Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

ΑΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΕΣΤΕΡΕΣ

Το φθινόπωρο είχε μπει πια για τα καλά κι η φύση γέμιζε με κείνα τα υπέροχα χρώματα, κίτρινο, κόκκινο, καφέ, πράσινο, ο καιρός ήταν γλυκός, πολλά πρωινά έβγαζε μια ομίχλη που τα σκέπαζε όλα κι η υγρασία ήταν ευχάριστη ύστερα απ’ τις κάψες του καλοκαιριού, πέρα μακριά μπορούσες να δεις τη θάλασσα κι υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που κολυμπούσαν, μάλιστα λέγανε ότι τέτοια εποχή τα νερά είχαν την καλύτερη θερμοκρασία, δεν υπήρχε πλήθος να σε ζαλίζει ούτε ζέστη που σου σπάει τα νεύρα, ήταν η καλύτερη σεζόν για μπάνιο. Πολλές φορές σταματούσαν στη διαδρομή και κατέβαιναν να μαζέψουν κούμαρα, αυτηνής της άρεσαν πολύ κι ήξερε πώς να τα διαλέγει, προτιμούσε εκείνα που είχαν χρώμα κατακόκκινο κι ήταν μαλακά, είχε ακούσει ότι αποτελούσαν την αγαπημένη τροφή των αγριογούρουνων και των πουλιών, λέγανε ότι οι ντόπιοι εκεί πέρα τα βάζανε και στο ούζο γιατί έδινε μια γεύση ιδιαίτερη.

Ο οδηγός δε βιαζόταν καθόλου να φτάσει στα αμπέλια όπου άφηνε τις γυναίκες να μαζέψουν σταφύλια, έκανε μια στάση κι αυτή με μια φίλη της έβγαιναν σε μια πλαγιά να γεμίσουν τα σακουλάκια τους με κούμαρα. Έτσι κι αλλιώς η δουλειά σχεδόν τελείωνε, μερικά χωράφια μονάχα είχαν μείνει σε κάτι σημεία ημιορεινά κι έπειτα θα σταματούσαν, ήταν ευτύχημα που κάθε χρόνο δούλευε εκεί πέρα για να κολλήσει τα λίγα ένσημα που χρειαζόταν καθώς πλησίαζε την ηλικία της σύνταξης, είχε κι ένα θέμα με το χέρι της που πάθαινε τενοντίτιδα και δεν έπρεπε να το ζορίζει οπότε πρόσεχε τις κινήσεις της κι άλλες φορές το έδενε μ’ ένα μαντήλι, λίγο ακόμα υπομονή έπρεπε να κάνει, τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει κι είχαν αρχίσει να βγάζουν δικά τους λεφτά, μάλιστα ήταν περήφανα γι αυτό κι όσο κι αν καταλάβαινε ότι στο τέλος θα έμενε μόνη από την άλλη ανυπομονούσε περιμένοντας αυτή τη στιγμή μετά από μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν η μάνα της που είχε εγχειριστεί και πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο, καθηλωμένη στο κρεβάτι ήθελε άνθρωπο δίπλα της όλο το εικοσιτετράωρο, δε μπορούσε να την αφήσει μόνη όπως παλιά, την εγκατέστησε στο σπίτι κι από τότε άρχισαν τα βάσανα της. Οι γέροι γίνονται εγωιστές σαν πλησιάσουν στο τέλος, σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους και κανέναν άλλο, νομίζουν ότι είναι το κέντρο του κόσμου, όλα περιστρέφονται γύρω απ’ αυτούς, όσο καλοί κι αν υπήρξαν δείχνουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα καθώς η λογική υποχωρεί και λειτουργούν αυτόματα, σπάνια να δεις γέρο καλοσυνάτο. Καθόταν εκεί δίπλα της με τις ώρες να της βάζει μαξιλάρια και να της φέρνει ότι ζητούσε ενώ εκείνη γκρίνιαζε συνέχεια ζητώντας να την αλλάξει, να τη φροντίσει, να την ταΐσει, όλα της φταίγανε. Τις νύχτες η μάνα της μονολογούσε, είχε αρχίσει να τα χάνει κι αράδιαζε όλα τα σόγια, όλους τους συγγενείς κι όλους τους γείτονες που θυμόταν απ’ το χωριό όπου είχε γεννηθεί, ο τάδε ήταν παντρεμένος με την τάδε κι είχαν τόσα παιδιά ή μήπως όχι, κι ο δείνα ζούσε ή είχε πεθάνει; Η γριά θυμόταν ένα κάρο ανθρώπους ενώ ξεχνούσε αν είχε πάρει το χάπι της πριν από λίγο, παραμιλούσε αδιάκοπα καθώς όλα είχαν μπερδευτεί σαν ένα κουβάρι στο μυαλό της και τις νύχτες προσπαθούσε να το ξεμπερδέψει, αυτή καθόταν εκεί κι άκουγε τα ατελείωτα ονόματα χωρίς να βγάζει άκρη, πολλούς απ’ αυτούς τους ήξερε γι’ άλλους δεν είχε ιδέα, έτσι την έπαιρνε ο ύπνος στον καναπέ καθώς η γριά συνέχιζε τις ασυναρτησίες.

Μια άλλη φορά πάλι η γριά μιλούσε σα να είχε κάποιον απέναντι της, έλεγε μια ιστορία για τότε που είχε πάει να μαζέψει φλαμούρι από ένα δέντρο μέσα σε μια λαγκαδιά, είχε γεμίσει λέει ένα τσουβάλι με άνθη που μοσχοβολούσαν κι ετοιμάζονταν να φύγει όμως στο μεταξύ είχε περάσει η ώρα κι έπεσε το βράδυ, μέχρι να βγει από τη λαγκαδιά είδε κι έπαθε, με το που είχε πέσει ο ήλιος άκουγε από ψηλά απ’ το βουνό ουρλιαχτά σκύλων ή λύκων .περπατώντας στα τυφλά κατ κει που υπολόγιζε ότι βρίσκονταν μονοπάτι βρέθηκε σε κάτι πηγές με ζεστό νερό που άχνιζαν κι όλο το μέρος γύρω ήταν τυλιγμένο στους ατμούς, ‘’Θέ μου που βρέθηκα;’’ είπε η γριά και σταυροκοπήθηκε καθώς θυμόταν ξανά το μέρος . Τέτοιες ιστορίες θυμόταν όλη την ώρα η μάνα της κι αυτή καθόταν μόνη κι άκουγε θέλοντας και μη, έτσι περνούσε τα βράδια της, άκουγε παραμιλητά, κοιτούσε τις φωτογραφίες στους τοίχους και σκεφτόταν πως είχε περάσει ο καιρός, πως είχαν αλλάξει όλα, τα παιδιά είχαν φύγει για τις σχολές και τις δουλειές τους κι όσο για τον σύζυγο, όσο μακρύτερα βρίσκονταν τόσο το καλύτερο, είχαν χωρίσει πια από χρόνια και δεν υπήρχε περίπτωση να τα ξαναβρούν.

Το περίμενε βέβαια ότι κάποτε θα ερχόταν η στιγμή να κοιτάξει τους γονείς της κι είχε αγοράσει ένα σπίτι με χώρο στον κάτω όροφο όπου θα τους έβαζε να έχουν την άνεση τους, είχε διαλέξει μια μονοκατοικία έξω απ την πόλη, κοντά σε μια ρεματιά απ’ όπου φυσούσε όλο το καλοκαίρι και δρόσιζε, όλα έδειχναν να πηγαίνουν όπως τα είχε προγραμματίσει όμως ύστερα έχασε τη μπάλα, πρώτα πέθανε ο πατέρας της έτσι ξαφνικά, ύστερα χώρισε, μετά η κόρης της έφυγε έξω, κατόπι ήρθε η μάνα της σαν κερασάκι στην τούρτα. Κάποιοι της πρότειναν να τη βάλει σε ίδρυμα, αυτή λέγανε θα ήταν η καλύτερη λύση όμως η γριά όποτε άκουγε κάτι τέτοιο έβαζε τις φωνές, ‘’Καλύτερα να με ρίξτε στη θάλασσα !’’ και τότε την πλάκωναν οι τύψεις, δεν μπορούσε να την εγκαταλείψει, να την πετάξει στον καιάδα, ένιωθε ότι ήταν ο μόνος δεσμός που είχε με το παρελθόν, ήθελε να την κρατήσει ακόμα λίγο. Έψαξε για γυναίκα που θα μπορούσε να τη φροντίζει στο σπίτι όμως καμιά δεν αναλάμβανε να έρθει εκεί πέρα έξω απ’ την πόλη, όλες θέλανε να είναι κοντά στους δικούς τους και δεν το κουνούσαν από το κέντρο, δεν στάθηκε δυνατό να βρει ούτε μία πρόθυμη κι έτσι αναγκάζονταν να τη φροντίζει η ίδια για να μη νιώθει ενοχές. Το πάλεψε για ένα διάστημα όμως ύστερα τάπαιξε, δεν άντεχε, πνίγονταν, έπρεπε να ξεκολλήσει, να πάει μπροστά τη ζωή της, ήταν ακόμα νέα και δεν ήθελε να θαφτεί στο σπίτι παρέα με τη μάνα της, αν είχε κοντά τη μεγάλη της κόρη δε θα φοβόταν τίποτα αλλά εκείνη είχε φύγει μακριά πολύ στο εξωτερικό να βρει την τύχη της, αν είχε εκείνη όλα θα ήταν διαφορετικά, μπορούσε να την εμπιστευτεί, πως στο δαίμονα είχαν έρθει έτσι όλα;

Αυτό που την έσωσε ήταν μια φίλη της, συμφώνησε να προσέχει τη γιαγιά για το διάστημα που θα είχε δουλειά στα χωράφια, αμέσως πήρε πάνω της, με το που έβγαινε στην ύπαιθρο και πατούσε χώμα της έκανε καλό, από τη ρεματιά του σπιτιού της δε μπορούσες να δεις και πολλά πράγματα εδώ όμως το μάτι άνοιγε, η φύση απλώνονταν μπροστά σου, ψηλά τα αεροπλάνα πετούσαν διαγράφοντας πορείες σταυρωτές στον ορίζοντα μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα, ήταν ένα διάλειμμα που ξεκούραζε το μυαλό. Εκεί που τελείωναν τα χωράφια με τα κλήματα είχε τις εγκαταστάσεις του ένα οινοποιείο τεράστιο που είχε ανοίξει πρόσφατα, μια μέρα τους πήγαν να το δουν, είχαν πάθει πλάκα με όλα εκείνα τα βαρέλια, τα καζάνια και τα πελώρια μεταλλικά δοχεία για την αλκοολική ζύμωση, οι τύποι όποιοι κι αν ήταν, είχαν κάνει φοβερή δουλειά ,το είχαν φτιάξει πολύ όμορφο σαν αυτά που βλέπεις στην τηλεόραση.

Στο οινοποιείο τους είχαν κάνει και μια ξενάγηση όπου εξηγούσαν την ιστορία του κρασιού σ’ εκείνα τα μέρη, στην περιοχή υπήρχαν λέει κάτι χώματα περίεργα κι ένα μικροκλίμα που επηρεάζονταν από υπόγεια θερμά νερά, εκεί κοντά άλλωστε βρισκόταν και κάτι λουτρά όπου ο κόσμος έκανε τα θεραπευτικά μπάνια του, εκεί κάπου πρέπει να είχε βρεθεί κι η μάνα της τότε που χάθηκε στο λαγκάδι με τις φλαμουριές κι αργότερα έπαιρνε τον συγχωρεμένο τον πατέρα της και πήγαιναν για υδροθεραπείες. Η ξενάγηση ήταν πολύ ωραία, μια γυναίκα που ήξερε ένα κάρο πράγματα έλεγε ότι στα κρασιά μπορείς να βρεις μέχρι και τετρακόσια διαφορετικά αρώματα ανάλογα με τις ζύμες που χρησιμοποιούνται, τις αρωματικές εστέρες , το ξύλο του βαρελιού, το μπουκάλι της φιάλης . Πολλά από κείνα που άκουγε δεν τα τα καταλάβαινε όμως ακούγονταν πολύ όμορφα, τι ωραία θα ήταν να είχε σπουδάσει κάτι σχετικό, πάντα της άρεσε λίγο κρασί στο τραπέζι και μπορούσε να διακρίνει τα καλά από τα εντελώς άχρηστα, είχε σχεδόν ξεχαστεί εκεί πέρα και το βράδυ που γύρισε στο σπίτι ήταν σχεδόν χαρούμενη.

Ένιωθε πιο ανάλαφρη παρόλο που ήταν κουρασμένη, τις μέρες που είχε ρεπό η φίλη της ξεκουράζονταν κι εκείνη πρόσεχε τη μάνα της . Την είδε να ροχαλίζει ήρεμα κι έπεσε στο κρεβάτι ξερή. Κοντά στα μεσάνυχτα ξύπνησε από έναν θόρυβο σα γδούπο, έτρεξε στο δωμάτιο της μάνας της ενώ η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, τη βρήκε στο πάτωμα ν’ αγκομαχά, φαίνεται ότι προσπαθώντας να σηκωθεί είχε πέσει με το πρόσωπο, η όψη της ολόκληρη είχε μελανιάσει. Τρόμαξε όταν την είδε έτσι παραμορφωμένη, σκιάχτηκε, της ήρθε να βάλει τα κλάματα, πήρε τηλέφωνο για ασθενοφόρο και προσπάθησε να τη σηκώσει όμως ήταν αδύνατο, η γιαγιά ήταν πολύ βαριά και μπορούσε να σακατέψει τη μέση της, την τράβηξε στον τοίχο, της έπλυνε το πρόσωπο και την έβαλε να πιει λίγο νερό, η γριά ανάσαινε βαριά, ύστερα άρχισε να παραμιλά όπως έκανε τα βράδια που δεν είχε ησυχία ‘’Αχ! πότε θα πάω στα λουτρά για τη μέση μου, το ζεστό νερό θα πάρει τους πόνους μου!’’ ύστερα φώναζε τον άντρα της ‘’Γιώργο μη μπαίνεις στη δεξαμενή τη βαθιά, θυμάσαι τότε που πνίγηκε ένα παιδί, κράτα το χέρι μου, εγώ ξέρω καλό κολύμπι!’’ Οι νοσοκόμοι κατάλαβαν τι συνέβαινε κι ούτε που τη ρώτησαν γιατί έκλαιγε, η γιαγιά συνέχιζε να παραμιλά μέχρι που την έβαλαν στο όχημα.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΙΝ

Πήρε τον πυροσβεστήρα και τον άδειασε στις φλόγες που εξαφανίστηκαν για μια στιγμή ,ποτέ πριν δεν είχε χρησιμοποιήσει τέτοιο πράγμα μόνο στις ταινίες είχε δει πως γίνεται όμως τελικά ήταν εύκολο, αμέσως όμως βγήκαν καινούριες φλόγες δαιμονισμένες απ’ τον απορροφητήρα σαν κάτι που υπήρχε εκεί μέσα να τις τροφοδοτούσε, βγήκε έξω να ανασάνει, κάποιος του έδωσε ακόμα έναν πυροσβεστήρα, τράβηξε την περόνη και τον άδειασε κι αυτόν πάλι όμως έγινε το ίδιο, για λίγο το κακό έσβησε αλλά ξανά πάλι πετάχτηκε ανεβαίνοντας συνέχεια προς τα πάνω, έτσι λειτουργεί η φωτιά, δεν το ήξερε μέχρι που το είδε με τα μάτια του, ψάχνοντας οξυγόνο απεγνωσμένα οι φλόγες έσπασαν τα τζάμια που έγιναν θρύψαλα και σκόρπισαν στο δρόμο, δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι συνέβαινε σ’ αυτόν, ότι αυτός ήταν υπεύθυνος για όλη εκείνη τη φασαρία, κόσμος είχε μαζευτεί έξω και κοίταζε, είχε γίνει κανονικό θέαμα, με κάποιο τρόπο βρέθηκε στα χέρια του και τρίτος πυροσβεστήρας, τον άδειασε και κείνον ενώ τα ρουθούνια του έτσουζαν από μια μυρουδιά ξινή που έκαιγε τα πνευμόνια του, εκείνη τη στιγμή ήρθαν οι πυροσβέστες, κάτι θηρία με τις μάνικες κι άρχισαν να σβήνουν την καταραμένη φλόγα μέσα στην εστία μέχρι ψηλά, αυτός ήταν μέσα όλη την ώρα όταν κάποιος του φώναξε ‘’ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥ ΤΩΡΑ!!!!’’

Ήταν σαν να γινόταν εκεί πέρα μια μάχη κι έπρεπε να τσακιστεί να υπακούσει στις διαταγές που του έδινε αυτός που ήξερε και βέβαια είχε δίκιο, το μέρος πια είχε γεμίσει μονοξείδιο που μπορεί να σε δηλητηριάσει γι αυτό άλλωστε κι ο πυροσβέστης που του είχε βάλει τις φωνές φορούσε την προστατευτική μάσκα του, ύστερα από λίγο κι αφού είχαν αδειάσει κάμποσο νερό, η φωτιά έσβησε επιτέλους ενώ αυτός το μόνο που σκέφτονταν ήταν πότε θα έφευγαν όλοι εκείνοι οι ηλίθιοι που παρακολουθούσαν την καταστροφή σα να ήταν ένα θέαμα στη τηλεόραση. Ένας κρανοφόρος θηριώδης με βλέμμα άγριο και τόνο αποφασιστικό που μάλλον ήταν επικεφαλής εκεί πέρα, ζήτησε να τους πει πως είχε γίνει το πράγμα ενώ κάποιος άλλος έγραφε σ’ ένα μπλοκάκι, έδωσε τα στοιχεία του, είπε και λεπτομέρειες που του ζητήσανε όταν είδε τον εαυτό του σε μια βιτρίνα, πως είχε γίνει έτσι, το πρόσωπο του είχε βαφτεί μαύρο και σταχτί απ’ τους καπνούς, έμοιαζε με πεθαμένο, η γυναίκα του όταν τον είδε αργότερα τρόμαξε, ‘’Ήταν σα να είχες γεράσει’’ του είπε. Η φωτιά εκείνη ήταν ότι πιο σοκαριστικό του είχε ποτέ συμβεί κι όπως είχε πέσει με τα μούτρα να τη σβήσει προτού πάρει διαστάσεις δεν κατάλαβε πόσο είχε κινδυνέψει όμως ούτε για μια στιγμή δεν πέρασε απ το μυαλό του ότι δεν μπορούσε να το αντιμετωπίσει, ήταν μια στιγμή κρίσιμη και ήξερε ότι μπορούσε να περιορίσει τις συνέπειες όσο γινόταν, αν μη τι άλλο έπρεπε να το παλέψει όσο μπορούσε, να μη το αφήσει έτσι να εξελιχτεί έξω από κάθε έλεγχο χωρίς καμιά παρέμβαση.

Αυτός που είχε φωνάξει να εξαφανιστεί, ένα νεαρό παιδί με μαλλιά ιδρωμένα από το κράνος και τη μάσκα, του είπε ότι έπρεπε να ελέγξουν τον πάνω όροφο μήπως είχε ξεμείνει καμιά εστία που σιγόκαιγε, του έφερε μια σκάλα γιατί αλλιώς θα τρυπούσε το ταβάνι μ’ ένα κοντάρι μεταλλικό, από το πατάρι στη πίσω μεριά σκαρφάλωσε και έλεγξε το μέρος ‘’Όλα εντάξει !’’είπε καθώς κατέβαινε, ευχαρίστησε το παιδί , ‘’Συγγνώμη για την ταλαιπωρία !’’ του είπε κι εκείνο χαμογέλασε, του έκανε εντύπωση η αποφασιστικότητα των πυροσβεστών που φαινόταν να ξέρουν τη δουλειά τους και δεν έμοιαζαν να φοβούνται, το αντίθετο μάλιστα, ήταν σα στρατιώτες στη μάχη και στους καπνούς μαχόμενοι κυριολεκτικά, εκεί δεν έχει αστεία, εκεί κινδυνεύει η ζωή σου κι άμα είσαι λιγόψυχος καλύτερα να φεύγεις μετάνιωσε για όλα όσα είχε πει κατά καιρούς για ταβλαδόρους κι αργόσχολους. ‘’Πόσο υπολογίζεις τη ζημιά;’’ ρώτησε ο επικεφαλής το παιδί με τα ιδρωμένα μαλλιά κι εκείνο είπε ένα ποσό που ακούστηκε καλά κι αυτός το συγκράτησε, ΄΄Δε φταις εσύ’’ του είπανε ‘’Έπρεπε να είχε καθαριστεί η καμινάδα από καιρό, θα σου τηλεφωνήσουμε να δώσεις κατάθεση’’’ του είπαν κι αυτό ήταν μια μεγάλη ανακούφιση. Οι κρανοφόροι φόρτωσαν τις μάνικες στο κόκκινο όχημα κι άρχισαν ν’ αποχωρούν, με το που έφυγαν πήραν ν αραιώνουν επιτέλους κι όλοι εκείνοι οι περίεργοι, τώρα πια μονάχα μερικοί έχωναν το κεφάλι στην είσοδο ρωτώντας τι είχε συμβεί, άλλοι από ενδιαφέρον κι άλλοι από περιέργεια νοσηρή. Έριξε μια ματιά γύρω του τώρα που είχε ηρεμήσει κάπως, ότι υπήρχε πάνω απ’ τα δυο μέτρα είχε καψαλιστεί, το κλιματιστικό στον τοίχο είχε γίνει λιώμα με τα πλαστικά του κομμάτια να κρέμονται σαν γλυπτό τρελό, η τσάντα του που την είχε στο πάνω ράφι της ντουλάπας είχε καεί, κάτι χάρτινες συσκευασίες έβγαζαν καπνούς και τις έσβησε γρήγορα βάζοντας τες κάτω απ το νεροχύτη μαζί με και άλλα χαρτιά κι αποδείξεις. Το θηρίο έμοιαζε να έχει πια ησυχάσει και τώρα θα ήθελε με κάποιο τρόπο να φέρει τα πράγματα εκεί που ήτανε, βάλθηκε να καθαρίζει και να πετά ότι κατεστραμμένο υπήρχε προσπαθώντας να βάλει μια τάξη εκεί μέσα γρήγορα όμως συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει τίποτα, ήταν εξουθενωμένος ψυχολογικά και σωματικά κι εκτός αυτού απ’ το δεύτερο όροφο έτρεχαν νερά όλη την ώρα κι ήταν αδύνατο να κάνεις οτιδήποτε, έκλεισε τα γενικό του νερού, ντύθηκε κι έσπευσε να εξαφανιστεί από κει όσο πιο γρήγορα γινόταν.

‘’Πρέπει να πας αμέσως στο νοσοκομείο !’’ του είπε επιτακτικά η γυναίκα του μόλις τον είδε, τα πνευμόνια του έτσουζαν ακόμα όμως αυτός πάντα μισούσε τα νοσοκομεία και δεν είχε νοσηλευτεί ποτέ του, δεν είχε καμιά όρεξη να τρέχει στους γιατρούς , έκανε ένα ντους κι ένιωσε λίγο καλύτερα. Το βράδυ που πλάγιασε ήταν αδύνατο να ηρεμήσει απ’ την υπερένταση, όλη την ώρα πετάγονταν λέγοντας ‘’Πως έγινε σ’ εμένα αυτό, πως το άφησα, που ήμουν;’’, όταν έκλεινε τα μάτια έβλεπε φλόγες και καπνούς ενώ εκείνη η μυρουδιά δεν έφευγε με τίποτα από τη μύτη του, σηκώθηκε και πήγε στο πατάρι, η τσάντα του είχε καεί και τα παπούτσια του έφταιγαν, τα είχε πετάξει εκεί το που μπήκε στο σπίτι κι η μυρουδιά τους δεν έφευγε με τίποτα, τα έβγαλε αμέσως στο μπαλκόνι . Ξάπλωσε πάλι και το μόνο που σκεφτόταν ήταν τι θα έκανε, όλα είχαν πάει στράφι, θα τον έδιωχναν φυσικά από κείνη τη δουλειά αλλά ήξερε καλά ότι η βασική ευθύνη δεν ήταν δική του, σιγά μη πλήρωνε κι από πάνω όπως του είχε πει το αφεντικό στο τηλέφωνο, εδώ είχε κινδυνέψει να καεί ζωντανός κι ο άλλος του ζητούσε τα ρέστα ! Βέβαια κανείς δεν γεννήθηκε αλάνθαστος, την είχε πατήσει όπως χιλιάδες άλλοι που άφησαν τη φωτιά και πήγαν μια βόλτα, πόσες ιστορίες δεν είχε ακούσει, η πολλή σιγουριά δεν είναι καλή πάντα, έπρεπε να είναι πιο προσεχτικός, υπάρχουν στιγμές που πρέπει να καταπιείς τον εγωισμό σου αλλιώς είσαι ηλίθιος και δεν καταλαβαίνεις τι σου γίνεται. Απ’ την άλλη φυσικά δεν είχε νόημα να το σκέφτεται, το κακό είχε γίνει κι έπρεπε να κοιτάξει μπροστά όσο πιο γρήγορα γίνονταν, στο κάτω- κάτω είχε βγει ζωντανός κι ούτε είχε τραυματιστεί πουθενά, έπειτα δεν είχε γίνει καμιά ζημιά σοβαρή που δεν διορθώνονταν, δε θα καθόταν λοιπόν εκεί πέρα να αυτομαστιγώνεται, ότι ήταν να γίνει είχε γίνει. Προς το ξημέρωμα ένιωσε έναν πόνο στο αυτί και πήγε στον καθρέφτη, είδε ότι το πτερύγιο είχε καεί και δεν είχε πάρει χαμπάρι μες τον πανικό, λένε βέβαια ότι στα πτερύγια δεν πονάς γι αυτό και τα τρυπούν περνώντας σκουλαρίκια και χαλκάδες διάφορους, όπως και αν ήταν δε φαινόταν κάτι σοβαρό…

Τις επόμενες μέρες τον σταματούσαν στο δρόμο και τον ρωτούσαν για τη φωτιά, έπρεπε να εξηγεί στον καθένα τα γεγονότα κι αυτό ήταν ένα σημείο δύσκολο γιατί κάθε φορά τα θυμόταν πάλι. Για καμιά βδομάδα τα χαρτιά του μύριζαν καπνό θυμίζοντας του το σκηνικό, εκείνο το πράγμα δεν έφευγε με τίποτα, δεν μπορούσε να συνέλθει και τα βράδια πετάγονταν τρομαγμένος καθώς έφερνε στη μνήμη του το συμβάν όπου ήταν σα ζώο φυλακισμένο κι ο κόσμος τον κοίταζε σα να ήταν κλεισμένος σε κάποιο κλουβί. Ένιωσε ότι δεν άντεχε τη πόλη με τα τσιμέντα, το σαββατοκύριακο έφυγε για το εξοχικό ενός φίλου του να ησυχάσει λίγο, η γυναίκα του τον ξεπροβόδισε γνωρίζοντας ότι άμα αποφάσιζε κάτι δεν άλλαζε γνώμη. Κι εκεί βέβαια σκεφτόταν όλα όσα είχαν συμβεί, τι θα έκανε από δω και πέρα, βρισκόταν όμως μακριά κι αυτό τον ηρεμούσε, όσο κι αν αντιπαθούσε κάποτε την επαρχία αυτή τον χαλάρωνε πάντα κι ένιωθε ότι βαθιά μέσα του την είχε ανάγκη όλο και περισσότερο όσο περνούσαν τα χρόνια. Το εξοχικό του φίλου του έμοιαζε να βρίσκεται έξω απ’ το χρόνο, μακριά από το καταραμένο κυνήγι της καθημερινότητες που σε τρώει λίγο λίγο κάθε μέρα, πολλές φορές ξεχνάς από που ξεκίνησες και τι ήθελες πραγματικά, τα γεγονότα σε παρασύρουν όπου θέλουν αυτά και στο τέλος βγαίνεις εντελώς από την πορεία σου. Καθώς ο καιρός είχε αρχίσει ν’ αλλάζει ο ουρανός γέμισε σύννεφα κι άρχισε να βρέχει , επιτέλους είχε φύγει το καλοκαίρι κι είχε γυρίσει κατά το φθινόπωρο . Στο άδειο σπίτι ένα γραφείο και πάνω στο τραπέζι ένα βιβλίο χοντρό και κάτι σημειώσεις με τον τίτλο ‘’Η ανεμόσκαλα του Βιτγκενστάιν’’ , άνοιξε το βιβλίο και δεν κατάλαβε ούτε μια γραμμή καλά ο φίλος του είχε θέμα !

Μπορεί να μην καταλάβαινε το βιβλίο όμως είχε αρχίσει να φιλοσοφεί όλο και βαθύτερα, έκανε κάτι σκέψεις περίεργες και σιγά σιγά ένιωσε σα να του ήρθε μια επιφοίτηση, αισθάνονταν ότι όλο αυτό μπορεί να ήταν ένα είδος καλέσματος, καταλάβαινε ότι βρισκόταν σ’ ένα σταυροδρόμι, στο ξεκίνημα μιας κατάστασης καινούριας που δεν ήξερε που θα τον βγάλει, το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρος ήταν ότι έπρεπε ν’ αλλάξει, είχε βαλτώσει για χρόνια στις ίδιες καταστάσεις και τώρα υπήρχε μια αφορμή να ξεκολλήσει, λένε ότι κάθε πέντε δέκα χρόνια ο άνθρωπος πρέπει να κάνει ένα ξεκίνημα καινούριο, ίσως ήταν η ώρα να το κάνει κι αυτός….

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ

Μια φορά είδε στον ύπνο του ότι πέθαινε και βρισκόταν σ’ ένα λιβάδι με χορτάρια που ανέμιζαν λουσμένα στο φως κι ένας τύπος με μακριά μαλλιά γεμάτα κόμπους περνούσε πάνω σε μια καμήλα, ήταν ένα όνειρο πολύ περίεργο, όταν ξύπνησε αισθάνονταν μια ευδαιμονία εσωτερική. Μια άλλη φορά πάλι είχε δει ότι οδηγούσε σ’ ένα δρόμο περνώντας μέσα από κάποιο τούνελ τεράστιο και μπροστά στο παρμπρίζ έβλεπε κάτι φωτάκια κόκκινα, γαλάζια, πορτοκαλιά, κίτρινα σα μικρές μπάλες πολύ όμορφες που χόρευαν όλη την ώρα, αυτός τ’ ακολουθούσε για να βγει σε μια γέφυρα που υψώνονταν πάνω απ τη θάλασσα κι από κει κατέληγε σ’ ένα χώρο κενό, του φαινόταν ότι βρίσκονταν έξω απ το χρόνο εκεί όπου δεν αλλάζει τίποτα κι όλα μένουν ακίνητα . Τα όνειρα εκείνα ήταν πολύ χαλαρωτικά, πολύ ηρεμιστικά κι όταν ξυπνούσε είχε διάθεση πολύ ανεβασμένη, ένιωθε σα να είχε βγει απ το σώμα του κι είχε επανέλθει, κάπου είχε ακούσει ότι ο καλύτερος θάνατος γίνεται όταν κοιμάσαι, όλοι έτσι θέλουν να τελειώνουν την ύπαρξη τους χωρίς να πονέσουν χωρίς να υποφέρουν, περνάς από τη μια διάσταση στην άλλη που δεν έχει και μεγάλη διαφορά γι αυτό άλλωστε οι αρχαίοι τους θεωρούσαν αδέρφια.

Από τότε που είχε κάνει τις εξετάσεις στην κλινική άρχισε να βλέπει τέτοια όνειρα, μέχρι να τελειώσουν ήταν μες την αγωνία, ποτέ του δε χώνεψε τα νοσοκομεία και τους γιατρούς που σκαλίζουν το σώμα και ψάχνουν όλα τα όργανα, τη καρδιά, το μυαλό, το συκώτι, χώνοντας τη μύτη τους όπου να ναι, μα τι ηλίθιο ! Εκεί είχε γνωρίσει μια γυναίκα μ’ ένα κάρο προβλήματα κι αρρώστιες που φαινόταν ευδιάθετη, γελούσε κιόλας, την είχε ρωτήσει πως γίνεται να μη σε παίρνει από κάτω, δε μπορούσε να καταλάβει, αυτός φοβόταν τη σκέψη και μόνο ότι κάτι μπορεί να πήγαινε στραβά , μέχρι να πάρει τα αποτελέσματα τα πόδια του ήταν κομμένα, είναι κάποια ενδεχόμενα που δε θες να τα σκέφτεσαι καθόλου. Τέτοιες στιγμές θυμόταν τη μάνα του που ήταν της εκκλησίας και παλιά , τότε που είχε αντοχές, πήγαινε κι άλλαζε όποιον πέθαινε στο χωριό, το θεωρούσε κάποιας μορφής ευλογία να φροντίζεις τον πεθαμένο, να τον ευπρεπίζεις σα να τον ετοιμάζεις για κάποιο ταξίδι. Κάποτε τον είχε πάρει μαζί της να δουν ένα θείο του ετοιμοθάνατο, δεν τον πήγαινε με τίποτα εκείνον το θείο που ήταν όλο ειρωνείες αλλά αυτή τη φορά τον είχαν βρει πολύ ήσυχο, έμοιαζε να τόχει πάρει απόφαση, ξάπλωνε σ’ ένα κρεβάτι με άσπρα σεντόνια κι είχε διάφορα φαγητά και πιοτά μπροστά του ‘’Πάρε ότι θες ! του είχε πει κι εκείνος δοκίμασε ένα γλυκό για να μη του χαλάσει το χατίρι, του είχε κάνει εντύπωση που τον είχε βρει έτσι σα να είχε μαλακώσει σα να είχε γίνει ξαφνικά καλός . Η μάνα του μιλούσε όλη την ώρα κι ο θειος την κοίταζε με τα μάτια ανοιχτά, πάντα κατάφερνε να βρει κάτι παρήγορο σε τέτοιες περιπτώσεις, στις κηδείες όπου όλοι έκλαιγαν εκείνη φαινόταν ψύχραιμη, βέβαια όταν πέθανε ο πατέρας του εκείνη δεν άντεξε, έσπασε, φαίνεται ότι εκεί δε λειτούργησε το μεταφυσικό της, το είχε προσέξει αυτό.

Άμα ζούσε η μάνα του θα του εξηγούσε τι σήμαιναν εκείνα τα όνειρα με τα λιβάδια, τις καμήλες και τα φωτάκια όμως τώρα έπρεπε να το βρει μόνος του την άκρη . Και δεν ήταν μονάχα τα όνειρα , τελευταία κάτι είχε πάθει και κατακλύζονταν από αναμνήσεις παλιές, τι στο διάβολο συνέβαινε, ήταν τόσο πολλές σα να έτρεχε ένας καταρράχτης ασταμάτητος, του την έδινε καμιά φορά όμως δε μπορούσε να το ελέγξει, συνέχιζαν να κατρακυλούν σα χιονοστιβάδα πλημμυρίζοντας τον μέρα και νύχτα. Αυτό που επανέρχονταν πιο συχνά στη μνήμη του ήταν ένας γάμος που τον είχε ξεχάσει και τώρα έβγαινε ξανά στην επιφάνεια, ήταν πολύ πιτσιρικάς τότε αλλά θυμόταν ένα μπαλκόνι, κόσμο με παπούτσια γυαλιστερά, πουκάμισα, φώτα, κάτι μουσικές, γυναίκες με φουστάνια, ήταν σ’ ένα σπίτι κάπου στην άκρη του χωριού κοντά σ’ ένα οικόπεδο όπου φύτρωναν σπαθόχορτα με λουλούδια κίτρινα που γυάλιζαν στον ήλιο. Μια άλλη ανάμνηση που του ερχόταν συνέχεια ήταν το δωμάτιο στο παλιό τους σπίτι, στεκόταν εκεί με τις κουρτίνες τραβηγμένες μπροστά σε μια τηλεόραση ασπρόμαυρη που δεν έπαιζε τίποτα, μονάχα χιόνια έδειχνε κι έβγαζε έναν ήχο σα βούισμα όλη την ώρα, το δωμάτιο ήταν άδειο εντελώς, δεν υπήρχε κανένας εκεί μέσα, μονάχα αυτός κι η συσκευή.

Το καλοκαίρι ήταν η αιτία για όλ’ αυτά βέβαια, το καλοκαίρι με τις ατέλειωτες μέρες του και το φως που διαλύει το σύμπαν ολόκληρο. Ευτυχώς τελείωνε, το φθινόπωρο βρισκόταν προ των πυλών, κανονικά θάπρεπε να πέσει η θερμοκρασία, όμως σα να είχε κεκτημένη ταχύτητα εκείνο συνέχιζε ακάθεκτο σαρώνοντας τα πάντα η πιο ζόρικη εποχή του χρόνου τερμάτιζε αφήνοντας πίσω της τα πάντα διαλυμένα. Καθισμένος στο μπαλκόνι περίμενες ένα θρόισμα να κουνήσει κάνα φυλλαράκι όμως τίποτα, οι νύχτες πάλι βουβές παρέα με τον ρόγχο του κλιματιστικού, όλοι είχαν εξαντληθεί, πρεζόνια κι ελεεινοί άστεγοι είχαν λιώσει στα παγκάκια, τα σκυλιά που ξενυχτούσαν κάθε βράδυ από τις φασαρίες των σειρήνων και των αυτοκινήτων κυλιόντουσαν στα τσιμέντα ψάχνοντας κάποιον ίσκιο, τα κοράκια έσερναν τις κοιλιές τους στο χορτάρι να δροσιστούν, κορίτσια επέστρεφαν από παραλίες με μαυρισμένα σώματα και γραμμούλες άσπρες στη πλάτη, η γη ήθελε λίγο νερό να ξεδιψάσει, μια βροχή χρειαζόταν να ξεπλύνει την άσφαλτο. Από τα γκαράζ των πολυκατοικιών, ψηλά πάνω απ’ την πόλη, έβλεπες κάτω τη γκρίζα θάλασσα, οι ειδήσεις μιλούσαν για φονικά και φωτιές παντού στο κόσμο, τα λεωφορεία κατέβαιναν στις κατηφόρες όλη την ώρα και δε σ’ άφηναν να κοιμηθείς, τα λεφτά τελείωναν, τα ταμεία άδειαζαν, οι διακοπές δε μπορούσαν να πάρουν άλλη παράταση, τα κεφάλια έπρεπε να σκύψουν πάλι πίσω στις δουλειές κι όποιος αντέξει μέχρι το χειμώνα, μη σου πω ότι υπήρχαν πολλοί που δεν είχαν πάει πουθενά όλο το διάστημα κι αναρωτιόσουν πως θα την έβγαζαν, καλά αυτοί ήτανε καμένοι.

Ένα βράδυ που καθόταν με τη μικρή κόρη του κι έβλεπαν τηλεόραση τον ρώτησε έτσι στο αδιάφορο σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, ‘’Μπαμπά πως είναι όταν πεθαίνεις;’’ παραλίγο να τιναχτεί απ’ τον καναπέ αλλά συγκρατήθηκε, είχε μείνει κάγκελο και δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι η μικρή διάβαζε το μυαλό του, δεν ήξερε τι να της απαντήσει, είπε εκεί πέρα κάτι κοινοτοπίες αμήχανες κι ύστερα την έστειλε για ύπνο. Το μικρό ώρες – ώρες μιλούσε σα να ήταν εκατό χρονών άνθρωπος, και σ’ έκανε να ψάχνεις από πού σου ήρθε όμως ήταν το αγαπημένο τους. Όλη την ώρα έτρεχε πίσω απ’ τη μάνα του, δεν την άφηνε να κάνει τίποτα, μόλις ερχόταν απ’ το σχολείο έπλενε όλα τα πιάτα σκαρφαλωμένο σε μια καρέκλα , και τα ντάνιαζε εκεί πέρα με τάξη, τα πιρούνια, τα πιάτα, τα ποτήρια, τις πετσέτες φτιάχνοντας έναν πύργο που καθόσουν και τον χάζευες, τόσο όμορφα τα έβαζε ! Άλλοτε πάλι έπιανε ν’ απλώσει τη μπουγάδα, ‘’Όχι μαμά, εγώ θα το κάνω!’’ φώναζε κι έπιανε εκεί μια ώρα τις κάλτσες μια- μια, τα φανελάκια, τα εσώρουχα, όλα στη σειρά γραμμένα, σα σχέδιο

Το παιδί ήταν χάρμα όποτε ήταν στις μαύρες του το κοιτούσε κι έπαιρνε απάνω του, συχνά σημείωνε στο τετράδιο της ιστορίες που τις διάβαζαν κι έπειτα τις κολλούσαν στο ψυγείο, σε κάποια απ’ αυτές μιλούσε για τη γιαγιά της που τη θυμόταν να φορά μια νυχτικιά ωραία με τριαντάφυλλα, έγραφε εκεί πόσο την αγαπούσε και για ένα μαξιλάρι που της είχε χαρίσει, ένα γεμάτο ρίγες γαλάζιες και κόκκινες, ήταν το αγαπημένο της, μόνο μ’ εκείνο κοιμότανε! Το κοριτσάκι είχε ένα δέσιμο ιδιαίτερο με τη γιαγιά του όσο εκείνη ζούσε, είχε κι εκείνο μια έφεση προς τα θρησκευτικά και τα πνευματικά κι όλη την ώρα μιλούσαν για τέτοια. Στα μάτια του έβλεπε τη μάνα του, εκείνη πίστευε κι αυτό την είχε βοηθήσει σ’ όλη τη ζωή της, πάντα είχε έναν προσανατολισμό, έναν ηθικό κώδικα, οι θρησκείες ήταν ανέκαθεν χρήσιμες γι αυτό κι άντεξαν χιλιάδες χρόνια, έδιναν μια ελπίδα, μια διέξοδο, αν δεν τα καταφέρεις εδώ φίλε υπάρχει άλλη μια ευκαιρία εκεί ψηλά , οι μουσουλμάνοι για παράδειγμα πήγαιναν λέει χαρούμενοι στον άλλο κόσμο κι οι Βίκινγκς, οι πολεμιστές, θα απολάμβαναν όλα τα καλά αν σκοτώνονταν στον πόλεμο. Καθένας έχει μια δική του πίστη για την άλλη ζωή, βέβαια υπάρχουν ένα σωρό προβλήματα σε τούτη τη ζωή άμα όμως έλυνες αυτό και δε φοβόσουν να πεθάνεις υποτίθεται ότι όλα τ’ άλλα λύνονταν με κάποιο τρόπο, αποκλείεται να ήταν δυσκολότερα, έτσι δεν είναι ;

Άμα ζούσε η μάνα του θα έβρισκε μια καλή απάντηση στο μικρό όποτε ρωτούσε τέτοια περίεργα αλλά αυτός δεν ήξερε, ένιωθε εντελώς βλάκας μ’ αυτά, δε μπορούσε να βρει κάτι καλό να πει, ακόμα κι αν το ήξερε δεν του έβγαινε, δε μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. Για ανθρώπους σα τη μάνα του τα πράγματα ήταν άπλα, δε χρειαζόταν να σκεφτούν, είχαν θαρρείς έτοιμη τη λύση, πήραν ένα δρόμο και τον ακολούθησαν μέχρι το τέλος τώρα όμως ο κόσμος είχε γίνει πολύ μπερδεμένος.

Όπως σκεφτόταν ένα σωρό πράγματα τον είχε πιάσει μια αγωνία και μια ανησυχία, ένα άγχος έτσι στα καλά καθούμενα που έμοιαζε ότι θα τραβούσε για καιρό ώσπου ένα βράδυ είδε το πιο περίεργο όνειρο κι ήταν σα να λύθηκαν τα μάγια ξαφνικά και το μυαλό του καθάρισε. Είδε ότι βρισκόταν σε μια έρημο τεράστια στρωμένη από αλάτι τόσο λευκό που έμοιαζε με καθρέφτη απέραντο, μπορούσες να δεις το είδωλο σου εκεί μέσα ολοκάθαρα. Στη μέση της ερήμου που ήταν σαν λίμνη, υπήρχε ένα ύψωμα σα νησί κι εκεί φύτρωναν κάκτοι πολύ ψηλοί, μέχρι τρία τέσσερα μέτρα. Περπατούσε ανάμεσα τους αγγίζοντας κάτι βράχια που κάποτε ήταν κοράλλια στον βυθό μιας θάλασσας που λες κι είχε τραβηχτεί ακολουθώντας μια πελώρια παλίρροια . Καθισμένος σ’ ένα βράχο κοραλλένιο εκεί στο ύψωμα έβλεπε μακριά ένα φως πορτοκαλί σε ριπές όπως όταν βγαίνει από χαραμάδες και πίσω του είδε να έρχονται σα σκιές η μάνα κι η κόρη του, κάτι του λέγανε όμως δεν το καταλάβαινε αλλά του έκανε καλό, τον καθησύχαζε, από τότε του έφυγε το άγχος, ησύχασε για καιρό …

Κυριακή 18 Αυγούστου 2019

ΚΡΑΣΙ ΠΙΚΡΑΛΙΔΑΣ

Με το που διέρρηξε την πόρτα άκουσε έναν ήχο που του έκοψε τα πόδια, μες το σπίτι υπήρχε κάποιος , είχε στηθεί πάνω από δέκα λεπτά έξω περιμένοντας, είχε χτυπήσει το κουδούνι όμως κανείς δεν απάντησε,  ήταν  σίγουρος ότι το διαμέρισμα ήταν άδειο όμως την είχε πατήσει, ήθελε  αμέσως να φύγει μετά όμως σκέφτηκε, ‘’Ας δω τι γίνεται’’, έτσι κι αλλιώς  επικρατούσε τέτοια νέκρα σ’  ολόκληρη την πολυκατοικία σα να βρισκόταν σ’ ένα κτίριο φάντασμα που το είχαν εγκαταλείψει όλοι. Έψαξε τον διακόπτη κι  άναψε το φως, στο δωμάτιο υπήρχε ένα κρεβάτι και δίπλα του το πεσμένο σώμα  μιας γυναίκας, πως είχε βρεθεί στο πάτωμα, τι έκανε μόνη  της;  Πρώτη φορά συναντούσε  κάτι τέτοιο, το πιο περίεργο που του είχε συμβεί ήταν τότε που είχε μπει σ’  ένα σπίτι και καθώς ετοιμάζονταν να φύγει ένιωσε δυο μάτια να τον κοιτάζουν στα σκοτεινά, η καρδιά του είχε αναπηδήσει δέκα φορές  αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι ήταν  μια γάτα ανεβασμένη σ’ ένα πάγκο, καθόταν πάνω στο μαξιλαράκι της και τον κοίταζε χωρίς  να βγάζει άχνα μόνο κουνούσε νευρικά την ουρά της, εκεί  είχε νιώσει πολύ περίεργα.

Το μέρος μύριζε φρούτα, ροδάκινα μάλλον, κάπου θα υπήρχε μια φρουτιέρα, η γυναίκα φαινόταν να αναπνέει κανονικά  αλλά  για κάποιο λόγο είχε ακινητοποιηθεί, πόση ώρα βρισκόταν πεσμένη, ποιος την πρόσεχε άραγε πάντως φαινόταν καθαρή και ταχτοποιημένη. Δε μπορούσε να την αφήσει έτσι, πλησίασε και την σήκωσε   μέχρι την άκρη του κρεβατιού και την έβαλε να ξαπλώσει, ήταν πολύ ελαφριά, αυτή τον κοιτούσε σα χαμένη,  ‘’ Με συγχωρείς που σε αναστάτωσα’’  της είπε ενώ όλη την ώρα είχε   το νου του  στη πόρτα μη μπει κανένας  και τον πιάσει στα πράσα, έπειτα  πήγε στην άλλη  μεριά του διαμερίσματος, βγήκε στο μπαλκόνι και είδε ότι δεν ήταν ψηλά, μπορούσε να πηδήξει από κει σ’ ένα στενάκι αν στριμώχνονταν, υπήρχε  οδός διαφυγής σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά . Έκλεισε  την εξώπορτα κι έριξε μια ματιά  στο χώρο όπου βρισκόταν, σε κάθε διάρρηξη του άρεσε  να παρατηρεί  τα άγνωστα σπίτια, πρόσεχε τη διακόσμηση, τα ακριβά αντικείμενα, το στόλισμα του σπιτιού, τις τηλεοράσεις, τους πίνακες,  έψαχνε τις πιο σκοτεινές γωνίες, τις πιο παράξενες κρυψώνες  και συνήθως έβρισκε τα μέρη όπου έβαζαν τα λεφτά οι ένοικοι,  σπάνια του ξέφευγαν, αν υπήρχε κάτι  που άξιζε έπρεπε  να το βρει. 

 Ποτέ δεν πείραζε κανέναν, αυτή  ήταν αρχή του,  να μη χρησιμοποιεί βία, δεν υπήρχε λόγος, αυτόν τον ενδιέφερε να γεμίζει την τσάντα του με κάθε λογής  πολύτιμα πραγματάκια και μετά να χάνεται αθόρυβα,  να γίνεται αόρατος, όλο αυτό τον εξιτάριζε, στο σπίτι του άδειαζε τη τσάντα  να  χαζέψει ότι είχε φέρει μαζί του, καθόταν εκεί πολύ ώρα ήσυχος και τα κοίταζε,  μετά είχε τον άνθρωπο του στη πιάτσα που   τα προωθούσε,  δε τον ένοιαζε  από κει και κάτω, ήξερε ότι ο άλλος ήταν πολύ προσεχτικός στη δουλειά του. Είχε  κάνει καλό κομπόδεμα και σκεφτόταν να τα παρατήσει,  ήξερε ότι δεν θα τον συνόδευε πάντα η καλή του  τύχη κι ότι  έπρεπε  να προσέχει, κάποια στιγμή θα την πατούσε, όσο έξυπνος κι αν είσαι πάντα υπάρχει εξυπνότερος, στην πρώτη ευκαιρία είχε ορκιστεί να σταματήσει και να κόψει τις κακές συνήθειες.

 Άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια φορώντας τα γάντια του που δεν τα  έβγαζε ποτέ, δεν αισθάνονταν ότι κινδύνευε,  η γυναίκα  φαινόταν ανίκανη για οτιδήποτε, πρέπει να ήταν ανάπηρη ή κάτι τέτοιο οπότε δεν υπήρχε λόγος να φοβάται. Φαίνεται ότι την είχαν αφήσει  μόνη για κάποιο λόγο, κανονικά έναν τέτοιο άνθρωπο δεν τον  παρατάς  ποτέ όμως ποιος ξέρει τι συνέβαινε εκεί πέρα,  ποιος ξέρει πόσες ώρες έμενε εκεί  μόνη  μες το κατακαλόκαιρο υποφέροντας βουβά ωσότου έρθει κάποιος να  της ανοίξει την πόρτα και να δει τι κάνει και τι χρειάζεται, όπως και να είχε ήταν κάτι ασυνήθιστο. Πλησίασε ξανά τη γυναίκα που τον κοίταζε θολά, την έπιασε με προσοχή και την  έβαλε να καθίσει πιο άνετα, δεν ήταν  πολύ μεγάλη, γύρω στα εξήντα- εβδομήντα με κοντά μαλλιά κι εκφραστικά μάτια που τον κοιτούσαν γεμάτα  απορία, τα χείλη της κινούνταν όμως δε μπορούσαν ν’  αρθρώσουν λέξη,  περίμενε ότι θα του έλεγε κάτι, ‘’Ποιος είσαι, τι θέλεις, πως μπήκες  εδώ μέσα;’’  αλλά τελικά σταματούσε και κατέβαζε το κεφάλι.

 Έριξε μια ματιά γύρω του προσπαθώντας να καταλάβει τι σόι άνθρωποι μπορεί να ζούσαν εκεί πέρα, που να βρίσκονταν τώρα άραγε, με το που είχε μπει σ’ αυτό το σπίτι  κατάλαβε ότι το κατοικούσαν   πλούσιοι,  σίγουρα θα είχε εκεί μέσα πολύ καλά πραγματάκια , υπήρχαν  κάτι έπιπλα πολύ μοντέρνα κι αστραφτερά, κάτι συσκευές εντειχισμένες, το ψυγείο υψώνονταν   σχεδόν μέχρι το ταβάνι, ήταν τεράστιο, άνοιξε την τεράστια  πόρτα κι έβγαλε ένα μπουκάλι να πιει λίγο νερό,  το άδειασε μονορούφι, όλη η έξαψη τον είχε αφυδατώσει, γύρισε κατά τη γριά που τον κοιτούσε εξεταστικά σα να έλεγε ‘’Εσύ τώρα τι κάνεις εδώ πέρα ;’’,   της έγνεψε αν ήθελε να πιει κι εκείνη κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της,  πήρε ένα ποτήρι απ’  το ντουλάπι και το έφερε στο στόμα της γυναίκας που ήπιε  αχόρταγα, ποιος ξέρει πόσες ώρες είχε μείνει δίχως νερό.

Άνοιξε τις ντουλάπες κι άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στους τόμους  της βιβλιοθήκης, αυτή ήταν πάντα μια καλή κρυψώνα, πολλές φορές του είχε τύχει να βρει λεφτά σκορπισμένα σε πολλά βιβλία, πως τα έβαζαν  εκεί και δεν μπερδεύονταν είχε πάντα την απορία,  μια άλλη κρυψώνα ήταν το πατάρι που είχε εντοπίσει πάνω απ’ το μπάνιο, έπρεπε να ρίξει κι εκεί μια ματιά, εν τω μεταξύ ήξερε πως  έπρεπε να τελειώνει γρήγορα ότι ήταν να κάνει,  δεν ήταν συνετό να κάθεται εκεί πέρα με τις ώρες. Σε μια στιγμή άκουσε έναν θόρυβο από το στενό κι έστησε αυτί,  το δρομάκι  ήταν  εντελώς σκοτεινό,  θα είχε καεί καμιά λάμπα  και κανείς δε νοιάζονταν  να την αλλάξει, έξω  δε κυκλοφορούσε ψυχή, η πόλη είχε αδειάσει,  ήταν η καλύτερη εποχή για ανθρώπους σαν κι αυτόν.

Πραγματικά η πόλη το καλοκαίρι ήταν ο ιδανικός τόπος , όλοι πάθαιναν κάτι κι ήθελαν  να φύγουν, να εξαφανιστούν, μόνο κάτι ζητιάνοι ελεεινοί και  κάτι πρεζόνια που ψήνονταν στη ζέστη έμεναν πίσω σαν  καταδικασμένοι γιατί δεν είχαν τρόπο διαφυγής. Τα πρωινά του καλοκαιριού  ήταν  το καλύτερο του, κείνη την ώρα κορίτσια με φορέματα άσπρα και γαλάζια  έβγαιναν από τα νυχτερινά μαγαζιά ψάχνοντας ταξί να πάνε  σπίτι τους,  οι εργάτες του δήμου  καθάριζαν τα πάρκα, οι σκύλοι  τεντώνονταν μετά απ’  τον ύπνο της δροσερής νύχτας, τα τυροπιτάδικα  έβγαζαν μπουγάτσες στις βιτρίνες τους,  η πόλη φορούσε τα πιο  καλά της. Πολλές φορές κατέβαινε στη παραλία κι  εκεί συνήθως πετύχαινε ένα πρεζόνι που είχε ένα χρυσό κι ένα ασημένιο δαχτυλίδι σε κάθε χέρι,  του έδινε κάτι, κανένα ψιλό, κανένα τσιγάρο, το πρεζόνι πάντα τον  ευχαριστούσε,  ήταν  πολύ ευγενικό, κι αυτός ένιωθε την ικανοποίηση ότι έκανε μια καλή πράξη. Στο κάτω- κάτω δεν έκλεβε  φτωχούς αλλά πλούσιους,  αυτή ήταν μια άλλη αρχή του,  είχε τύχει ν’  ανοίξει σπίτι που δεν του γέμισε το μάτι και το είχε αφήσει άθικτο, πάντα χτυπούσε ακριβές συνοικίες,  καταλάβαινε τι παίζει  από τις πόρτες, απέφευγε όσα είχαν συναγερμό, ήξερε από  τέτοια κόλπα,  είχε δουλέψει   σεκιουριτάς ένα φεγγάρι,  το κάτεχε το αντικείμενο, όποτε έβλεπε  τέτοια συστήματα  έφευγε, περισσότερο έψαχνε κανένα παράθυρο, καμιά πόρτα ανοιχτή, καμιά χαραμάδα, πάντα υπήρχε ένας τρόπος να τρυπώσεις, οι άνθρωποι  είναι γεννημένοι για να ξεχνούν και να κάνουν λάθη, έτσι είναι η φύση τους, εσύ απλά πρέπει να είσαι σ’ επιφυλακή για ν’ αρπάξεις την ευκαιρία. 

Στις ντουλάπες δεν βρήκε τίποτα, ούτε στη βιβλιοθήκη,  σ’ ένα  συρτάρι  μόνο είδε κάτι  κοσμήματα ψεύτικα που δεν άξιζαν τίποτα κι άρχισε να εκνευρίζεται, βλέπεις και σ’ αυτή τη περίπτωση  αποκτάς τη νοοτροπία ότι πρέπει να βγάζεις κάποιο μεροκάματο αλλιώς  ο κόπος κι η αγωνία σου πάνε στο βρόντο.  Σήκωσε τα μάτια  και είδε ένα εικονοστάσι ψηλά σε μια γωνιά, αυτή ήταν πάντα  μια καλή κρυψώνα, για μια στιγμή  δίστασε  όμως αμέσως άλλαξε γνώμη, ανέβηκε σε μια καρέκλα και το πρόσωπο του ήρθε στο ύψος των εικόνων,  δίπλα  υπήρχε  μια φωτογραφία  παλιά που δέσποζε σ’ ολόκληρο τον  τοίχο, ήταν μια  σχολική φωτογραφία απ αυτές που έβγαιναν κάποτε στις αυλές  με τα παιδιά κουρεμένα και τα κορίτσια να φορούν ποδιές, ασυναίσθητα  σκανάρισε τις φάτσες των παιδιών που του φάνηκαν οικείες , η δασκάλα που στέκονταν στη μέση έμοιαζε πολύ σοβαρή, παρατήρησε τις φάτσες   κι εκεί καρφώθηκε σε μια απ’ αυτές  που ξεχώριζε σα τη μύγα μες το γάλα,  ήταν το  πρόσωπο  ενός  παιδιού  αδύνατου που δεν χαμογελούσε όπως τ’ άλλα κι επιπλέον, αν έχεις το θεό σου, φορούσε μαύρα γυαλιά που το έκαναν  να φαίνεται κάπως αλλόκοτο μες στο συνονθύλευμα των ανέμελων προσώπων.  Αυτό τον σοκάρισε, θυμήθηκε ότι  κι αυτός είχε βγει μια τέτοια φωτογραφία τότε που είχε κάποιο  πρόβλημα στα μάτια του κι οι γιατροί φοβούνταν ότι ίσως  έχανε την όραση του, η μάνα   του έκλαιγε  όλη  νύχτα,  αυτή  ήταν μια τραυματική  εμπειρία που την είχε  ξεχάσει εντελώς, έμεινε εκεί αποσβολωμένος  ξεχνώντας γιατί είχε μπει και τι γύρευε  εκεί πέρα.

Η σαστιμάρα του κράτησε δυο τρία λεπτά, ξύπνησε από  ένα ρεύμα αέρα που κούνησε   κάτι  λεπτά μεταλλικά φύλλα σα καμπανούλες κρεμασμένες  στο ταβάνι ,στράφηκε κατά τη γιαγιά που τον κοιτούσε όλη αυτή την ώρα μ’ ένα βλέμμα παράξενο  σα να καταλάβαινε τι έκανε, ‘’ Γιατί  δεν κοιτάς από πίσω;’’ του είπε αινιγματικά,  εκείνος έμεινε κόκαλο, υποτίθεται ότι η γριά δε μιλούσε, σήκωσε μηχανικά το μικρό εικονοστάσι, στον τοίχο  υπήρχε  κρυμμένο ένα μικρό καπάκι   σαν αυτά που είχαν  παλιά για τις σόμπες, το άνοιξε και είδε μέσα του ένα κουτί σα θήκη κοσμημάτων γυάλινο σα μάρμαρο κατάστικτο από κηλίδες μαύρες, εδώ ήταν λοιπόν η κρυψώνα, το πήρε στα χέρια του και το άνοιξε προσεχτικά,  μέσα  υπήρχαν ένα σωρό παρδαλά αντικείμενα σε κάθε  χρώμα,  ένα απ αυτά,  ένα στιλπνό κιτρινωπό,  γυάλιζε  τρελά  στο ελάχιστο φως που υπήρχε, το ήξερε αυτό το πετράδι, στη πιάτσα το λέγανε ‘’Κρασί πικραλίδας’’ κι ήταν σπάνιο, η αδρεναλίνη έτρεχε στο αίμα του γοργά  όταν άκουσε την πόρτα  να τρίζει,  κάποιος ετοιμάζονταν να μπει , έβρισε τον εαυτό του που τα είχε καταφέρει έτσι, είχε καθυστερήσει πολλή ώρα εκεί μέσα και τώρα θα έμπλεκε σε καμιά ιστορία, έτρεξε  προς το μπαλκόνι κρατώντας την κοσμηματοθήκη σφιχτά, περνώντας μπροστά  από τη γριά την είδε  να χαμογελά περίεργα  κι αυτό του φάνηκε αλλόκοτο, κρεμάστηκε στα κάγκελα και προσγειώθηκε στο  στενό, σύντομα τον κατάπιε το σκοτάδι.   
   

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

τουρτα χιονοδρομικης πιστας


Ένας τεράστιος βράχος κρέμονταν πάνω απ’  τη παραλία κι άμα πήγαινες να κολυμπήσεις εκεί πέρα φοβόσουν ότι θα ξεκολλούσε κάποια στιγμή  για να  καρφωθεί  με φόρα στην άμμο κι εσύ έπρεπε να τρέξεις σα παλαβός στη θάλασσα μπας και σωθείς. Όμως κι εκεί  μη νομίζεις ότι ήσουν ασφαλής,  κατ’  αρχάς ήταν πολύ βαθιά κι άμα δεν ήξερες καλό  κολύμπι  ήσουν χαμένος,  έπειτα ήταν εκείνα τα καταραμένα βότσαλα που δε σ’ άφηναν να περπατήσεις κανονικά,  ειδικά αν ήσουν ξυπόλυτος βούλιαζες μέσα τους και τα πόδια σου πονούσαν.  Ο καπετάνιος είχε πει να μη στήσουν τις πετσέτες τους στο πίσω μέρος της ακτής, κοντά στο βράχο που κρέμονταν, όμως οι πιο πολλοί πήγαν κατά κει γιατί   όπως βαρούσε ο ήλιος κατακέφαλα όλοι ήθελαν να φυλάξουν   το κεφάλι τους ενώ σκέφτονταν’’ Ρε φίλε τόσους αιώνες δεν έπεσε τώρα θα θυμηθεί ;’’  Όπως και να είχε ένα μπάνιο όλοι το χρειάζονταν και βούτηξαν γρήγορα, το μόνο ενοχλητικό ήταν το άλλο καράβι  που ήρθε κι άραξε στην  παραλία οπότε όλοι έπρεπε ν’ απομακρυνθούν για να μη τους διεμβολίσει, βλέπεις οι κρουαζιέρες εκεί πέρα  οργανώνονταν στα ίδια σημεία, υπήρχε ένας συνωστισμός κι ήταν πολύ σπαστικό .


Πάντως η διαδρομή με το καράβι ήταν πολύ ωραία,  υπήρχε ένα σύμπλεγμα νησιών στην περιοχή και μπορούσες να περάσεις ανάμεσα τους,  να σταματήσεις σε κάποια λιμάνια και κάποιες  ακτές, όποτε σταματούσε κάπου το καράβι οι πιτσιρικάδες κι άλλοι ριψοκίνδυνοι βουτούσαν  από βατήρες κι από  ψηλά απ’  το κατάστρωμα,  απ’ τα  τρία μέτρα,  μερικοί  είχαν ξεσαλώσει, έπεφταν στο νερό και χάνονταν για ν’ αναδυθούν  γρήγορα βγάζοντας  νερό απ’  το στόμα, ύστερα ανέβαιναν στο πλοίο και ξαναβουτούσαν.  Ήταν  ωραίο θέαμα πάντως και πιο πολύ εκεί στο νησάκι εκείνου το  εκατομμυριούχου   που το είχε φτιάξει όταν  ήταν παντοδύναμος, εκεί πέρα λέει ένας φωτογράφος είχε δει γυμνή τη γυναίκα του  να κολυμπά κι η φωτογραφία  που έβγαλε πουλήθηκε για εκατομμύρια, καλά πρέπει να ήταν πολύ φοβερός , δεν πήρε και τόσα πολλά για τις φωτογραφίες,  τριάντα εκατομμύρια  που ήταν  βέβαια τεράστιο ποσό εκείνη την εποχή όμως  τα πιο πολλά τα κονόμησε το περιοδικό που δημοσίευσε τις φωτογραφίες, το σχόλιο του εκατομμυριούχου ήτανε : ‘’Τουλάχιστον βγήκε καλή γιατί είναι κοκαλιάρα!’’

Είχαν σταματήσει σε τρία νησιά και είχε συνέχεια, το μεσημέρι ήταν ζεστό, ευτυχώς  ο αέρας φυσούσε στα πρόσωπα δροσερός, το πιο σπαστικό ήταν οι ξένοι,  κάτι βαλκάνιοι που είχαν πλημμυρίσει το πλοίο  και δε  μπορούσες να βρεις μέρος να σταθείς. Πήγε στην πίσω μεριά του σκάφους,  εκεί που άφριζαν τα νερά κι έπιασε κουβέντα μ’ έναν  Αλβανό που δούλευε   στο καράβι, ’’Από που είσαι;’’ τον ρώτησε ο ξένος, ’’Απ’  τη Θεσσαλονίκη’’-  ‘’Έχω έρθει εκεί, δούλεψα σ’ ένα χωριό, ήμουν δεκαέξι χρονών τότε,  είχα έρθει με τα πόδια απ’ τα βουνά χωρίς  χαρτιά, εκεί έβγαλα άδεια πρώτη φορά’’. Ο Αλβανός ήταν σωματώδης και μαυρισμένος,  από το Πάσχα ως τον Οκτώβριο  δούλευε στο καράβι κι ύστερα πίσω στην οικογένεια,  στους Αγίους Σαράντα, βλέποντας τον  σκέφτηκε αν θα μπορούσε να δουλέψει εκεί πέρα, πολλές ώρες ρε φίλε κι όταν γινόταν  πάρτι το βράδυ εν πλω ξενυχτούσαν περιμένοντας να φύγουν οι σουρωμένοι, πολλή  ταλαιπωρία. Σε κάποια στιγμή ο καπετάνιος ανακοίνωσε ότι   θα έμπαιναν  σε μια σπηλιά όπου άραζαν τα υποβρύχια στον πόλεμο για να κρυφτούν, το καράβι πλεύρισε τα βράχια,  πήρε θέση απέναντι στο άνοιγμα  κι έπειτα σιγά- σιγά μπήκε στο εσωτερικό, τα νερά εκεί μέσα  είχαν  ένα άλλο χρώμα,  περίεργο, πολύ εντυπωσιακό, όλοι μαζεύτηκαν μπροστά κι έβγαλαν τις φωτογραφίες, κάνα δυο βούτηξαν κιόλας …

Περνούσαν ωραία αλλά ήταν πολύ κουραστικά κι όλοι ήταν ψόφιοι, το βράδυ θα κατέλυαν  σε μια κωμόπολη παλιά, στις όχθες μιας μεγάλης   λιμνοθάλασσας. Απέθεσε τις βαλίτσες στο ξενοδοχείο και  βγήκε  μια βόλτα στην παραλία να δει λίγο το μέρος,  περπατώντας στην ακροθαλασσιά   διέκρινε  κάτι να κινείται κάτω απ’ το νερό, έσκυψε λίγο και είδε  μια χελώνα τεράστια που σάλευε κάτω  απ’ την επιφάνεια,  στη αρχή νόμιζε ότι ήταν  πεθαμένη όμως ύστερα πρόσεξε ότι  κουνούσε τα πτερύγια κι ανέβαινε προς τα πάνω,  σε κάποια στιγμή έβγαλε έξω το κεφάλι με το στόμα που είχε κάτι σαν ράμφος στην άκρη,  πήρε  μια ανάσα  ξεφυσώντας σαν άνθρωπος που αναπνέει κανονικά,  πρώτη φορά  έβλεπε τέτοιο πράγμα ,  ήταν πολύ εντυπωσιακό,  ύστερα η χελώνα  βυθίστηκε ξανά στο νερό ψηλαφώντας την προβλήτα  όπου μάλλον  έβρισκε κάποια τροφή κολλημένη  στο τσιμέντο. Πιο πέρα υπήρχαν κι άλλες , οι ντόπιοι δεν τις πρόσεχαν ιδιαίτερα, περνούσαν από κει ρίχνοντας καμιά ματιά κι ύστερα συνέχιζαν ατενίζοντας την ανοιχτή λιμνοθάλασσα που έμοιαζε αχανής και με τη θολούρα της ζέστης  που επικρατούσε δύσκολα μπορούσες να σχηματίσεις μια εικόνα για το μέγεθος της . Στην αντικρινή ακτή   υπήρχε μια στενή λουρίδα γης σα μονοπάτι απ’ όπου μπορούσες να πας μέχρι μακριά, σχεδόν  στο μέσο της λίμνης, καλά με  κανένα  ποδήλατο εκείνη η διαδρομή  πρέπει να ήταν φοβερή, καθόταν εκεί και χάζευε τα κύματα που έσκαγαν στις πέτρες ώσπου  βράδιασε.  

Τη  νύχτα   ξύπνησε από  φωνές έξω απ’ τη πόρτα του, κάποιοι επέστρεφαν από τα μαγαζιά μεθυσμένοι, αμέσως του ήρθε στο μυαλό η εικόνα εκείνης της χελώνας που ανέπνεε σαν άνθρωπος, πως ζούσε άραγε τόσες ώρες κάτω απ’ νερό, τι περίεργο πλάσμα που ήτανε ; Όπως δε τον έπιανε ο ύπνος συνέχιζε να κλωθογυρίζει στο μυαλό του όσα είχε δει σ’ εκείνα τα μέρη, όλη η περιοχή γύρω είχε κάτι  περίεργο,  υπήρχαν παντού ρηχά νερά κι η θάλασσα έμπαινε μέσα στη  στεριά σε πολλές μεριές δημιουργώντας ένα μπέρδεμα,  δε μπορούσες να καταλάβεις τι γινόταν γύρω. Το καράβι τους δεν είχε μπει στη λιμνοθάλασσα αλλά είχαν δει όπως αρμένιζαν τις οχυρώσεις στην είσοδό της παλιάς πόλης  όπου διανυκτέρευαν.  Εκτός από τείχη υπήρχαν εκεί και κάτι κανόνια σκουριασμένα και πύργοι πολύ ψηλοί , οι Βενετσιάνοι λέει  τα είχαν φτιάξει όλα αυτά όταν έδιωξαν  τους  Τούρκους που ήταν εκεί  καμιά διακοσαριά χρόνια, κάπου στ’ ανοιχτά τους είχε πει ο καπετάνιος ότι είχε γίνει και μια ναυμαχία τρομερή με τον στόλο της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου που είχαν τσακιστεί απ’ τον Οκταβιανό,  μα πόσο βλαμμένη ήταν εκείνη η γυναίκα !


Μια βδομάδα θα κρατούσε το ταξίδι του όμως από τις πρώτες μέρες κιόλας ένιωθε σα να είχε χαθεί,  σα να είχε αφεθεί να τον παρασύρει ένα ρεύμα σε άγνωστη κατεύθυνση , αυτός άλλωστε ήταν ο σκοπός του όταν είχε κλείσει την εκδρομή, αυτό επιθυμούσε, να ξεχαστεί λίγο, ν’  αφήσει πίσω  όλα όσα βασάνιζαν το μυαλό του, να δει άλλα  πράγματα, να ξεκολλήσει.  Με  τόσα γύρω  το μυαλό του είχε ερεθιστεί κι όλο ήθελε να ρωτά και να μαθαίνει, σε μια εκκλησία  παρατηρούσε το τέμπλο όταν ήρθε ένας τύπος αδύνατος, πρέπει να ήταν επίτροπος εκεί πέρα ή κάτι τέτοιο,  τον σάπισε στις ερωτήσεις κι ο επίτροπος  χαιρόταν  ν’ απαντά, έδειχνε πολύ ορεξάτος,  του εξηγούσε ότι εκεί πέρα οι εκκλησίες ήταν πολύ διαφορετικές, είχαν ένα αναλόγιο για τους  ψάλτες μεγάλο που δεν είχε ξαναδεί με τέσσερις θέσεις κι έναν πάγκο επικλινή μπροστά τους, όλα έμοιαζαν  αλλιώτικα  οι  ζωγραφιές  στους τοίχους,  το ταβάνι δίχως τρούλο,   όμως ήταν ωραίες εκκλησίες με πέτρινα αρχαία πλακάκια στο πάτωμα και μάρμαρα σκαλιστά στη πρόσοψη.

Ο επίτροπος ήξερε πολλά κι είχε όρεξη για κουβέντα, περπατώντας βγήκαν ως την ακροθαλασσιά που   ήταν γεμάτη ιστιοφόρα, κάτι πανύψηλα, υπήρχαν εκατοντάδες απ’  αυτά με τα υψωμένα κατάρτια που θύμιζαν δάσος, πόσος κόσμος είχε τέτοια καράβια ρε φίλε! Άνθρωποι πάνω τους  έβαφαν τα σανίδια, άλλοι έπλεναν  κάποιο  εξάρτημα, μερικοί  ξάπλωναν στο κατάστρωμα, φαίνεται αυτό  ήταν  το σπίτι τους όλο το καλοκαίρι. Προχώρησαν ως την άκρη της παραλίας εκεί που τέλειωνε το δάσος με τα ιστιοφόρα και κάθισαν κάτω από ένα γεφύρι παλιό, φυσούσε ένας αέρας φοβερά δροσερός ‘’Βλέπεις πως φυσά εδώ;’’ του είπε ο επίτροπος,’’ Το μέρος είναι μυστήριο, όλη η πόλη  σκάει  απ’  τη ζέστη κι εδώ έχει πάντα  ρεύμα που δροσίζει,  τα σκαλιά εκεί απέναντι απ το τόξο της γέφυρας   ήταν κάποτε τα σύνορα της χώρας, εκεί γινόταν το λαθρεμπόριο ανάμεσα στους Έλληνες  και τους Τούρκους, πριν από πενήντα  χρόνια  περνούσαν  από πάνω του αυτοκίνητα κι  όλοι φοβόταν  ότι δε  θα άντεχε, μια χρονιά  που είχε πολλές βροχές είχε κινδυνέψει να γκρεμιστεί, τα νερά φαινόταν έτοιμα να το παρασύρουν,  όμως οι βάσεις του  ήταν πολύ γερές ,ακουμπούσαν στον πάτο  του ποταμού  που είναι από πετρώματα εκρηξιγενή, χαλαζία και τέτοια, αυτά τα αυλικά είναι αθάνατα!’’. Σήκωσε το κεφάλι να δει το παλιό κτίσμα με τα μεγάλα τόξα και τις κολώνες που βυθίζονταν στην άμμο και τις πέτρες, από χαμηλά όπως το κοιτούσε  του φάνηκε επιβλητικό, είχε διαβάσει γι αυτό, είχε δει και φωτογραφίες  αλλά  από κοντά φαίνονταν πιο μεγαλόπρεπο και κάπως μυστήριο.

Τη μέρα που θα έφευγαν ένιωθε πολύ καλύτερα, δεν είχε λύσει το πρόβλημα που τον βασάνιζε όμως ένιωθε αισιόδοξος, είχε πάρει μια καλή ανάσα  και μπορούσε να συνεχίσει τώρα με  πιο καλή διάθεση, μπορούσε να αναλύσει καλύτερα στο μυαλό του όλες τις παραμέτρους , να δει πιο καθαρά, αισθάνονταν ότι βρισκόταν κοντά  στην έξοδο από μια περίοδο σκοτεινή,  ήταν αποφασισμένος να μην εγκαταλείψει την προσπάθεια αλλά να πέσει με τα μούτρα πάλι σε ότι  έκανε,  όλα θα πήγαιναν καλά. Το πρωί  εκείνο ήταν το τελευταίο της εκδρομής και σηκώθηκε αχάραγα να δει μια τελευταία φορά τη πόλη, την ώρα εκείνη δε κυκλοφορούσε ψυχή στο δρόμο κι ήταν ακόμα δροσερά, στο φως του πρωινού το γεφύρι του φάνηκε ακόμα πιο όμορφο,  ανέβηκε  από τη χαμηλή μεριά  να βγάλει καμιά  φωτογραφία. Καθώς πλησίαζε στο πιο ψηλό σημείο  είδε μια φιγούρα να περπατά αργά και μετά χωρίς καμιά προειδοποίηση να σκαρφαλώνει  στο τοιχάκι και να κοιτάζει  τα νερά κάτω σα να ήθελε να βουτήξει στο κενό.  Έτρεξε δίχως να σκεφτεί και φώναξε  ‘’Τι κάνεις;’’  εκείνη γύρισε τρομαγμένη,  έκλαιγε, τα μάτια της ήταν κόκκινα,   άρχισε να της μιλά συνέχεια χωρίς  διακοπή , ήξερε ότι έπρεπε να κερδίσει χρόνο για να τη σώσει,  η κοπέλα  όλη την ώρα έκλαιγε  χωρίς να λέει τίποτα,  σε μια στιγμή ταλαντεύτηκε εκεί πάνω σα να έχανε την ισορροπία της  κι αυτός της είπε ‘’Σε παρακαλώ κατέβα για μένα !’’ κι όπως ήταν διστακτική  την άρπαξε  από τη μέση και την τράβηξε με δύναμη από κείνο το καταραμένο βάθρο. Η κοπέλα  τον κοίταξε μ’ ένα βλέμμα  σα να είχε φύγει από πάνω της ένα φορτηγό που πήγαινε να την ισοπεδώσει, έπειτα έσιαξε τα μαλλιά της κι άρχισε να περπατά κατά την αντίθετη μεριά, σε λίγο χάθηκε ανάμεσα στα δέντρα, αυτός απόμεινε να κοιτά τα νερά που κυλούσαν αέναα κάτω απ’  τα τόξα πάνω απ τα εκρηξιγενή πετρώματα του χαλαζία  που γυάλιζαν.  

Στην επιστροφή  όλες ο σκηνές που είχε δει περνούσαν από μπροστά του σα κινηματογραφική ταινία,  μάλιστα άκουγε και  τη μουσική,  λίγο θλιμμένη αλλά ωραία,  οι σκηνές εναλλάσσονταν,  μια χελώνα  έβγαζε το κεφάλι πάνω απ'  το νερό, ένα γεφύρι όπου φυσούσε ασταμάτητα, ένας βράχος  που κρέμονταν,  η θάλασσα  γυάλιζε, μια γυναίκα  τον κοιτούσε περίεργα,  ένα δάσος  από ιστιοφόρα, μια μελαγχολία  άρχισε ν'  απλώνεται μέσα του... 

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ

‘’Εγώ θα σε κάνω καλά !’’  είπε ο λευκοντυμένος άντρας με μια φωνή βαθιά σαν να μιλούσε μέσα από  τούνελ,  βαστούσε ένα νυστέρι, έμοιαζε με γιατρό άλλα όχι συνηθισμένο, η γενειάδα του ήταν άσπρη, μακριά, κι είχε ένα παράστημα αρχοντικό, από πού είχε εμφανιστεί δεν μπορούσε να καταλάβει, κάπου τον είχε ξαναδεί,  ήταν σίγουρος αλλά δεν θυμόταν που, εντελώς ξαφνικά  ο ασπροντυμένος χάθηκε  ενώ αυτός  ονειρεύονταν  ένα βουνό καταπράσινο με βράχους μεγάλους κι  ένα ποτάμι να κυλά από κάτω.

 Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδε. Βρίσκονταν σε διακοπές. Με το που ξύπνησε ένιωσε τον  πόνο στη ράχη,  μήνες τώρα  αισθάνονταν  ένα τράβηγμα στη μέση , τις νύχτες δεν τον έπιανε ύπνος, δεν μπορούσε να ησυχάσει, οι εξετάσεις που έκανε έδειξαν ότι στην σπονδυλική του στήλη είχε φυτρώσει ένας  όγκος που τραβούσε το κρέας στο κόκαλο κι ώρες - ώρες ο πόνος ήταν ανυπόφορος.   Οι γιατροί του είχαν συστήσει εγχείρηση που ήταν όμως επικίνδυνη άσε που χρειαζόταν ένα κάρο λεφτά , που θα τα έβρισκε, πως θα το χειρίζονταν κι  αν δεν πετύχαινε η επέμβαση τι θα γινόταν;  Φοβόταν πολύ, τι στο καλό θα έκανε δεν ήξερε,  η γυναίκα του έλεγε να μη φοβάται,  εκείνη πίστευε πολύ  στο θεό,  όλο άναβε καντήλια κι έτρεχε στις  εκκλησιές παρακαλώντας,  αυτός δεν ήταν και πολύ   σ’ αυτά  όμως όταν έχεις τον  πόνο σου αρχίζεις να σκέφτεσαι αλλιώς.

Καθώς  ήταν νωρίς ακόμα κι η γυναίκα του κοιμόταν βαθιά, έφτιαξε καφέ και βγήκε στη βεράντα,  κοιτούσε δεξιά αριστερά παρατηρώντας το καθετί,  όλα έμοιαζαν καινούρια σα να είχε καθαρίσει το μάτι του με κάποιο τρόπο, ‘’Έτσι πρέπει να ξεκινούν  τα θαύματα !’’ άκουσε τη φωνή του να βγαίνει ασυναίσθητα σα να μιλούσε κάποιος άλλος.  Δεν πίστευε στα θαύματα αλλά  αυτό που είχε δει του άρεσε, άρχισε να πιστεύει ότι θα έβρισκε μια λύση  να σωθεί, να μην υποφέρει. Οι πόνοι του τραβούσαν καιρό κι ήταν πιο δυνατοί το καλοκαίρι, τότε που τα ρούχα κολλούν  στο σώμα  κι όλα σ’ ενοχλούν όπως τον Ηρακλή  στη μυθολογία. Όπως είχαν έρθει  τα πράγματα  το μαχαίρι δεν το γλύτωνε  όμως το πήγαινε πίσω συνέχεια μέχρι που  είδε  στη διάρκεια των διακοπών τον  ασπροντυμένο γέρο.

Έφτιαξε ένα τοστ με τον  καφέ του  κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο,  ήθελε κανένα παγάκι κι άνοιξε τον  καταψύκτη όμως σαν έσκυψε χαμηλά  αισθάνθηκε τη μέση του να τον τραβά πάλι κι ο πόνος  τον έκανε να διπλωθεί στο πάτωμα για λίγα λεπτά,  οι γιατροί του είχαν πει να προσέχει κάποιες κινήσεις όμως αυτός  όλο το ξεχνούσε.  Όταν ηρέμησε κάθισε στην πολυθρόνα του και  σκεφτόταν  τον τύπο με την άσπρη γενειάδα που είχε δει το βράδυ,  έμοιαζε τόσο ήρεμος σαν να έκανε την ίδια δουλειά διακόσια χρόνια και την είχε μάθει τέλεια, συλλογιζόταν  τη φράση του ‘’Εγώ θα σε κάνω καλά !’’,  πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο ;   Δεν είπε σε κανέναν τίποτα μονάχα   στη γυναίκα του ανέφερε κάτι, εκείνη σταυροκοπήθηκε και του εξήγησε   ότι αυτό είχε ξαναγίνει μ’ ένα παιδάκι,  ότι υπήρχε ένας  άγιος από μια χώρα του βορρά  που ήταν  γιατρός στην κανονική του ζωή κι έλεγαν ότι έκανε θαύματα με επεμβάσεις,  έσωζε ανθρώπους  που όλοι τους θεωρούσαν ξεγραμμένους,  είχε πάει  μια εκδρομή σε μια μονή όπου φύλαγαν τα κόκαλα του,  όταν του έδειξε ένα βιβλιαράκι   αμέσως τον γνώρισε  κι είπε  χωρίς  να το σκεφτεί ‘’Αυτός ήταν !’’

Πήρε εκείνο το βιβλιαράκι που περιέγραφε θαύματα και για κάμποση ώρα το ξεφύλλιζε,   υπήρχαν εκεί μέσα ιστορίες ανθρώπων που είχε γιατρέψει ο γέροντας, ένας    μάγειρας κι ένας    φούρναρης  είχαν αναρρώσει ενώ τους είχαν τελειωμένους, ένα κορίτσι είχε πληγωθεί στο πόδι καθώς έπαιζε κι ύστερα αρρώστησε , οι γονείς του που το λάτρευαν είχαν μαραθεί μέχρι που ο Άγιος του έδωσε κάτι να πιει,  το χάιδεψε κι εκείνο σαν να ξύπνησε άρχισε  πάλι να τρέχει και να χορεύει όπως παλιά.   Αναφέρονταν   εκεί μέσα η υπόθεση κάποιου  παλαιστή λαίμαργου  που έφαγε μέχρι σκασμού κι ήπιε νερό παγωμένο για να πέσει κατόπι ξερός, ίδρωνε και ξεφυσούσε  πέντε μέρες και πέντε νύχτες, ο γέροντας του είχε βάλει  ένα κατάπλασμα και τον είχε πλύνει με νερό ζεστό χορηγώντας του ταυτόχρονα κάτι βότανα ώσπου αναστήθηκε  κι ορκίζονταν ότι δεν θα ξανά έτρωγε έτσι.  Υπήρχε και η ιστορία ενός   παλαβού  που τον είχε πιάσει αμόκ κάποιο καλοκαίρι κι είχε επιτεθεί με μπαλτά στους θαμώνες ενός καφενείου,  εκείνον τον είχε κλείσει  σ’ ένα κελί για μια βδομάδα ο γέρος   δίνοντας του  μόνο νερό κι όταν βγήκε έξω ο τρελός του είχε πει’’ Παιδί μου,  αυτό να μη το ξανακάνεις , δεν είναι του θεού !’’ μόνο αυτό, τίποτ’  άλλο όμως τον άκουσε ο παλαβός κι έγινε αρνί, δεν πείραξε άνθρωπο ποτέ ξανά στη ζωή του!

Διάβαζε εκεί πέρα τις ιστορίες κι αναρωτιόταν αν εκείνος ο τύπος ήταν στην πραγματικότητα γιατρός ή θαυματοποιός,  πολλά από  όσα  χρησιμοποιούσε απαιτούσαν κάποιες γνώσεις,   σίγουρα ήξερε αρκετά  πράγματα , αφεψήματα, έμπλαστρα,  θα πρέπει να ήταν και λίγο ψυχίατρος  για να κουμαντάρει εκείνον τον τρελό  με τον μπαλτά  όμως από την άλλη είχε και μια δύναμη μαγική,  όποιον έπιανε στα χέρια του με κάποιον τρόπο τον έφερνε ξανά στη ζωή,  αυτό δεν γίνεται μόνο με  τα γιατρικά και  τα χάπια , πρέπει να έχεις και κάτι παραπάνω,  κάποιου είδους ενέργεια,  κάποια πίστη εσωτερική,  βαθιά,  κάτι που δεν μπορεί να το έχει  ο καθένας.  Ο ασπροντυμένος εμφανίστηκε μια φορά ακόμα  στον ύπνο του και τούτη τη φορά δεν φοβήθηκε,  τον παρατηρούσε μονάχα που ανακάτευε σ’ ένα τραπεζάκι κάτι  λαβίδες και κάτι άλλα αιχμηρά πραγματάκια που θα ήταν  ασφαλώς εργαλεία  της δουλειάς  του γιατί έμοιαζε πολύ εξοικειωμένος μ’ εκείνα τα αντικείμενα.  

Με τα οράματα  οι διακοπές του  είχαν αποκτήσει ένα ενδιαφέρον αλλιώτικο σα να είχε συμβεί κάτι κι  όλα γύρω  ζωντάνεψαν, περνώντας  απ’  το μικρό  υδραγωγείο που υπήρχε στη γειτονιά του χάζευε τα νερά που έτρεχαν   από μια διαρροή,  στο μικρό  αυλάκι που κυλούσε φυτά  υδρόφιλα  είχαν  φυτρώσει,  μια γάτα ξάπλωνε στη σκιά  δροσίζοντας την κοιλιά της κι   ένα συνεργείο  έβγαζε κάποιο φρεάτιο εκεί κοντά. Είχε ακόμα τις αμφιβολίες του,  αυτό που είχε δει μπορεί να ήταν απλά ένα όνειρο όμως το είχε δει  πάνω   από  μια  φορά, κι ίσως ήταν  κάτι που θα τον έβγαζε από την δύσκολη θέση, όπως και να είχε η διάθεση του είχε φτιάξει κι οι διακοπές του είχαν έπαιρναν  μια τροπή που δεν περίμενε.

Όπως το συνήθιζε ξυπνούσε πάντα πριν χαράξει  για να περπατήσει χαζεύοντας   τα πετρόκτιστα σπίτια και τους παλιούς φούρνους όπου έψηναν ψωμί κι ύστερα έφτιαχναν κάτι γλυκά με μέλι και τυρί.  Τα απογεύματα   έβγαιναν  βόλτα με τη γυναίκα του  στις ξερολιθιές καθώς φυσούσε ο άνεμος,  τα λουλούδια μιας συστάδας από ακακίες που έμοιαζαν με κόκκινα χτένια ανέδυαν ένα άρωμα περίεργο κι οι γριές με τ’  άσπρα τους πουκάμισα καθόταν στα μπαλκόνια να δροσιστούν απ’ τον αέρα , ά,  ήταν πολύ όμορφα  εκεί πέρα, δε καταλάβαινες ζέστη όλο τον καιρό, το καλοκαίρι περνούσε γρήγορα   κι όλοι  τους αγαπούσαν.  Η γυναίκα του  είχε ανακαλύψει εκείνο το χωριό σε μια εκδρομή με κάποια εκκλησία, αυτός ούτε που ήθελε να έρθει μαζί της και τελικά είχε πάει   έτσι από περιέργεια όμως  του άρεσε πολύ, τρελάθηκε, δεν ξεκολλούσε  από τα μοναστήρια  κι απ’  τα αγιάσματα που υπήρχαν σπαρμένα σ’  όλη την περιοχή γύρω…     

Ένα μεσημέρι  πλάγιαζε  στον καναπέ της κουζίνας που ήταν  το πιο δροσερό δωμάτιο.  Η ζέστη εκείνη την ώρα ήταν στο ζενίθ κι όλα είχαν ερημώσει σαν να είχε πέσει μια βόμβα στο σύμπαν , μόνο ένα τζιτζίκι έτριβε τους αδένες του και χαλούσε τον κόσμο  όμως ο ήχος του πιο πολύ έμοιαζε να σιγοντάρει την απόλυτη ερημιά. Η τηλεόραση έπαιζε ένα ντοκιμαντέρ που δε μπορούσε να παρακολουθήσει,  έβλεπε μόνο  τον τίτλο ‘’Μεταβολές του μαγνητικού πεδίου ‘’  , δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλούσε,  μάλλον για το πως κινείται  στο χώρο το φως μέσα από κύματα.  Ούτε είχε καταλάβει  πόση ώρα πέρασε  όταν άκουσε έναν  ήχο σαν να έτριζε το ψυγείο,   άνοιξε το ένα του μάτι και τον είδε πάλι μπροστά του να του λέει  με  τόνο  αυστηρό  ‘’Γύρνα την πλάτη σου  !‘’ ,   γύρισε μπρούμυτα  κι ο ασπροντυμένος  με το μαχαιράκι που κρατούσε   χάραξε μια γραμμή  στη ράχη του που δε πόνεσε  καθόλου,  ένα τσίμπημα μόνο ένιωσε κι ύστερα πάλι βυθίστηκε σ’ εκείνα τα όνειρα που τον πήγαιναν και τον έφερναν,  ένα ποταμάκι με πάπιες γκρίζες που  πιτσιλούσαν στα ρηχά, η θάλασσα,  ένα παρτέρι με λουλούδια κόκκινα και το πράσινο γρασίδι έφτιαχναν έναν πίνακα γεμάτο χρώματα,  ο ήλιος τρυπούσε  τα φυλλώματα και πίσω από κάτι  δέντρα ψηλά,  γεμάτα κόκκινους καρπούς, δυο σκιές  κινούνταν σιωπηλά.  

Όταν  ξύπνησε ένιωθε μουδιασμένος,  το κεφάλι του γύριζε σαν να  είχε πιει κάτι δυνατό ή σα να κινούνταν  σε μια  άλλη διάσταση . Πήγε  στο ψυγείο να πάρει λίγο χυμό, ήπιε μια γουλιά,  του φάνηκε ζεστός, άνοιξε τον καταψύκτη και πήρε  μερικά παγάκια, ‘’Πολύ καλύτερος τώρα !’’ μουρμούρισε  και τότε θυμήθηκε ότι δεν έπρεπε να σκύβει όμως είχε κάνει κανονικά την κίνηση όπως παλιά χωρίς  να πονέσει καθόλου ! Του ήρθε στο νου  το όνειρο  κι από περιέργεια έβγαλε το φανελάκι του, ήταν ματωμένο σαν να είχαν πέσει στάλες από αίμα,  πως είχαν  βρεθεί  εκεί πέρα; Προσπάθησε  να δει τη ράχη του στον καθρέφτη του μπάνιου ,  δε φαινόταν κανένα σημάδι τότε όμως  πως είχε  κοκκινίσει το ρούχο του,  δε μπορούσε να καταλάβει.  Δοκίμασε να στρίψει τη μέση του δεξιά- αριστερά,   δεν ένιωθε κανέναν πόνο,  έκανε μερικά βήματα, το περπάτημα του ήταν άνετο κι ούτε χρειαζόταν να σφίγγεται,  η πλάτη του δεν τον τραβούσε σαν να ήταν μισοανάπηρος,   αισθάνονταν  σα να είχαν  φύγει  δέκα κιλά από πάνω του.

Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί κι όλα του φαίνονταν ακατανόητα, κανονικά έπρεπε να νιώθει χαρούμενος όμως ήταν ακόμα ζαλισμένος, έπρεπε να βγάλει γρήγορα  κάποια ακτινογραφία, να δει τι είχε συμβεί, δοκίμασε κάποιες κινήσεις  λίγο απότομες κι όλο φοβόταν ότι θα τον τραβήξει πάλι εκείνος ο απαίσιος πόνος όμως  δεν συνέβαινε τίποτα.  Αν είχε γίνει κάποιο θαύμα πως εξηγούνταν,  δεν ήταν κανένας θρήσκος,  ούτε είχε  κάνει προσευχές και νηστείες, ούτε έτρεχε σε πνευματικούς και καλόγερους  μόνο βαθιά μέσα του παρακαλούσε μέρα νύχτα να σωθεί, να μη μείνει σακατεμένος , να ζήσει ακόμα λίγο όμως αρκούσε αυτό κι αν όχι τι παραπάνω έπρεπε  να κάνει ; Όλα αυτά του φαινόταν  ακατανόητα τελείως,  χρειαζόταν επειγόντως να περπατήσει λίγο για  να φύγει το αίμα απ’ το μυαλό του και να σκεφτεί καθαρά,  σηκώθηκε να φορέσει τ’  αθλητικά  του,   όπως έδενε τα κορδόνια του είδε δυο παπούτσια από κείνα  τα παλιά που ήταν σαν τσόκαρα  ξύλινα,  και τα φορούσαν στα χωράφια και στα  σπίτια τα παλιά, σήκωσε αργά το κεφάλι και είδε ένα ράσο άσπρο  και την άκρη μιας γενειάδας που έφτανε μέχρι χαμηλά στην κοιλιά,  ένα χέρι ακουμπούσε τα μαλλιά του,  ‘’Θυμάσαι τι σου είπα;’’ακούστηκε μια φωνή βαθιά σαν να  έβγαινε από  μια σήραγγα στον πάτο της γης . 

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

ΤΟΥΡΤΑ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΠΙΣΤΑΣ

Η τούρτα γενεθλίων έμοιαζε με χιονοδρομική πίστα, ανοίγοντας το ψυγείο είδε την άσπρη επιφάνεια με τα χρωματιστά γράμματα καρφωμένα σα σημαιάκια σε κάθε γωνιά, πρέπει να την είχε φτιάξει τη νύχτα γιατί προτού κοιμηθεί είχε ανοίξει το ψυγείο και δεν υπήρχε, έριξε μια μάτια προς το δωμάτιο της, ήξερε ότι ηρεμούσε όταν εκείνος βρισκόταν στο σπίτι κι ούτε κλείδωνε την εξώπορτα, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν μισάνοιχτη και μπορούσε να τη δει, κοιμόταν ξαπλωμένη στο πλάι με το ένα χέρι να προεξέχει απ’ το κρεβάτι σα να έδειχνε κάπου.

Καθώς είχε πέσει ξερός από νωρίς ξύπνησε την ώρα που τα πρώτα αστικά έβγαιναν στο δρόμο, τα φρένα τους ακούγονταν να στριγκλίζουν σε κάθε στάση , στην κουζίνα τα πιάτα ήταν τέλεια ταχτοποιημένα και μες το φούρνο υπήρχε ένα ταψί με φαγητό, όπως την ήξερε έκανε όλες τι δουλειές της το βράδυ και το πρωί κοιμόνταν μέχρι αργά, αυτό λειτουργούσε ανάποδα. Του είχε λείψει, την αγαπούσε όμως ποτέ δε μπορούσες να είσαι σίγουρος μαζί της, είχαν χωρίσει εδώ και χρόνια αλλά κρατούσαν επαφή , τον άφηνε να κοιμάται στο σπίτι της όμως δεν περίμενε τέτοια έκπληξη, αποβραδίς είχαν καθίσει και μιλούσαν ώρα πολύ περιμένοντας το παιδί που ήρθε κατά τις έντεκα πολύ κουρασμένο κι αμέσως πήγε στο δωμάτιο του, αυτοί καθίσανε μέχρι τα μεσάνυχτα κι ύστερα του έδειξε το σαλόνι όπου έπεσε ξερός, με το που σηκώθηκε το πρωί κι άνοιξε το ψυγείο του ήρθε να γελάσει δυνατά , ώστε λοιπόν δεν τον είχε ξεχάσει , είχε ελπίδες, πάντα πίστευε ότι θα μπορούσαν να τα ξαναβρούν και να ζουν όλοι μαζί.

Θα μπορούσαν να τα ξαναβρούν σίγουρα, δεν είχε καταλάβει ποτέ του γιατί χωρίσανε, τη συναντούσε μια φορά το μήνα για να δει και την κόρη του διανύοντας καμιά πεντακοσαριά χιλιόμετρα, πολλές φορές την έβρισκε εκεί που εργάζονταν, δούλευε στη πρέσα, στο σιδερωτήριο, ο ατμός απ’ τα μηχανήματα ήταν ανυπόφορος το καλοκαίρι, σ’ έπνιγε κι ούτε μπορούσες να χρησιμοποιήσεις κλιματιστικό, τα παράθυρα έπρεπε να είναι οπωσδήποτε ανοιχτά όμως έτσι έμπαινε μέσα όλη η ζέστη κι έσκαγες κανονικά, το πιο σωστό θα ήταν να ξεκινά πολύ πρωί τότε που είχε ακόμα δροσιά και να σχολά νωρίς το μεσημέρι προτού πάρουν φωτιά τα ντουβάρια αλλά ούτε κι αυτό ήταν δυνατό. Κάθε βράδυ κοιμόταν αργά περιμένοντας το παιδί να γυρίσει απ’ έξω αλλιώς δεν την έπιανε ο ύπνος, ένα και μοναδικό το είχε και σ’ αυτή την ηλικία όλο βλακείες κάνουν, δε φοβούνται τίποτα, δεν μπορείς να τα εμπιστευτείς, πρέπει να έχεις το νου σου συνέχεια, αφού μια φορά που είχε κοιμηθεί σε μια φίλη της είχαν στρώσει στο μπαλκόνι του ισογείου, ένα μέτρο πάνω απ’ το δρόμο, οποιοσδήποτε θα μπορούσε ν’ ανέβει στο περβάζι και να κάνει ότι μπορείς να φανταστείς, τα παιδιά ήταν εντελώς παλαβά !

Την άκουγε να ροχαλίζει ελαφρά όπως ακριβώς τη θυμόταν από τότε που ήταν νιόπαντροι, θα πρέπει να ήταν κομμάτια, αυτός ένιωθε καλά και μπορούσε να πιει τον καφέ του στο μπαλκόνι χαλαρώνοντας , την τούρτα θα την τρώγανε όλοι μαζί, αυτό ήταν το σωστό. Καπνίζοντας αγνάντευε τα καράβια κάτω στο λιμάνι, του είχε λείψει κι η πόλη, είχε ζήσει πολλά χρόνια εκεί πέρα, με το που είχε φτάσει την προηγούμενη μέρα μπήκε σε κάτι στενά για ν’ αφήσει το αμάξι του, κείνη την ώρα χάραζε κι οι είσοδοι των πολυκατοικιών έχασκαν άδειες κι έρημες, στα μοναχικά γκαράζ σκύλοι περίμεναν πίσω από πλέγματα κάποιον να τους ταΐσει, οι στοές κλειστές, στα μπαλκόνια γλάστρες με μολόχες κι ορτανσίες. Κοπέλες άνοιγαν τα σούπερ μάρκετ, άλλες ξεκλείδωναν τ’ αμάξια τους να πάνε για δουλειά, κι άλλες που φορούσαν μπλούζες καθαρές και φούστες σιδερωμένες κουβαλούσαν πρόσφορα και κεριά για την εκκλησία, κάποια γιορτή θα ήτανε.

Ήξερε ότι εκείνη τη μέρα είχε λαϊκή και κόσμος πολύς, άνδρες και γυναίκες θα μαζεύονταν σ ένα μαγαζί που πουλούσε μπουγάτσες και τυρόπιτες να τα πουν μέσα στη δροσιά πίνοντας καφέ προτού γυρίσουν με τα ψώνια στο σπίτι τους. Μπήκε με το αυτοκίνητο σ’ ένα παρκινγκ υπόγειο που κάποτε ήταν σταθμός λεωφορείων , οι τοίχοι αψηλοί όπως τους θυμόταν και το μέρος δροσερό καθώς ο ήλιος δεν έμπαινε από πουθενά. Άφησε το αμάξι εκεί πέρα και πήρε το ασανσέρ αλλά εκείνο αντί να σταματήσει ανέβαινε όλη την ώρα ενώ κανένα φωτάκι, καμιά ένδειξη δεν έδειχνε να λειτουργεί, τι στο διάβολο γινόταν που τον πήγαινε ‘’Μα τι ηλίθιο μηχάνημα!’’ φώναξε κι εκείνη τη στιγμή μια ξανθιά κοπέλα που περίμενε να μπει τον κοίταξε περίεργα. Επιτέλους το ασανσέρ τον κατέβασε και βγήκε έξω να περπατήσει λίγο, όλα γύρω του θύμιζαν κάτι αν κι έμοιαζαν αλλιώτικα, πολλά μαγαζιά κλειστά, πάρκα βρώμικα , σκουπίδια παντού, ένα προποτζίδικο μόνο ήταν όπως το θυμόταν με τις οθόνες και τις τζαμαρίες του, εκεί σύχναζε εκείνος ο χοντρός ο τζογαδόρος κι ο άλλος ο σπαστικός που λέγανε ότι έπαιρνε κόκα, τι να γίνονταν άραγε εκείνα τα μπουμπούκια …

Πίνοντας τον καφέ του στο μπαλκόνι σκεφτόταν όλους εκείνους τους τύπους , δεν τους πήγαινε και πολύ αλλά ήταν φυσιογνωμίες που ξεχώριζες. Θα του άρεσε να γυρίσει σ’ εκείνη τη πόλη, είχε βαρεθεί να κάνει αυτό το ατελείωτο ταξίδι κάθε φορά κι εκεί που είχε εγκατασταθεί δεν ήταν όπως τα περίμενε, ήθελε να γυρίσει όμως πρώτα έπρεπε να ξεκαθαρίσει αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί της. Απ’ ότι είχε μάθει δεν είχε βρει κάποιον όμως δεν μπορούσε να την καταλάβει, κάθε φορά τον άφηνε να κοιμάται στο σπίτι της κρατώντας τον σε απόσταση όμως την ήξερε κι ήταν σίγουρος ότι τον σκεφτόταν, ότι τον ήθελε όμως δεν το έδειχνε, τι μπορεί να περίμενε, τι μπορεί να σκεφτόταν, πως θα γινόταν να μπει στο μυαλό της ; Δε μπορούσε ν’ αποφασίσει, χρειαζόταν χρόνο, το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα έπρεπε να περιμένει, να μην κάνει βιαστικές κινήσεις, να μη την πιέσει κι ύστερα ήταν και το παιδί, ήξερε ότι την είχε κουράσει, περνούσε εκείνη τη δύσκολη φάση της εφηβείας όπου τα παιδιά είναι απρόβλεπτα κι είναι αλλιώς όταν υπάρχει πατέρας στο σπίτι, μπορείς να τα κουμαντάρεις πιο εύκολα, φοβούνται, κάθονται σούζα, είναι αλλιώς όπως και να το δεις …

‘’Ωραία τούρτα, μοιάζει μ’ εκείνη την πίστα στη Φλώρινα όπου είχαμε πάει προτού παντρευτούμε θυμάσαι ;’’ της είπε όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί να γιορτάσουν τα γενέθλια του. ‘’Ωραία είναι η ελευθερία αλλά η οικογένεια είναι μες το γονίδιο του ανθρώπου’’ έκανε τη σκέψη καθώς κοιτούσε τη γυναίκα και το παιδί, γελούσαν κι αστειεύονταν όλη την ώρα κι αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε καταφέρει να τις χάσει . Το απόγευμα είχε κάτι δουλειές , κάτι επαφές με γνωστούς για μια θέση σε μια επιχείρηση που φαινόταν καλή περίπτωση, αργά το βράδυ που γύρισε στο σπίτι όλοι κοιμόταν, το πρωί που έφυγε εκείνη για τη δουλειά τον φίλησε απαλά, περίμενε όλη τη μέρα και το απόγευμα πήγε να την πάρει απ’ τη βιοτεχνία. Φαινόταν εξουθενωμένη όμως η άτιμη όσο πιο πολύ κουρασμένη ήταν τόσο πιο όμορφη έδειχνε, πως διάβολο το έκανε αναρωτιόταν πάντα, έτσι και τώρα με το που βγήκε από κείνο το κτίριο με τους ατμούς έλαμπε, τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους νοτισμένα, τα μάτια της γυάλιζαν, την αγαπούσε ακόμα, ’’ Να σε κεράσω έναν καφέ;’’ της είπε και πήγαν σ’ ένα μαγαζί με μπουγάτσες που βρισκόταν δίπλα στο μεγάλο δρόμο, εκεί ήταν ωραία, τα φύλα των δέντρων ανέμιζαν στο αεράκι που φυσούσε, αμάξια περνούσαν όλη την ώρα, η κοπέλα πίσω απ τον πάγκο ανεβοκατέβαζε τους λεβιέδες φτιάχνοντας ένα φρέντο με κανέλα κι αφρόγαλα όπως τον έπινε εκείνη, αυτός δεν ήθελε καφέ, πήρε κάτι να φάει, κάθισαν εκεί κοιτάζοντας κατά την παραλία κι ήταν όπως παλιά ‘’Θε μου γιατί να μη μπορούμε να είμαστε μαζί!’’ έκανε τη σκέψη όπως την κοιτούσε να παίζει το καλαμάκι ανάμεσα στα δάχτυλα , πως θα γινόταν να την κάνει να τον θέλει πάλι, γιατί δε του μιλούσε καθαρά κι ύστερα γιατί να του φτιάξει τούρτα, τι σήμαινε, και δεν ήταν μια τυχαία τούρτα ήταν ένα γλύκισμα υπέροχο με απίστευτη κρέμα και σαντιγί που το είχε κάνει ξενυχτώντας γιατί ήξερε ότι ήταν κουρασμένη άρα κάτι ένιωθε όμως πάλι τίποτα δεν ήταν σίγουρο, μ’ εκείνη δεν μπορούσες να βρεις άκρη…

‘’Θυμάσαι εκείνο τον σπαστικό που λέγανε ότι παίρνει ναρκωτικά !’’ είπε η γυναίκα ‘’Σύχναζε σ’ εκείνο στο προποτζίδικο που πήγα μια φορά να παίξω ένα τζόκερ, μου ρίχτηκε άσχημα κι εσύ τον πήρες παραμάζωμα, τον είχες στήσει στο τοίχο ήταν πολύ ωραία κίνηση, έτσι γνωριστήκαμε ’’ –‘’Ναι καλά λες !’’ έκανε αυτός που το είχε ξεχάσει εντελώς, εκείνος ο κοκάκιας πάντα που την έδινε στα νεύρα και ποτέ δεν τον φοβήθηκε, ήταν δειλός στην πραγματικότητα και νταής, μπορούσε να σε κάνει να φοβηθείς όμως δεν μπορούσε να του επιτρέψει να ορμά έτσι σε μια γυναίκα ‘’Να σου πω την αλήθεια …’’ της είπε ‘’… τόκανα αυτόματα χωρίς να το σκεφτώ, κι όταν τον έπιασα απ’ τους ώμους δεν περίμενα να ήταν τόσο ελαφρύς, μπορεί επειδή μου την είχε δώσει άσχημα να τον σήκωσα πολύ εύκολα κι κείνος δεν είπε τίποτα σα να είχε παραδοθεί…’’- ‘’ Ωραίος ήσουν τότε, πιο μικρός και λιγότερο πονηρός, αμέσως σε είχα σταμπάρει, τώρα έχεις αλλάξει…’’- ‘’ Τι εννοείς;’’ είπε εκείνος όλο αγωνία ‘’Να τότε μιλούσες πιο πολύ, δεν ήσουν τόσο κλειστός, κάπου σ’ έχασα, τόχω σκεφτεί πολλές φορές να τα αναβρούμε αλλά έχω μάθει μόνη και δε ξέρω αν θα ήθελα ξανά άντρα μες το σπίτι μου , αν κάποιος έμπαινε βέβαια αυτός θα ήσουν εσύ…’’- ‘’ Ε τότε γιατί δε το κάνουμε;’’ είπε αυτός γεμάτος έξαψη ‘’Δε ξέρω, θα δούμε, πάμε τώρα να τελειώσουμε την τούρτα γιατί έχω λυσσάξει για γλυκό όλη μέρα !’’ έκλεισε αυτή αδειάζοντας το κυπελλάκι της.

‘’Είναι η πρώτη φορά που μου μιλά έτσι’’ σκεφτόταν στο αμάξι καθώς την έφερνε πίσω στο σπίτι ‘’’Ώστε με θυμάται λοιπόν κι εκείνο το βράδυ στο προποτζίδικο το είχα ξεχάσει εντελώς, άκου τώρα ρε φίλε τι θυμούνται οι γυναίκες, τι μυστήρια πλάσματα που είναι’’ αναφώνησε μέσα του στρίβοντας σ’ ένα καφενείο για να βγει κατά την ανηφόρα πάνω απ’ τη πόλη, εκεί στο καφενείο σε μια γωνιά καθόταν ένα τύπος μόνος καπνίζοντας ένα τσιγάρο ηλεκτρονικό, γύρισε απότομα το κεφάλι του να τον δει πιο καλά, ε βέβαια, αυτός ήταν ρε φίλε ο κοκάκιας !


ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...