Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019
ΑΡΩΜΑΤΙΚΟΙ ΕΣΤΕΡΕΣ
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019
Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΙΝ
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019
ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΠΑΛΙΡΡΟΙΑΣ
Κυριακή 18 Αυγούστου 2019
ΚΡΑΣΙ ΠΙΚΡΑΛΙΔΑΣ
Το μέρος μύριζε φρούτα, ροδάκινα μάλλον, κάπου θα υπήρχε μια φρουτιέρα, η γυναίκα φαινόταν να αναπνέει κανονικά αλλά για κάποιο λόγο είχε ακινητοποιηθεί, πόση ώρα βρισκόταν πεσμένη, ποιος την πρόσεχε άραγε πάντως φαινόταν καθαρή και ταχτοποιημένη. Δε μπορούσε να την αφήσει έτσι, πλησίασε και την σήκωσε μέχρι την άκρη του κρεβατιού και την έβαλε να ξαπλώσει, ήταν πολύ ελαφριά, αυτή τον κοιτούσε σα χαμένη, ‘’ Με συγχωρείς που σε αναστάτωσα’’ της είπε ενώ όλη την ώρα είχε το νου του στη πόρτα μη μπει κανένας και τον πιάσει στα πράσα, έπειτα πήγε στην άλλη μεριά του διαμερίσματος, βγήκε στο μπαλκόνι και είδε ότι δεν ήταν ψηλά, μπορούσε να πηδήξει από κει σ’ ένα στενάκι αν στριμώχνονταν, υπήρχε οδός διαφυγής σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά . Έκλεισε την εξώπορτα κι έριξε μια ματιά στο χώρο όπου βρισκόταν, σε κάθε διάρρηξη του άρεσε να παρατηρεί τα άγνωστα σπίτια, πρόσεχε τη διακόσμηση, τα ακριβά αντικείμενα, το στόλισμα του σπιτιού, τις τηλεοράσεις, τους πίνακες, έψαχνε τις πιο σκοτεινές γωνίες, τις πιο παράξενες κρυψώνες και συνήθως έβρισκε τα μέρη όπου έβαζαν τα λεφτά οι ένοικοι, σπάνια του ξέφευγαν, αν υπήρχε κάτι που άξιζε έπρεπε να το βρει.
Ποτέ δεν πείραζε κανέναν, αυτή ήταν αρχή του, να μη χρησιμοποιεί βία, δεν υπήρχε λόγος, αυτόν τον ενδιέφερε να γεμίζει την τσάντα του με κάθε λογής πολύτιμα πραγματάκια και μετά να χάνεται αθόρυβα, να γίνεται αόρατος, όλο αυτό τον εξιτάριζε, στο σπίτι του άδειαζε τη τσάντα να χαζέψει ότι είχε φέρει μαζί του, καθόταν εκεί πολύ ώρα ήσυχος και τα κοίταζε, μετά είχε τον άνθρωπο του στη πιάτσα που τα προωθούσε, δε τον ένοιαζε από κει και κάτω, ήξερε ότι ο άλλος ήταν πολύ προσεχτικός στη δουλειά του. Είχε κάνει καλό κομπόδεμα και σκεφτόταν να τα παρατήσει, ήξερε ότι δεν θα τον συνόδευε πάντα η καλή του τύχη κι ότι έπρεπε να προσέχει, κάποια στιγμή θα την πατούσε, όσο έξυπνος κι αν είσαι πάντα υπάρχει εξυπνότερος, στην πρώτη ευκαιρία είχε ορκιστεί να σταματήσει και να κόψει τις κακές συνήθειες.
Άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια φορώντας τα γάντια του που δεν τα έβγαζε ποτέ, δεν αισθάνονταν ότι κινδύνευε, η γυναίκα φαινόταν ανίκανη για οτιδήποτε, πρέπει να ήταν ανάπηρη ή κάτι τέτοιο οπότε δεν υπήρχε λόγος να φοβάται. Φαίνεται ότι την είχαν αφήσει μόνη για κάποιο λόγο, κανονικά έναν τέτοιο άνθρωπο δεν τον παρατάς ποτέ όμως ποιος ξέρει τι συνέβαινε εκεί πέρα, ποιος ξέρει πόσες ώρες έμενε εκεί μόνη μες το κατακαλόκαιρο υποφέροντας βουβά ωσότου έρθει κάποιος να της ανοίξει την πόρτα και να δει τι κάνει και τι χρειάζεται, όπως και να είχε ήταν κάτι ασυνήθιστο. Πλησίασε ξανά τη γυναίκα που τον κοίταζε θολά, την έπιασε με προσοχή και την έβαλε να καθίσει πιο άνετα, δεν ήταν πολύ μεγάλη, γύρω στα εξήντα- εβδομήντα με κοντά μαλλιά κι εκφραστικά μάτια που τον κοιτούσαν γεμάτα απορία, τα χείλη της κινούνταν όμως δε μπορούσαν ν’ αρθρώσουν λέξη, περίμενε ότι θα του έλεγε κάτι, ‘’Ποιος είσαι, τι θέλεις, πως μπήκες εδώ μέσα;’’ αλλά τελικά σταματούσε και κατέβαζε το κεφάλι.
Έριξε μια ματιά γύρω του προσπαθώντας να καταλάβει τι σόι άνθρωποι μπορεί να ζούσαν εκεί πέρα, που να βρίσκονταν τώρα άραγε, με το που είχε μπει σ’ αυτό το σπίτι κατάλαβε ότι το κατοικούσαν πλούσιοι, σίγουρα θα είχε εκεί μέσα πολύ καλά πραγματάκια , υπήρχαν κάτι έπιπλα πολύ μοντέρνα κι αστραφτερά, κάτι συσκευές εντειχισμένες, το ψυγείο υψώνονταν σχεδόν μέχρι το ταβάνι, ήταν τεράστιο, άνοιξε την τεράστια πόρτα κι έβγαλε ένα μπουκάλι να πιει λίγο νερό, το άδειασε μονορούφι, όλη η έξαψη τον είχε αφυδατώσει, γύρισε κατά τη γριά που τον κοιτούσε εξεταστικά σα να έλεγε ‘’Εσύ τώρα τι κάνεις εδώ πέρα ;’’, της έγνεψε αν ήθελε να πιει κι εκείνη κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι της, πήρε ένα ποτήρι απ’ το ντουλάπι και το έφερε στο στόμα της γυναίκας που ήπιε αχόρταγα, ποιος ξέρει πόσες ώρες είχε μείνει δίχως νερό.
Άνοιξε τις ντουλάπες κι άρχισε να ψάχνει ανάμεσα στους τόμους της βιβλιοθήκης, αυτή ήταν πάντα μια καλή κρυψώνα, πολλές φορές του είχε τύχει να βρει λεφτά σκορπισμένα σε πολλά βιβλία, πως τα έβαζαν εκεί και δεν μπερδεύονταν είχε πάντα την απορία, μια άλλη κρυψώνα ήταν το πατάρι που είχε εντοπίσει πάνω απ’ το μπάνιο, έπρεπε να ρίξει κι εκεί μια ματιά, εν τω μεταξύ ήξερε πως έπρεπε να τελειώνει γρήγορα ότι ήταν να κάνει, δεν ήταν συνετό να κάθεται εκεί πέρα με τις ώρες. Σε μια στιγμή άκουσε έναν θόρυβο από το στενό κι έστησε αυτί, το δρομάκι ήταν εντελώς σκοτεινό, θα είχε καεί καμιά λάμπα και κανείς δε νοιάζονταν να την αλλάξει, έξω δε κυκλοφορούσε ψυχή, η πόλη είχε αδειάσει, ήταν η καλύτερη εποχή για ανθρώπους σαν κι αυτόν.
Πραγματικά η πόλη το καλοκαίρι ήταν ο ιδανικός τόπος , όλοι πάθαιναν κάτι κι ήθελαν να φύγουν, να εξαφανιστούν, μόνο κάτι ζητιάνοι ελεεινοί και κάτι πρεζόνια που ψήνονταν στη ζέστη έμεναν πίσω σαν καταδικασμένοι γιατί δεν είχαν τρόπο διαφυγής. Τα πρωινά του καλοκαιριού ήταν το καλύτερο του, κείνη την ώρα κορίτσια με φορέματα άσπρα και γαλάζια έβγαιναν από τα νυχτερινά μαγαζιά ψάχνοντας ταξί να πάνε σπίτι τους, οι εργάτες του δήμου καθάριζαν τα πάρκα, οι σκύλοι τεντώνονταν μετά απ’ τον ύπνο της δροσερής νύχτας, τα τυροπιτάδικα έβγαζαν μπουγάτσες στις βιτρίνες τους, η πόλη φορούσε τα πιο καλά της. Πολλές φορές κατέβαινε στη παραλία κι εκεί συνήθως πετύχαινε ένα πρεζόνι που είχε ένα χρυσό κι ένα ασημένιο δαχτυλίδι σε κάθε χέρι, του έδινε κάτι, κανένα ψιλό, κανένα τσιγάρο, το πρεζόνι πάντα τον ευχαριστούσε, ήταν πολύ ευγενικό, κι αυτός ένιωθε την ικανοποίηση ότι έκανε μια καλή πράξη. Στο κάτω- κάτω δεν έκλεβε φτωχούς αλλά πλούσιους, αυτή ήταν μια άλλη αρχή του, είχε τύχει ν’ ανοίξει σπίτι που δεν του γέμισε το μάτι και το είχε αφήσει άθικτο, πάντα χτυπούσε ακριβές συνοικίες, καταλάβαινε τι παίζει από τις πόρτες, απέφευγε όσα είχαν συναγερμό, ήξερε από τέτοια κόλπα, είχε δουλέψει σεκιουριτάς ένα φεγγάρι, το κάτεχε το αντικείμενο, όποτε έβλεπε τέτοια συστήματα έφευγε, περισσότερο έψαχνε κανένα παράθυρο, καμιά πόρτα ανοιχτή, καμιά χαραμάδα, πάντα υπήρχε ένας τρόπος να τρυπώσεις, οι άνθρωποι είναι γεννημένοι για να ξεχνούν και να κάνουν λάθη, έτσι είναι η φύση τους, εσύ απλά πρέπει να είσαι σ’ επιφυλακή για ν’ αρπάξεις την ευκαιρία.
Στις ντουλάπες δεν βρήκε τίποτα, ούτε στη βιβλιοθήκη, σ’ ένα συρτάρι μόνο είδε κάτι κοσμήματα ψεύτικα που δεν άξιζαν τίποτα κι άρχισε να εκνευρίζεται, βλέπεις και σ’ αυτή τη περίπτωση αποκτάς τη νοοτροπία ότι πρέπει να βγάζεις κάποιο μεροκάματο αλλιώς ο κόπος κι η αγωνία σου πάνε στο βρόντο. Σήκωσε τα μάτια και είδε ένα εικονοστάσι ψηλά σε μια γωνιά, αυτή ήταν πάντα μια καλή κρυψώνα, για μια στιγμή δίστασε όμως αμέσως άλλαξε γνώμη, ανέβηκε σε μια καρέκλα και το πρόσωπο του ήρθε στο ύψος των εικόνων, δίπλα υπήρχε μια φωτογραφία παλιά που δέσποζε σ’ ολόκληρο τον τοίχο, ήταν μια σχολική φωτογραφία απ αυτές που έβγαιναν κάποτε στις αυλές με τα παιδιά κουρεμένα και τα κορίτσια να φορούν ποδιές, ασυναίσθητα σκανάρισε τις φάτσες των παιδιών που του φάνηκαν οικείες , η δασκάλα που στέκονταν στη μέση έμοιαζε πολύ σοβαρή, παρατήρησε τις φάτσες κι εκεί καρφώθηκε σε μια απ’ αυτές που ξεχώριζε σα τη μύγα μες το γάλα, ήταν το πρόσωπο ενός παιδιού αδύνατου που δεν χαμογελούσε όπως τ’ άλλα κι επιπλέον, αν έχεις το θεό σου, φορούσε μαύρα γυαλιά που το έκαναν να φαίνεται κάπως αλλόκοτο μες στο συνονθύλευμα των ανέμελων προσώπων. Αυτό τον σοκάρισε, θυμήθηκε ότι κι αυτός είχε βγει μια τέτοια φωτογραφία τότε που είχε κάποιο πρόβλημα στα μάτια του κι οι γιατροί φοβούνταν ότι ίσως έχανε την όραση του, η μάνα του έκλαιγε όλη νύχτα, αυτή ήταν μια τραυματική εμπειρία που την είχε ξεχάσει εντελώς, έμεινε εκεί αποσβολωμένος ξεχνώντας γιατί είχε μπει και τι γύρευε εκεί πέρα.
Η σαστιμάρα του κράτησε δυο τρία λεπτά, ξύπνησε από ένα ρεύμα αέρα που κούνησε κάτι λεπτά μεταλλικά φύλλα σα καμπανούλες κρεμασμένες στο ταβάνι ,στράφηκε κατά τη γιαγιά που τον κοιτούσε όλη αυτή την ώρα μ’ ένα βλέμμα παράξενο σα να καταλάβαινε τι έκανε, ‘’ Γιατί δεν κοιτάς από πίσω;’’ του είπε αινιγματικά, εκείνος έμεινε κόκαλο, υποτίθεται ότι η γριά δε μιλούσε, σήκωσε μηχανικά το μικρό εικονοστάσι, στον τοίχο υπήρχε κρυμμένο ένα μικρό καπάκι σαν αυτά που είχαν παλιά για τις σόμπες, το άνοιξε και είδε μέσα του ένα κουτί σα θήκη κοσμημάτων γυάλινο σα μάρμαρο κατάστικτο από κηλίδες μαύρες, εδώ ήταν λοιπόν η κρυψώνα, το πήρε στα χέρια του και το άνοιξε προσεχτικά, μέσα υπήρχαν ένα σωρό παρδαλά αντικείμενα σε κάθε χρώμα, ένα απ αυτά, ένα στιλπνό κιτρινωπό, γυάλιζε τρελά στο ελάχιστο φως που υπήρχε, το ήξερε αυτό το πετράδι, στη πιάτσα το λέγανε ‘’Κρασί πικραλίδας’’ κι ήταν σπάνιο, η αδρεναλίνη έτρεχε στο αίμα του γοργά όταν άκουσε την πόρτα να τρίζει, κάποιος ετοιμάζονταν να μπει , έβρισε τον εαυτό του που τα είχε καταφέρει έτσι, είχε καθυστερήσει πολλή ώρα εκεί μέσα και τώρα θα έμπλεκε σε καμιά ιστορία, έτρεξε προς το μπαλκόνι κρατώντας την κοσμηματοθήκη σφιχτά, περνώντας μπροστά από τη γριά την είδε να χαμογελά περίεργα κι αυτό του φάνηκε αλλόκοτο, κρεμάστηκε στα κάγκελα και προσγειώθηκε στο στενό, σύντομα τον κατάπιε το σκοτάδι.
Κυριακή 4 Αυγούστου 2019
τουρτα χιονοδρομικης πιστας
Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019
ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ
‘’Εγώ θα σε κάνω καλά !’’ είπε ο λευκοντυμένος άντρας με μια φωνή βαθιά σαν να μιλούσε μέσα από τούνελ, βαστούσε ένα νυστέρι, έμοιαζε με γιατρό άλλα όχι συνηθισμένο, η γενειάδα του ήταν άσπρη, μακριά, κι είχε ένα παράστημα αρχοντικό, από πού είχε εμφανιστεί δεν μπορούσε να καταλάβει, κάπου τον είχε ξαναδεί, ήταν σίγουρος αλλά δεν θυμόταν που, εντελώς ξαφνικά ο ασπροντυμένος χάθηκε ενώ αυτός ονειρεύονταν ένα βουνό καταπράσινο με βράχους μεγάλους κι ένα ποτάμι να κυλά από κάτω.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδε. Βρίσκονταν σε διακοπές. Με το που ξύπνησε ένιωσε τον πόνο στη ράχη, μήνες τώρα αισθάνονταν ένα τράβηγμα στη μέση , τις νύχτες δεν τον έπιανε ύπνος, δεν μπορούσε να ησυχάσει, οι εξετάσεις που έκανε έδειξαν ότι στην σπονδυλική του στήλη είχε φυτρώσει ένας όγκος που τραβούσε το κρέας στο κόκαλο κι ώρες - ώρες ο πόνος ήταν ανυπόφορος. Οι γιατροί του είχαν συστήσει εγχείρηση που ήταν όμως επικίνδυνη άσε που χρειαζόταν ένα κάρο λεφτά , που θα τα έβρισκε, πως θα το χειρίζονταν κι αν δεν πετύχαινε η επέμβαση τι θα γινόταν; Φοβόταν πολύ, τι στο καλό θα έκανε δεν ήξερε, η γυναίκα του έλεγε να μη φοβάται, εκείνη πίστευε πολύ στο θεό, όλο άναβε καντήλια κι έτρεχε στις εκκλησιές παρακαλώντας, αυτός δεν ήταν και πολύ σ’ αυτά όμως όταν έχεις τον πόνο σου αρχίζεις να σκέφτεσαι αλλιώς.
Καθώς ήταν νωρίς ακόμα κι η γυναίκα του κοιμόταν βαθιά, έφτιαξε καφέ και βγήκε στη βεράντα, κοιτούσε δεξιά αριστερά παρατηρώντας το καθετί, όλα έμοιαζαν καινούρια σα να είχε καθαρίσει το μάτι του με κάποιο τρόπο, ‘’Έτσι πρέπει να ξεκινούν τα θαύματα !’’ άκουσε τη φωνή του να βγαίνει ασυναίσθητα σα να μιλούσε κάποιος άλλος. Δεν πίστευε στα θαύματα αλλά αυτό που είχε δει του άρεσε, άρχισε να πιστεύει ότι θα έβρισκε μια λύση να σωθεί, να μην υποφέρει. Οι πόνοι του τραβούσαν καιρό κι ήταν πιο δυνατοί το καλοκαίρι, τότε που τα ρούχα κολλούν στο σώμα κι όλα σ’ ενοχλούν όπως τον Ηρακλή στη μυθολογία. Όπως είχαν έρθει τα πράγματα το μαχαίρι δεν το γλύτωνε όμως το πήγαινε πίσω συνέχεια μέχρι που είδε στη διάρκεια των διακοπών τον ασπροντυμένο γέρο.
Έφτιαξε ένα τοστ με τον καφέ του κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο, ήθελε κανένα παγάκι κι άνοιξε τον καταψύκτη όμως σαν έσκυψε χαμηλά αισθάνθηκε τη μέση του να τον τραβά πάλι κι ο πόνος τον έκανε να διπλωθεί στο πάτωμα για λίγα λεπτά, οι γιατροί του είχαν πει να προσέχει κάποιες κινήσεις όμως αυτός όλο το ξεχνούσε. Όταν ηρέμησε κάθισε στην πολυθρόνα του και σκεφτόταν τον τύπο με την άσπρη γενειάδα που είχε δει το βράδυ, έμοιαζε τόσο ήρεμος σαν να έκανε την ίδια δουλειά διακόσια χρόνια και την είχε μάθει τέλεια, συλλογιζόταν τη φράση του ‘’Εγώ θα σε κάνω καλά !’’, πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο ; Δεν είπε σε κανέναν τίποτα μονάχα στη γυναίκα του ανέφερε κάτι, εκείνη σταυροκοπήθηκε και του εξήγησε ότι αυτό είχε ξαναγίνει μ’ ένα παιδάκι, ότι υπήρχε ένας άγιος από μια χώρα του βορρά που ήταν γιατρός στην κανονική του ζωή κι έλεγαν ότι έκανε θαύματα με επεμβάσεις, έσωζε ανθρώπους που όλοι τους θεωρούσαν ξεγραμμένους, είχε πάει μια εκδρομή σε μια μονή όπου φύλαγαν τα κόκαλα του, όταν του έδειξε ένα βιβλιαράκι αμέσως τον γνώρισε κι είπε χωρίς να το σκεφτεί ‘’Αυτός ήταν !’’
Πήρε εκείνο το βιβλιαράκι που περιέγραφε θαύματα και για κάμποση ώρα το ξεφύλλιζε, υπήρχαν εκεί μέσα ιστορίες ανθρώπων που είχε γιατρέψει ο γέροντας, ένας μάγειρας κι ένας φούρναρης είχαν αναρρώσει ενώ τους είχαν τελειωμένους, ένα κορίτσι είχε πληγωθεί στο πόδι καθώς έπαιζε κι ύστερα αρρώστησε , οι γονείς του που το λάτρευαν είχαν μαραθεί μέχρι που ο Άγιος του έδωσε κάτι να πιει, το χάιδεψε κι εκείνο σαν να ξύπνησε άρχισε πάλι να τρέχει και να χορεύει όπως παλιά. Αναφέρονταν εκεί μέσα η υπόθεση κάποιου παλαιστή λαίμαργου που έφαγε μέχρι σκασμού κι ήπιε νερό παγωμένο για να πέσει κατόπι ξερός, ίδρωνε και ξεφυσούσε πέντε μέρες και πέντε νύχτες, ο γέροντας του είχε βάλει ένα κατάπλασμα και τον είχε πλύνει με νερό ζεστό χορηγώντας του ταυτόχρονα κάτι βότανα ώσπου αναστήθηκε κι ορκίζονταν ότι δεν θα ξανά έτρωγε έτσι. Υπήρχε και η ιστορία ενός παλαβού που τον είχε πιάσει αμόκ κάποιο καλοκαίρι κι είχε επιτεθεί με μπαλτά στους θαμώνες ενός καφενείου, εκείνον τον είχε κλείσει σ’ ένα κελί για μια βδομάδα ο γέρος δίνοντας του μόνο νερό κι όταν βγήκε έξω ο τρελός του είχε πει’’ Παιδί μου, αυτό να μη το ξανακάνεις , δεν είναι του θεού !’’ μόνο αυτό, τίποτ’ άλλο όμως τον άκουσε ο παλαβός κι έγινε αρνί, δεν πείραξε άνθρωπο ποτέ ξανά στη ζωή του!
Διάβαζε εκεί πέρα τις ιστορίες κι αναρωτιόταν αν εκείνος ο τύπος ήταν στην πραγματικότητα γιατρός ή θαυματοποιός, πολλά από όσα χρησιμοποιούσε απαιτούσαν κάποιες γνώσεις, σίγουρα ήξερε αρκετά πράγματα , αφεψήματα, έμπλαστρα, θα πρέπει να ήταν και λίγο ψυχίατρος για να κουμαντάρει εκείνον τον τρελό με τον μπαλτά όμως από την άλλη είχε και μια δύναμη μαγική, όποιον έπιανε στα χέρια του με κάποιον τρόπο τον έφερνε ξανά στη ζωή, αυτό δεν γίνεται μόνο με τα γιατρικά και τα χάπια , πρέπει να έχεις και κάτι παραπάνω, κάποιου είδους ενέργεια, κάποια πίστη εσωτερική, βαθιά, κάτι που δεν μπορεί να το έχει ο καθένας. Ο ασπροντυμένος εμφανίστηκε μια φορά ακόμα στον ύπνο του και τούτη τη φορά δεν φοβήθηκε, τον παρατηρούσε μονάχα που ανακάτευε σ’ ένα τραπεζάκι κάτι λαβίδες και κάτι άλλα αιχμηρά πραγματάκια που θα ήταν ασφαλώς εργαλεία της δουλειάς του γιατί έμοιαζε πολύ εξοικειωμένος μ’ εκείνα τα αντικείμενα.
Με τα οράματα οι διακοπές του είχαν αποκτήσει ένα ενδιαφέρον αλλιώτικο σα να είχε συμβεί κάτι κι όλα γύρω ζωντάνεψαν, περνώντας απ’ το μικρό υδραγωγείο που υπήρχε στη γειτονιά του χάζευε τα νερά που έτρεχαν από μια διαρροή, στο μικρό αυλάκι που κυλούσε φυτά υδρόφιλα είχαν φυτρώσει, μια γάτα ξάπλωνε στη σκιά δροσίζοντας την κοιλιά της κι ένα συνεργείο έβγαζε κάποιο φρεάτιο εκεί κοντά. Είχε ακόμα τις αμφιβολίες του, αυτό που είχε δει μπορεί να ήταν απλά ένα όνειρο όμως το είχε δει πάνω από μια φορά, κι ίσως ήταν κάτι που θα τον έβγαζε από την δύσκολη θέση, όπως και να είχε η διάθεση του είχε φτιάξει κι οι διακοπές του είχαν έπαιρναν μια τροπή που δεν περίμενε.
Όπως το συνήθιζε ξυπνούσε πάντα πριν χαράξει για να περπατήσει χαζεύοντας τα πετρόκτιστα σπίτια και τους παλιούς φούρνους όπου έψηναν ψωμί κι ύστερα έφτιαχναν κάτι γλυκά με μέλι και τυρί. Τα απογεύματα έβγαιναν βόλτα με τη γυναίκα του στις ξερολιθιές καθώς φυσούσε ο άνεμος, τα λουλούδια μιας συστάδας από ακακίες που έμοιαζαν με κόκκινα χτένια ανέδυαν ένα άρωμα περίεργο κι οι γριές με τ’ άσπρα τους πουκάμισα καθόταν στα μπαλκόνια να δροσιστούν απ’ τον αέρα , ά, ήταν πολύ όμορφα εκεί πέρα, δε καταλάβαινες ζέστη όλο τον καιρό, το καλοκαίρι περνούσε γρήγορα κι όλοι τους αγαπούσαν. Η γυναίκα του είχε ανακαλύψει εκείνο το χωριό σε μια εκδρομή με κάποια εκκλησία, αυτός ούτε που ήθελε να έρθει μαζί της και τελικά είχε πάει έτσι από περιέργεια όμως του άρεσε πολύ, τρελάθηκε, δεν ξεκολλούσε από τα μοναστήρια κι απ’ τα αγιάσματα που υπήρχαν σπαρμένα σ’ όλη την περιοχή γύρω…
Ένα μεσημέρι πλάγιαζε στον καναπέ της κουζίνας που ήταν το πιο δροσερό δωμάτιο. Η ζέστη εκείνη την ώρα ήταν στο ζενίθ κι όλα είχαν ερημώσει σαν να είχε πέσει μια βόμβα στο σύμπαν , μόνο ένα τζιτζίκι έτριβε τους αδένες του και χαλούσε τον κόσμο όμως ο ήχος του πιο πολύ έμοιαζε να σιγοντάρει την απόλυτη ερημιά. Η τηλεόραση έπαιζε ένα ντοκιμαντέρ που δε μπορούσε να παρακολουθήσει, έβλεπε μόνο τον τίτλο ‘’Μεταβολές του μαγνητικού πεδίου ‘’ , δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλούσε, μάλλον για το πως κινείται στο χώρο το φως μέσα από κύματα. Ούτε είχε καταλάβει πόση ώρα πέρασε όταν άκουσε έναν ήχο σαν να έτριζε το ψυγείο, άνοιξε το ένα του μάτι και τον είδε πάλι μπροστά του να του λέει με τόνο αυστηρό ‘’Γύρνα την πλάτη σου !‘’ , γύρισε μπρούμυτα κι ο ασπροντυμένος με το μαχαιράκι που κρατούσε χάραξε μια γραμμή στη ράχη του που δε πόνεσε καθόλου, ένα τσίμπημα μόνο ένιωσε κι ύστερα πάλι βυθίστηκε σ’ εκείνα τα όνειρα που τον πήγαιναν και τον έφερναν, ένα ποταμάκι με πάπιες γκρίζες που πιτσιλούσαν στα ρηχά, η θάλασσα, ένα παρτέρι με λουλούδια κόκκινα και το πράσινο γρασίδι έφτιαχναν έναν πίνακα γεμάτο χρώματα, ο ήλιος τρυπούσε τα φυλλώματα και πίσω από κάτι δέντρα ψηλά, γεμάτα κόκκινους καρπούς, δυο σκιές κινούνταν σιωπηλά.
Όταν ξύπνησε ένιωθε μουδιασμένος, το κεφάλι του γύριζε σαν να είχε πιει κάτι δυνατό ή σα να κινούνταν σε μια άλλη διάσταση . Πήγε στο ψυγείο να πάρει λίγο χυμό, ήπιε μια γουλιά, του φάνηκε ζεστός, άνοιξε τον καταψύκτη και πήρε μερικά παγάκια, ‘’Πολύ καλύτερος τώρα !’’ μουρμούρισε και τότε θυμήθηκε ότι δεν έπρεπε να σκύβει όμως είχε κάνει κανονικά την κίνηση όπως παλιά χωρίς να πονέσει καθόλου ! Του ήρθε στο νου το όνειρο κι από περιέργεια έβγαλε το φανελάκι του, ήταν ματωμένο σαν να είχαν πέσει στάλες από αίμα, πως είχαν βρεθεί εκεί πέρα; Προσπάθησε να δει τη ράχη του στον καθρέφτη του μπάνιου , δε φαινόταν κανένα σημάδι τότε όμως πως είχε κοκκινίσει το ρούχο του, δε μπορούσε να καταλάβει. Δοκίμασε να στρίψει τη μέση του δεξιά- αριστερά, δεν ένιωθε κανέναν πόνο, έκανε μερικά βήματα, το περπάτημα του ήταν άνετο κι ούτε χρειαζόταν να σφίγγεται, η πλάτη του δεν τον τραβούσε σαν να ήταν μισοανάπηρος, αισθάνονταν σα να είχαν φύγει δέκα κιλά από πάνω του.
Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί κι όλα του φαίνονταν ακατανόητα, κανονικά έπρεπε να νιώθει χαρούμενος όμως ήταν ακόμα ζαλισμένος, έπρεπε να βγάλει γρήγορα κάποια ακτινογραφία, να δει τι είχε συμβεί, δοκίμασε κάποιες κινήσεις λίγο απότομες κι όλο φοβόταν ότι θα τον τραβήξει πάλι εκείνος ο απαίσιος πόνος όμως δεν συνέβαινε τίποτα. Αν είχε γίνει κάποιο θαύμα πως εξηγούνταν, δεν ήταν κανένας θρήσκος, ούτε είχε κάνει προσευχές και νηστείες, ούτε έτρεχε σε πνευματικούς και καλόγερους μόνο βαθιά μέσα του παρακαλούσε μέρα νύχτα να σωθεί, να μη μείνει σακατεμένος , να ζήσει ακόμα λίγο όμως αρκούσε αυτό κι αν όχι τι παραπάνω έπρεπε να κάνει ; Όλα αυτά του φαινόταν ακατανόητα τελείως, χρειαζόταν επειγόντως να περπατήσει λίγο για να φύγει το αίμα απ’ το μυαλό του και να σκεφτεί καθαρά, σηκώθηκε να φορέσει τ’ αθλητικά του, όπως έδενε τα κορδόνια του είδε δυο παπούτσια από κείνα τα παλιά που ήταν σαν τσόκαρα ξύλινα, και τα φορούσαν στα χωράφια και στα σπίτια τα παλιά, σήκωσε αργά το κεφάλι και είδε ένα ράσο άσπρο και την άκρη μιας γενειάδας που έφτανε μέχρι χαμηλά στην κοιλιά, ένα χέρι ακουμπούσε τα μαλλιά του, ‘’Θυμάσαι τι σου είπα;’’ακούστηκε μια φωνή βαθιά σαν να έβγαινε από μια σήραγγα στον πάτο της γης .
Τρίτη 11 Ιουνίου 2019
ΤΟΥΡΤΑ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΠΙΣΤΑΣ
Η τούρτα γενεθλίων έμοιαζε με χιονοδρομική πίστα, ανοίγοντας το ψυγείο είδε την άσπρη επιφάνεια με τα χρωματιστά γράμματα καρφωμένα σα σημαιάκια σε κάθε γωνιά, πρέπει να την είχε φτιάξει τη νύχτα γιατί προτού κοιμηθεί είχε ανοίξει το ψυγείο και δεν υπήρχε, έριξε μια μάτια προς το δωμάτιο της, ήξερε ότι ηρεμούσε όταν εκείνος βρισκόταν στο σπίτι κι ούτε κλείδωνε την εξώπορτα, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν μισάνοιχτη και μπορούσε να τη δει, κοιμόταν ξαπλωμένη στο πλάι με το ένα χέρι να προεξέχει απ’ το κρεβάτι σα να έδειχνε κάπου.
Καθώς είχε πέσει ξερός από νωρίς ξύπνησε την ώρα που τα πρώτα αστικά έβγαιναν στο δρόμο, τα φρένα τους ακούγονταν να στριγκλίζουν σε κάθε στάση , στην κουζίνα τα πιάτα ήταν τέλεια ταχτοποιημένα και μες το φούρνο υπήρχε ένα ταψί με φαγητό, όπως την ήξερε έκανε όλες τι δουλειές της το βράδυ και το πρωί κοιμόνταν μέχρι αργά, αυτό λειτουργούσε ανάποδα. Του είχε λείψει, την αγαπούσε όμως ποτέ δε μπορούσες να είσαι σίγουρος μαζί της, είχαν χωρίσει εδώ και χρόνια αλλά κρατούσαν επαφή , τον άφηνε να κοιμάται στο σπίτι της όμως δεν περίμενε τέτοια έκπληξη, αποβραδίς είχαν καθίσει και μιλούσαν ώρα πολύ περιμένοντας το παιδί που ήρθε κατά τις έντεκα πολύ κουρασμένο κι αμέσως πήγε στο δωμάτιο του, αυτοί καθίσανε μέχρι τα μεσάνυχτα κι ύστερα του έδειξε το σαλόνι όπου έπεσε ξερός, με το που σηκώθηκε το πρωί κι άνοιξε το ψυγείο του ήρθε να γελάσει δυνατά , ώστε λοιπόν δεν τον είχε ξεχάσει , είχε ελπίδες, πάντα πίστευε ότι θα μπορούσαν να τα ξαναβρούν και να ζουν όλοι μαζί.
Θα μπορούσαν να τα ξαναβρούν σίγουρα, δεν είχε καταλάβει ποτέ του γιατί χωρίσανε, τη συναντούσε μια φορά το μήνα για να δει και την κόρη του διανύοντας καμιά πεντακοσαριά χιλιόμετρα, πολλές φορές την έβρισκε εκεί που εργάζονταν, δούλευε στη πρέσα, στο σιδερωτήριο, ο ατμός απ’ τα μηχανήματα ήταν ανυπόφορος το καλοκαίρι, σ’ έπνιγε κι ούτε μπορούσες να χρησιμοποιήσεις κλιματιστικό, τα παράθυρα έπρεπε να είναι οπωσδήποτε ανοιχτά όμως έτσι έμπαινε μέσα όλη η ζέστη κι έσκαγες κανονικά, το πιο σωστό θα ήταν να ξεκινά πολύ πρωί τότε που είχε ακόμα δροσιά και να σχολά νωρίς το μεσημέρι προτού πάρουν φωτιά τα ντουβάρια αλλά ούτε κι αυτό ήταν δυνατό. Κάθε βράδυ κοιμόταν αργά περιμένοντας το παιδί να γυρίσει απ’ έξω αλλιώς δεν την έπιανε ο ύπνος, ένα και μοναδικό το είχε και σ’ αυτή την ηλικία όλο βλακείες κάνουν, δε φοβούνται τίποτα, δεν μπορείς να τα εμπιστευτείς, πρέπει να έχεις το νου σου συνέχεια, αφού μια φορά που είχε κοιμηθεί σε μια φίλη της είχαν στρώσει στο μπαλκόνι του ισογείου, ένα μέτρο πάνω απ’ το δρόμο, οποιοσδήποτε θα μπορούσε ν’ ανέβει στο περβάζι και να κάνει ότι μπορείς να φανταστείς, τα παιδιά ήταν εντελώς παλαβά !
Την άκουγε να ροχαλίζει ελαφρά όπως ακριβώς τη θυμόταν από τότε που ήταν νιόπαντροι, θα πρέπει να ήταν κομμάτια, αυτός ένιωθε καλά και μπορούσε να πιει τον καφέ του στο μπαλκόνι χαλαρώνοντας , την τούρτα θα την τρώγανε όλοι μαζί, αυτό ήταν το σωστό. Καπνίζοντας αγνάντευε τα καράβια κάτω στο λιμάνι, του είχε λείψει κι η πόλη, είχε ζήσει πολλά χρόνια εκεί πέρα, με το που είχε φτάσει την προηγούμενη μέρα μπήκε σε κάτι στενά για ν’ αφήσει το αμάξι του, κείνη την ώρα χάραζε κι οι είσοδοι των πολυκατοικιών έχασκαν άδειες κι έρημες, στα μοναχικά γκαράζ σκύλοι περίμεναν πίσω από πλέγματα κάποιον να τους ταΐσει, οι στοές κλειστές, στα μπαλκόνια γλάστρες με μολόχες κι ορτανσίες. Κοπέλες άνοιγαν τα σούπερ μάρκετ, άλλες ξεκλείδωναν τ’ αμάξια τους να πάνε για δουλειά, κι άλλες που φορούσαν μπλούζες καθαρές και φούστες σιδερωμένες κουβαλούσαν πρόσφορα και κεριά για την εκκλησία, κάποια γιορτή θα ήτανε.
Ήξερε ότι εκείνη τη μέρα είχε λαϊκή και κόσμος πολύς, άνδρες και γυναίκες θα μαζεύονταν σ ένα μαγαζί που πουλούσε μπουγάτσες και τυρόπιτες να τα πουν μέσα στη δροσιά πίνοντας καφέ προτού γυρίσουν με τα ψώνια στο σπίτι τους. Μπήκε με το αυτοκίνητο σ’ ένα παρκινγκ υπόγειο που κάποτε ήταν σταθμός λεωφορείων , οι τοίχοι αψηλοί όπως τους θυμόταν και το μέρος δροσερό καθώς ο ήλιος δεν έμπαινε από πουθενά. Άφησε το αμάξι εκεί πέρα και πήρε το ασανσέρ αλλά εκείνο αντί να σταματήσει ανέβαινε όλη την ώρα ενώ κανένα φωτάκι, καμιά ένδειξη δεν έδειχνε να λειτουργεί, τι στο διάβολο γινόταν που τον πήγαινε ‘’Μα τι ηλίθιο μηχάνημα!’’ φώναξε κι εκείνη τη στιγμή μια ξανθιά κοπέλα που περίμενε να μπει τον κοίταξε περίεργα. Επιτέλους το ασανσέρ τον κατέβασε και βγήκε έξω να περπατήσει λίγο, όλα γύρω του θύμιζαν κάτι αν κι έμοιαζαν αλλιώτικα, πολλά μαγαζιά κλειστά, πάρκα βρώμικα , σκουπίδια παντού, ένα προποτζίδικο μόνο ήταν όπως το θυμόταν με τις οθόνες και τις τζαμαρίες του, εκεί σύχναζε εκείνος ο χοντρός ο τζογαδόρος κι ο άλλος ο σπαστικός που λέγανε ότι έπαιρνε κόκα, τι να γίνονταν άραγε εκείνα τα μπουμπούκια …
Πίνοντας τον καφέ του στο μπαλκόνι σκεφτόταν όλους εκείνους τους τύπους , δεν τους πήγαινε και πολύ αλλά ήταν φυσιογνωμίες που ξεχώριζες. Θα του άρεσε να γυρίσει σ’ εκείνη τη πόλη, είχε βαρεθεί να κάνει αυτό το ατελείωτο ταξίδι κάθε φορά κι εκεί που είχε εγκατασταθεί δεν ήταν όπως τα περίμενε, ήθελε να γυρίσει όμως πρώτα έπρεπε να ξεκαθαρίσει αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί της. Απ’ ότι είχε μάθει δεν είχε βρει κάποιον όμως δεν μπορούσε να την καταλάβει, κάθε φορά τον άφηνε να κοιμάται στο σπίτι της κρατώντας τον σε απόσταση όμως την ήξερε κι ήταν σίγουρος ότι τον σκεφτόταν, ότι τον ήθελε όμως δεν το έδειχνε, τι μπορεί να περίμενε, τι μπορεί να σκεφτόταν, πως θα γινόταν να μπει στο μυαλό της ; Δε μπορούσε ν’ αποφασίσει, χρειαζόταν χρόνο, το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα έπρεπε να περιμένει, να μην κάνει βιαστικές κινήσεις, να μη την πιέσει κι ύστερα ήταν και το παιδί, ήξερε ότι την είχε κουράσει, περνούσε εκείνη τη δύσκολη φάση της εφηβείας όπου τα παιδιά είναι απρόβλεπτα κι είναι αλλιώς όταν υπάρχει πατέρας στο σπίτι, μπορείς να τα κουμαντάρεις πιο εύκολα, φοβούνται, κάθονται σούζα, είναι αλλιώς όπως και να το δεις …
‘’Ωραία τούρτα, μοιάζει μ’ εκείνη την πίστα στη Φλώρινα όπου είχαμε πάει προτού παντρευτούμε θυμάσαι ;’’ της είπε όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί να γιορτάσουν τα γενέθλια του. ‘’Ωραία είναι η ελευθερία αλλά η οικογένεια είναι μες το γονίδιο του ανθρώπου’’ έκανε τη σκέψη καθώς κοιτούσε τη γυναίκα και το παιδί, γελούσαν κι αστειεύονταν όλη την ώρα κι αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε καταφέρει να τις χάσει . Το απόγευμα είχε κάτι δουλειές , κάτι επαφές με γνωστούς για μια θέση σε μια επιχείρηση που φαινόταν καλή περίπτωση, αργά το βράδυ που γύρισε στο σπίτι όλοι κοιμόταν, το πρωί που έφυγε εκείνη για τη δουλειά τον φίλησε απαλά, περίμενε όλη τη μέρα και το απόγευμα πήγε να την πάρει απ’ τη βιοτεχνία. Φαινόταν εξουθενωμένη όμως η άτιμη όσο πιο πολύ κουρασμένη ήταν τόσο πιο όμορφη έδειχνε, πως διάβολο το έκανε αναρωτιόταν πάντα, έτσι και τώρα με το που βγήκε από κείνο το κτίριο με τους ατμούς έλαμπε, τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους νοτισμένα, τα μάτια της γυάλιζαν, την αγαπούσε ακόμα, ’’ Να σε κεράσω έναν καφέ;’’ της είπε και πήγαν σ’ ένα μαγαζί με μπουγάτσες που βρισκόταν δίπλα στο μεγάλο δρόμο, εκεί ήταν ωραία, τα φύλα των δέντρων ανέμιζαν στο αεράκι που φυσούσε, αμάξια περνούσαν όλη την ώρα, η κοπέλα πίσω απ τον πάγκο ανεβοκατέβαζε τους λεβιέδες φτιάχνοντας ένα φρέντο με κανέλα κι αφρόγαλα όπως τον έπινε εκείνη, αυτός δεν ήθελε καφέ, πήρε κάτι να φάει, κάθισαν εκεί κοιτάζοντας κατά την παραλία κι ήταν όπως παλιά ‘’Θε μου γιατί να μη μπορούμε να είμαστε μαζί!’’ έκανε τη σκέψη όπως την κοιτούσε να παίζει το καλαμάκι ανάμεσα στα δάχτυλα , πως θα γινόταν να την κάνει να τον θέλει πάλι, γιατί δε του μιλούσε καθαρά κι ύστερα γιατί να του φτιάξει τούρτα, τι σήμαινε, και δεν ήταν μια τυχαία τούρτα ήταν ένα γλύκισμα υπέροχο με απίστευτη κρέμα και σαντιγί που το είχε κάνει ξενυχτώντας γιατί ήξερε ότι ήταν κουρασμένη άρα κάτι ένιωθε όμως πάλι τίποτα δεν ήταν σίγουρο, μ’ εκείνη δεν μπορούσες να βρεις άκρη…
‘’Θυμάσαι εκείνο τον σπαστικό που λέγανε ότι παίρνει ναρκωτικά !’’ είπε η γυναίκα ‘’Σύχναζε σ’ εκείνο στο προποτζίδικο που πήγα μια φορά να παίξω ένα τζόκερ, μου ρίχτηκε άσχημα κι εσύ τον πήρες παραμάζωμα, τον είχες στήσει στο τοίχο ήταν πολύ ωραία κίνηση, έτσι γνωριστήκαμε ’’ –‘’Ναι καλά λες !’’ έκανε αυτός που το είχε ξεχάσει εντελώς, εκείνος ο κοκάκιας πάντα που την έδινε στα νεύρα και ποτέ δεν τον φοβήθηκε, ήταν δειλός στην πραγματικότητα και νταής, μπορούσε να σε κάνει να φοβηθείς όμως δεν μπορούσε να του επιτρέψει να ορμά έτσι σε μια γυναίκα ‘’Να σου πω την αλήθεια …’’ της είπε ‘’… τόκανα αυτόματα χωρίς να το σκεφτώ, κι όταν τον έπιασα απ’ τους ώμους δεν περίμενα να ήταν τόσο ελαφρύς, μπορεί επειδή μου την είχε δώσει άσχημα να τον σήκωσα πολύ εύκολα κι κείνος δεν είπε τίποτα σα να είχε παραδοθεί…’’- ‘’ Ωραίος ήσουν τότε, πιο μικρός και λιγότερο πονηρός, αμέσως σε είχα σταμπάρει, τώρα έχεις αλλάξει…’’- ‘’ Τι εννοείς;’’ είπε εκείνος όλο αγωνία ‘’Να τότε μιλούσες πιο πολύ, δεν ήσουν τόσο κλειστός, κάπου σ’ έχασα, τόχω σκεφτεί πολλές φορές να τα αναβρούμε αλλά έχω μάθει μόνη και δε ξέρω αν θα ήθελα ξανά άντρα μες το σπίτι μου , αν κάποιος έμπαινε βέβαια αυτός θα ήσουν εσύ…’’- ‘’ Ε τότε γιατί δε το κάνουμε;’’ είπε αυτός γεμάτος έξαψη ‘’Δε ξέρω, θα δούμε, πάμε τώρα να τελειώσουμε την τούρτα γιατί έχω λυσσάξει για γλυκό όλη μέρα !’’ έκλεισε αυτή αδειάζοντας το κυπελλάκι της.
‘’Είναι η πρώτη φορά που μου μιλά έτσι’’ σκεφτόταν στο αμάξι καθώς την έφερνε πίσω στο σπίτι ‘’’Ώστε με θυμάται λοιπόν κι εκείνο το βράδυ στο προποτζίδικο το είχα ξεχάσει εντελώς, άκου τώρα ρε φίλε τι θυμούνται οι γυναίκες, τι μυστήρια πλάσματα που είναι’’ αναφώνησε μέσα του στρίβοντας σ’ ένα καφενείο για να βγει κατά την ανηφόρα πάνω απ’ τη πόλη, εκεί στο καφενείο σε μια γωνιά καθόταν ένα τύπος μόνος καπνίζοντας ένα τσιγάρο ηλεκτρονικό, γύρισε απότομα το κεφάλι του να τον δει πιο καλά, ε βέβαια, αυτός ήταν ρε φίλε ο κοκάκιας !
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...