν μαζί της στο ασθενοφόρο  να βγαίνει  λέγοντας κουρασμένα   «Τελείωσε,  αυτό ήταν».  

 

 

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

ΤΥΦΩΝΑΣ

 

Είχαν γνωριστεί στο γνωριστεί στο αστυνομικό τμήμα, εκεί  τους είχαν κουβαλήσει για αναγνωρίσεις σχετικές με τον θάνατο ενός παιδιού. Το παιδί  είχε σκοτωθεί στη διάρκεια  ενός  πάρτι όπου είχαν πάει κι αυτοί, είχε γκρεμιστεί  από τα σκαλιά της πολυκατοικίας όπου γινόταν το πάρτι και χτύπησε άσχημα. Όλη νύχτα φερόταν αλλοπρόσαλλα, κλωτσούσε αντικείμενα, φώναζε και σε κάποια  φάση είχε μπλεχτεί  σ’ έναν καυγά  με κάτι μουσάτους τύπους που κανείς δεν ήξερε πως είχαν βρεθεί εκεί πέρα,  λέγανε ότι ήταν βαλτοί κι ότι διακινούσαν ναρκωτικά,  κάτι βρώμικο είχε παιχτεί κι αυτοί δεν είχαν ιδέα. 

 Εκείνη είχε έρθει από τη Γερμανία με τους δικούς της για  διακοπές κι αντί για διασκέδαση έτρεχε στις αστυνομίες,  εκεί όμως είχαν έρθει κοντά.Όταν την είχε πρωτοδεί  του θύμιζε Αμερικανίδα ηθοποιό, η φωνή, το χαμόγελο, η καλοσχηματισμένη οδοντοστοιχία, του είχε αρέσει τόσο πολύ που δεν μπορούσε να τη βγάλει από το μυαλό του.Όλη νύχτα τους τραβολογούσαν για αποτυπώματα και  ανακρίσεις, είχαν περάσει μεγάλη ταλαιπωρία.

 Ήταν μια νύχτα εφιαλτική, οι αστυνομικοί κουβαλούσαν δεμένους με χειροπέδες  εκείνους τους μουσάτους που φορούσαν κάτι πουκάμισα χρωματιστά, πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά,  όλοι σωματώδεις και φώναζαν,  έκαναν  φασαρία,  δεν μπορούσαν να τους κάνουν κουμάντο κι η νύχτα έμοιαζε ατέλειωτη,  δεν έλεγε να ξημερώσει.  Οι αστυνομικοί επέμεναν «Πως βρεθήκατε εκεί,  τι κάνατε, τι πήρατε, από πού το ξέρατε το παιδί, μαλώσατε μαζί του;» ένας ειδικά ήταν πολύ επίμονος και τον είχε βάλει στο μάτι προσπαθώντας να του πάρει λόγια «Μήπως του είχες δώσει τίποτα;» τον ρωτούσε «Μας είπαν  ότι πριν σκοτωθεί μιλούσε μαζί σου, είσαι σίγουρος γι αυτά που λες,  εμείς θέλουμε να σε βοηθήσουμε, κάντο για τη μνήμη του παιδιού,  για τους γονείς του!» τον είχα πιέσει τόσο πολύ που σε μια στιγμή του ήρθε να φωνάξει «Εντάξει, τι στο διάβολο θέλετε να σας πως πείτε μου να τελειώνουμε!» όμως κρατήθηκε.  Μ’  εκείνη την κατάθεση τον είχαν πάει στο δικαστήριο, είδε κι έπαθε μέχρι να ξεμπλέξει,  από τότε μισούσε την αστυνομία όποτε έβλεπε περιπολικό ήθελε να ορμήσει με το αμάξι του και  να το τσαλακώσει, να το κάνει σμπαράλια.

Όλοι τους είχαν γίνει κομμάτια εκείνη τη νύχτα, η γυναίκα του είχε καταρρακωθεί περιμένοντας  στον βρώμικο διάδρομο του τμήματος δίπλα στους μουσάτους με τα παρδαλά πουκάμισα  και μια γριά που ήθελε να καταγγείλει κάποιον.  Η γριά ήταν νευρωτική κι είχε μια όψη που σε τρόμαζε, το ένα  μάτι της ήταν βουλωμένο  με κάτι σαν μαύρο μπάλωμα και σκιαζόσουν να τη βλέπεις. Φώναζε και χαλούσε τον κόσμο ενώ οι μουσάτοι γελούσαν διασκεδάζοντας με το άθλιο θέαμα κι οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να επιβάλουν τάξη. Το ανακριτικό δωμάτιο βρωμούσε τσιγάρο, τότε δεν απαγορεύονταν, και όλη η διαδικασία έμοιαζε να κρατά αιώνες. Η κοπέλα έκλαιγε, όλα αυτά της φαινόταν  τερατώδη, καθόταν εκεί και την παρηγορούσε ώσπου ξημέρωσε, μιλήσανε λίγο, τον ευχαρίστησε κι αντάλλαξαν τηλέφωνα.

 Αργότερα γνωρίστηκαν καλύτερα,  στα δικαστήρια όπου τον έσερναν ερχόταν κι αυτή για υποστήριξη, δεν τον άφηνε ποτέ μόνο του, όποτε απογοητεύονταν του χαμογελούσε μ’  εκείνο τον τρόπο που θύμιζε αμερικανίδες από τις ταινίες και τον χαλάρωνε. Στην δίκη που είχε γίνει   οι αστυνομικοί κάλυπταν ο ένας το άλλον,  δεν έπαιρναν τίποτε πίσω παρ’ όλο που ήξεραν την αλήθεια.  Εκείνον τον καιρό συμμετείχε σε μια ομάδα πάλης  ήταν τόσο καλός που  τον φώναζαν  Τυφώνα, όπως ήταν νέος είχε μπλεχτεί σε μερικές φασαρίες κι ήταν γνωστός,  τον είχαν βάλει στο μάτι επειδή  δε μασούσε,  του την είχαν στημένη,  ένας αστυνόμος μάλιστα του είχε πει «Εγώ θα σε σβήσω από τη πιάτσα!» ήταν εκείνος που του πήρε την κατάθεση και παραλίγο να τον θάψει.  

Του πήρε καιρό να καθαρίσει το όνομα του  όμως μέσα από αυτό το μπλέξιμο είχαν γνωριστεί καλά με τη γυναίκα του  και στο τέλος παντρεύτηκαν.  Είχαν κάνει κι ένα παιδί ενώ  μαγαζί που είχαν  πήγαινε περίφημα ώσπου   ο  ηλίθιος ο δήμαρχος   ξεκίνησε  κάτι έργα στον δρόμο που περνούσε έξω από την πόρτα   και τους είχε σακατέψει. Κανείς  δεν μπορούσε να σταματήσει, όλοι έφευγαν σφαίρα μόλις έβλεπαν τα μπάζα και τους εργάτες, η περανζάδα είχε καταστραφεί  κι εκείνα τα έργα έμοιαζαν να συνεχίζονται ως την αιωνιότητα,  είχαν περάσει πάνω από ένα χρόνο και συνέχιζαν να σκάβουν σαν να διόρθωναν τον πύργο της Πίζας, τι στο διάβολο έκαναν ;

Η ζημιά ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα, χρειάζονταν ένα κάρο λεφτά για το ιδιωτικό σχολείο του παιδιού,  για τις δόσεις του σπιτιού που είχαν  αγοράσει και για το καινούριο αυτοκίνητο που είχαν πάρει  οπότε η γυναίκα του που ήταν πολύ ξύπνια βρήκε μια αγγελία κι έφυγε πίσω στη Γερμανία   με την ελπίδα να γυρίσει γρήγορα.  Συμφώνησαν το παιδί να μείνει στην Ελλάδα κι εκείνη υπέφερε που δεν το είχε κοντά της,  για μερικούς μήνες αυτός  το πάλευε με τον μικρό  όμως τελικά αναγκάστηκε  να τον  στείλει στους γονείς του κι ήταν όλοι σκόρπιοι.  Το αγόρι  βέβαια ήταν ευχαριστημένο,  μια ζωή περνούσε τα καλοκαίρια με τους παππούδες  και τους είχε συνηθίσει οπότε δεν είχε πρόβλημα,  στη μικρή πόλη της επαρχίας είχε βρει ένα σωρό φίλους και ήταν μια χαρά.  Του έλειπε αλλά τι μπορούσε να κάνει,  όταν το είχε μαζί του δεν προλάβαινε να το δει,  όλη μέρα έτρεχε σαν χαμένος να προλάβει τη δουλειά κι όταν γυρνούσε σπίτι ο μικρός κοιμόταν «Α ήρθες μπαμπά» του έλεγε κι έκλεινε τα μάτια  οπότε σκέφτηκε ότι το παιδί άξιζε μια καλύτερη μοίρα και το έστειλε στους δικούς του όμως με το ένα και το άλλο  είχε βρεθεί εντελώς  μόνος σαν τον κούκο, πως τα είχε φέρει έτσι η ζωή δεν μπορούσε να  καταλάβει…

Από τότε που είχε φύγει η γυναίκα και το παιδί του  έχασε τη μπάλα, όλα γύρω κυλούσαν σ’ έναν δικό  τους ρυθμό σα να ήταν ένας κόσμος διαφορετικός, μια διάσταση άλλη.  Τα μαγαζιά άλλαζαν συνέχεια ωράριο κι έκλειναν ότι ώρα να ναι, δεν μπορούσε να θυμηθεί τι χρειαζόταν να ψωνίσει,  κάπου τα είχε γραμμένα αλλά δεν έβρισκε το χαρτάκι  κοιτούσε γύρω προσπαθώντας να σκεφτεί τι έπρεπε να πάρει. Οι άνθρωποι στέκονταν  έξω από τα σούπερ μάρκετ σε ουρές περιμένοντας τη σειρά τους κι άλλοι καρτερούσαν υπομονετικά  μπροστά στα αυτόματα μηχανήματα των τραπεζών, τα εμπορικά  έκλειναν  κάποια ώρα αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια, όλη η ζωή γύρω έμοιαζε να κινείται σε μια παράλληλη κατεύθυνση. Είχε μείνει μετέωρος και το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να αντέξει μέχρι να περάσει όλο αυτό, έπρεπε με κάποιο τρόπο να γεμίσει ένα διάστημα κάποιων μηνών μέχρι τα πράγματα να στρώσουν,  μέχρι να σκεφτεί κάποια λύση,  μέχρι με κάποιο τρόπο όλα να μπουν στη θέση τους, το μόνο που χρειαζόταν ήταν να μη χάσει την πίστη του, να συνεχίσει να ελπίζει.

 

Ένα βράδυ που  μισοκοιμόταν στην κρεβατοκάμαρα άκουσε κάποιον θόρυβο και του κόπηκαν τα πόδια.  Ο γείτονας του είχε πει την προηγούμενη μέρα ότι είχε βρει παραβιασμένη  την εξώπορτα του κι αμέσως έκανε τη σκέψη ότι οι κλέφτες είχαν μπει  στο σπίτι  όμως   δεν μπορούσε  να καταλάβει από που προέρχονταν ο θόρυβος.  Άναψε  το φως κι ανέβηκε τις σκάλες προς τον πάνω όροφο όπου  είδε κάτι να κουνιέται σε μια γωνιά, του ήρθε να βάλει τα γέλια,  ήταν ένα από τα παπαγαλάκια  που είχε,  τον κοιτούσε απορημένο, πρέπει να είχε αφήσει ανοιχτή την πορτούλα  και ήρθε κοντά του οδηγημένο από  το φως της τηλεόρασης «Έλα δω ρε μπαγάσα!»  φώναξε ανακουφισμένος και το άρπαξε για να το πάει πήγε πίσω στο κλουβί.  

Γέμισε με καινούριο  νερό το μπολ των παπαγάλων  κι όπως τους έβαζε τροφή  έμεινε να κοιτά τη φωτογραφία της γυναίκας του που υπήρχε εκεί  κρεμασμένη  στον τοίχο. Άνοιξε το κινητό και τη σύγκρινε με μια πρόσφατη φωτογραφία που του είχε στείλει,  ήταν αλλαγμένη σίγουρα όμως τα μάτια της γυάλιζαν όμως και τότε κάτω από τη φωτογραφία του έγραφε  : «Θυμάσαι τότε στο τμήμα όταν γνωριστήκαμε που μου έπιασες το χέρι;» αυτό δεν το θυμόταν καθόλου, το είχε ξεχάσει εντελώς «Θυμάσαι που πήγες και είπες τη γιαγιά με το ένα μάτι να μη μ’  ενοχλεί επειδή  μου φώναζε  σα να έφταιγα εγώ . Θυμάσαι που μου είπες ‘’ρε μη στενοχωριέσαι εγώ δε σ’ αφήνω’’ κι ύστερα που φύγαμε μου αγόρασες ένα σάντουιτς και μια πορτοκαλάδα;»  δεν τα θυμόταν έτσι ακριβώς  όμως τώρα που του τα έλεγε η γυναίκα του επανέρχονταν στη μνήμη του σα να τα ξαναζούσε νοερά,  τον διάδρομο με το δωμάτιο που είχε κάγκελα όπου είχαν κάποιον κρατούμενο,  το μωσαϊκό γεμάτο καφέδες που κανείς δε σφουγγάριζε, τις σκάλες που στριφογύριζαν ανεβαίνοντας,  τα ξενυχτισμένα παιδιά,  τους γονείς του παλληκαριού που είχε σκοτωθεί και είχαν έρθει εκεί αλαφιασμένοι, τον καταραμένο εκείνο αστυνομικό που τον κοιτούσε περίεργα όλη την ώρα.

Καθόταν εκεί στα σκοτεινά και σκεφτόταν όλα τα περιστατικά που τα είχε διώξει από τη μνήμη του γιατί τον χαλούσαν και τώρα ξεχύνονταν σα να είχε ανοίξει κάποιος ένα  σφραγισμένο κιβώτιο. Πως είχε ξεφύγει ρε φίλε από κείνο το λούκι, αν έλεγε μια κουβέντα ακόμα  θα τον είχαν χώσει μέσα κι άντε  να βρεις άκρη μετά,  τότε  δεν ήξερε ότι τα καθάρματα δεν είχαν  δικαίωμα να τον κρατούν τόσες ώρες,  ούτε ήξερε ότι μπορούσε να μη μιλήσει και να φέρει δικηγόρο. Δεν του είχε μιλήσει κανείς για όλα αυτά  θυμόταν όμως ότι σε μια  στιγμή που συνέχιζαν να τον πιέζουν είχε γίνει έξαλλος,   σηκώθηκε επάνω και τους φώναξε  « Άμα έχετε κάτι εναντίον μου πέστε το  αλλιώς   πάτε όλοι στο διάβολο!» οι φωνές του ήταν τόσο δυνατές που ο ίδιος ο διοικητής   ήρθε εκεί πέρα και κάτι είπε στους αστυνόμους που άλλαξαν στάση και το γύρισαν στο πιο μαλακό τάχα μου.

Καθόταν εκεί  στα σκοτεινά κι όλες εκείνες οι σκηνές περνούσαν σαν ταινία μπροστά του, ο παλιός  θυμός του δεν είχε περάσει μετά από τόσα χρόνια κι ίσως δεν ήταν καλό να  σκαλίζει τα περασμένα.  Έπιασε το τηλέφωνο  να γράψει ένα μήνυμα στη γυναίκα του και το χέρι του έτρεμε,  στο δωμάτιο επικρατούσε ηρεμία απόλυτη που ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση μ’  αυτό που ένιωθε, μόνο   το παπαγαλάκι έβγαζε κάτι  φωνές πνιχτές  όμως ύστερα από λίγο  ύστερα έπαψε και δεν ακούγονταν πια  τίποτα.  

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...