Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΓΝΗΤΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ

‘’Εγώ θα σε κάνω καλά !’’  είπε ο λευκοντυμένος άντρας με μια φωνή βαθιά σαν να μιλούσε μέσα από  τούνελ,  βαστούσε ένα νυστέρι, έμοιαζε με γιατρό άλλα όχι συνηθισμένο, η γενειάδα του ήταν άσπρη, μακριά, κι είχε ένα παράστημα αρχοντικό, από πού είχε εμφανιστεί δεν μπορούσε να καταλάβει, κάπου τον είχε ξαναδεί,  ήταν σίγουρος αλλά δεν θυμόταν που, εντελώς ξαφνικά  ο ασπροντυμένος χάθηκε  ενώ αυτός  ονειρεύονταν  ένα βουνό καταπράσινο με βράχους μεγάλους κι  ένα ποτάμι να κυλά από κάτω.

 Αυτή ήταν η πρώτη φορά που τον είδε. Βρίσκονταν σε διακοπές. Με το που ξύπνησε ένιωσε τον  πόνο στη ράχη,  μήνες τώρα  αισθάνονταν  ένα τράβηγμα στη μέση , τις νύχτες δεν τον έπιανε ύπνος, δεν μπορούσε να ησυχάσει, οι εξετάσεις που έκανε έδειξαν ότι στην σπονδυλική του στήλη είχε φυτρώσει ένας  όγκος που τραβούσε το κρέας στο κόκαλο κι ώρες - ώρες ο πόνος ήταν ανυπόφορος.   Οι γιατροί του είχαν συστήσει εγχείρηση που ήταν όμως επικίνδυνη άσε που χρειαζόταν ένα κάρο λεφτά , που θα τα έβρισκε, πως θα το χειρίζονταν κι  αν δεν πετύχαινε η επέμβαση τι θα γινόταν;  Φοβόταν πολύ, τι στο καλό θα έκανε δεν ήξερε,  η γυναίκα του έλεγε να μη φοβάται,  εκείνη πίστευε πολύ  στο θεό,  όλο άναβε καντήλια κι έτρεχε στις  εκκλησιές παρακαλώντας,  αυτός δεν ήταν και πολύ   σ’ αυτά  όμως όταν έχεις τον  πόνο σου αρχίζεις να σκέφτεσαι αλλιώς.

Καθώς  ήταν νωρίς ακόμα κι η γυναίκα του κοιμόταν βαθιά, έφτιαξε καφέ και βγήκε στη βεράντα,  κοιτούσε δεξιά αριστερά παρατηρώντας το καθετί,  όλα έμοιαζαν καινούρια σα να είχε καθαρίσει το μάτι του με κάποιο τρόπο, ‘’Έτσι πρέπει να ξεκινούν  τα θαύματα !’’ άκουσε τη φωνή του να βγαίνει ασυναίσθητα σα να μιλούσε κάποιος άλλος.  Δεν πίστευε στα θαύματα αλλά  αυτό που είχε δει του άρεσε, άρχισε να πιστεύει ότι θα έβρισκε μια λύση  να σωθεί, να μην υποφέρει. Οι πόνοι του τραβούσαν καιρό κι ήταν πιο δυνατοί το καλοκαίρι, τότε που τα ρούχα κολλούν  στο σώμα  κι όλα σ’ ενοχλούν όπως τον Ηρακλή  στη μυθολογία. Όπως είχαν έρθει  τα πράγματα  το μαχαίρι δεν το γλύτωνε  όμως το πήγαινε πίσω συνέχεια μέχρι που  είδε  στη διάρκεια των διακοπών τον  ασπροντυμένο γέρο.

Έφτιαξε ένα τοστ με τον  καφέ του  κι έβγαλε ένα μπουκαλάκι νερό από το ψυγείο,  ήθελε κανένα παγάκι κι άνοιξε τον  καταψύκτη όμως σαν έσκυψε χαμηλά  αισθάνθηκε τη μέση του να τον τραβά πάλι κι ο πόνος  τον έκανε να διπλωθεί στο πάτωμα για λίγα λεπτά,  οι γιατροί του είχαν πει να προσέχει κάποιες κινήσεις όμως αυτός  όλο το ξεχνούσε.  Όταν ηρέμησε κάθισε στην πολυθρόνα του και  σκεφτόταν  τον τύπο με την άσπρη γενειάδα που είχε δει το βράδυ,  έμοιαζε τόσο ήρεμος σαν να έκανε την ίδια δουλειά διακόσια χρόνια και την είχε μάθει τέλεια, συλλογιζόταν  τη φράση του ‘’Εγώ θα σε κάνω καλά !’’,  πως θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο ;   Δεν είπε σε κανέναν τίποτα μονάχα   στη γυναίκα του ανέφερε κάτι, εκείνη σταυροκοπήθηκε και του εξήγησε   ότι αυτό είχε ξαναγίνει μ’ ένα παιδάκι,  ότι υπήρχε ένας  άγιος από μια χώρα του βορρά  που ήταν  γιατρός στην κανονική του ζωή κι έλεγαν ότι έκανε θαύματα με επεμβάσεις,  έσωζε ανθρώπους  που όλοι τους θεωρούσαν ξεγραμμένους,  είχε πάει  μια εκδρομή σε μια μονή όπου φύλαγαν τα κόκαλα του,  όταν του έδειξε ένα βιβλιαράκι   αμέσως τον γνώρισε  κι είπε  χωρίς  να το σκεφτεί ‘’Αυτός ήταν !’’

Πήρε εκείνο το βιβλιαράκι που περιέγραφε θαύματα και για κάμποση ώρα το ξεφύλλιζε,   υπήρχαν εκεί μέσα ιστορίες ανθρώπων που είχε γιατρέψει ο γέροντας, ένας    μάγειρας κι ένας    φούρναρης  είχαν αναρρώσει ενώ τους είχαν τελειωμένους, ένα κορίτσι είχε πληγωθεί στο πόδι καθώς έπαιζε κι ύστερα αρρώστησε , οι γονείς του που το λάτρευαν είχαν μαραθεί μέχρι που ο Άγιος του έδωσε κάτι να πιει,  το χάιδεψε κι εκείνο σαν να ξύπνησε άρχισε  πάλι να τρέχει και να χορεύει όπως παλιά.   Αναφέρονταν   εκεί μέσα η υπόθεση κάποιου  παλαιστή λαίμαργου  που έφαγε μέχρι σκασμού κι ήπιε νερό παγωμένο για να πέσει κατόπι ξερός, ίδρωνε και ξεφυσούσε  πέντε μέρες και πέντε νύχτες, ο γέροντας του είχε βάλει  ένα κατάπλασμα και τον είχε πλύνει με νερό ζεστό χορηγώντας του ταυτόχρονα κάτι βότανα ώσπου αναστήθηκε  κι ορκίζονταν ότι δεν θα ξανά έτρωγε έτσι.  Υπήρχε και η ιστορία ενός   παλαβού  που τον είχε πιάσει αμόκ κάποιο καλοκαίρι κι είχε επιτεθεί με μπαλτά στους θαμώνες ενός καφενείου,  εκείνον τον είχε κλείσει  σ’ ένα κελί για μια βδομάδα ο γέρος   δίνοντας του  μόνο νερό κι όταν βγήκε έξω ο τρελός του είχε πει’’ Παιδί μου,  αυτό να μη το ξανακάνεις , δεν είναι του θεού !’’ μόνο αυτό, τίποτ’  άλλο όμως τον άκουσε ο παλαβός κι έγινε αρνί, δεν πείραξε άνθρωπο ποτέ ξανά στη ζωή του!

Διάβαζε εκεί πέρα τις ιστορίες κι αναρωτιόταν αν εκείνος ο τύπος ήταν στην πραγματικότητα γιατρός ή θαυματοποιός,  πολλά από  όσα  χρησιμοποιούσε απαιτούσαν κάποιες γνώσεις,   σίγουρα ήξερε αρκετά  πράγματα , αφεψήματα, έμπλαστρα,  θα πρέπει να ήταν και λίγο ψυχίατρος  για να κουμαντάρει εκείνον τον τρελό  με τον μπαλτά  όμως από την άλλη είχε και μια δύναμη μαγική,  όποιον έπιανε στα χέρια του με κάποιον τρόπο τον έφερνε ξανά στη ζωή,  αυτό δεν γίνεται μόνο με  τα γιατρικά και  τα χάπια , πρέπει να έχεις και κάτι παραπάνω,  κάποιου είδους ενέργεια,  κάποια πίστη εσωτερική,  βαθιά,  κάτι που δεν μπορεί να το έχει  ο καθένας.  Ο ασπροντυμένος εμφανίστηκε μια φορά ακόμα  στον ύπνο του και τούτη τη φορά δεν φοβήθηκε,  τον παρατηρούσε μονάχα που ανακάτευε σ’ ένα τραπεζάκι κάτι  λαβίδες και κάτι άλλα αιχμηρά πραγματάκια που θα ήταν  ασφαλώς εργαλεία  της δουλειάς  του γιατί έμοιαζε πολύ εξοικειωμένος μ’ εκείνα τα αντικείμενα.  

Με τα οράματα  οι διακοπές του  είχαν αποκτήσει ένα ενδιαφέρον αλλιώτικο σα να είχε συμβεί κάτι κι  όλα γύρω  ζωντάνεψαν, περνώντας  απ’  το μικρό  υδραγωγείο που υπήρχε στη γειτονιά του χάζευε τα νερά που έτρεχαν   από μια διαρροή,  στο μικρό  αυλάκι που κυλούσε φυτά  υδρόφιλα  είχαν  φυτρώσει,  μια γάτα ξάπλωνε στη σκιά  δροσίζοντας την κοιλιά της κι   ένα συνεργείο  έβγαζε κάποιο φρεάτιο εκεί κοντά. Είχε ακόμα τις αμφιβολίες του,  αυτό που είχε δει μπορεί να ήταν απλά ένα όνειρο όμως το είχε δει  πάνω   από  μια  φορά, κι ίσως ήταν  κάτι που θα τον έβγαζε από την δύσκολη θέση, όπως και να είχε η διάθεση του είχε φτιάξει κι οι διακοπές του είχαν έπαιρναν  μια τροπή που δεν περίμενε.

Όπως το συνήθιζε ξυπνούσε πάντα πριν χαράξει  για να περπατήσει χαζεύοντας   τα πετρόκτιστα σπίτια και τους παλιούς φούρνους όπου έψηναν ψωμί κι ύστερα έφτιαχναν κάτι γλυκά με μέλι και τυρί.  Τα απογεύματα   έβγαιναν  βόλτα με τη γυναίκα του  στις ξερολιθιές καθώς φυσούσε ο άνεμος,  τα λουλούδια μιας συστάδας από ακακίες που έμοιαζαν με κόκκινα χτένια ανέδυαν ένα άρωμα περίεργο κι οι γριές με τ’  άσπρα τους πουκάμισα καθόταν στα μπαλκόνια να δροσιστούν απ’ τον αέρα , ά,  ήταν πολύ όμορφα  εκεί πέρα, δε καταλάβαινες ζέστη όλο τον καιρό, το καλοκαίρι περνούσε γρήγορα   κι όλοι  τους αγαπούσαν.  Η γυναίκα του  είχε ανακαλύψει εκείνο το χωριό σε μια εκδρομή με κάποια εκκλησία, αυτός ούτε που ήθελε να έρθει μαζί της και τελικά είχε πάει   έτσι από περιέργεια όμως  του άρεσε πολύ, τρελάθηκε, δεν ξεκολλούσε  από τα μοναστήρια  κι απ’  τα αγιάσματα που υπήρχαν σπαρμένα σ’  όλη την περιοχή γύρω…     

Ένα μεσημέρι  πλάγιαζε  στον καναπέ της κουζίνας που ήταν  το πιο δροσερό δωμάτιο.  Η ζέστη εκείνη την ώρα ήταν στο ζενίθ κι όλα είχαν ερημώσει σαν να είχε πέσει μια βόμβα στο σύμπαν , μόνο ένα τζιτζίκι έτριβε τους αδένες του και χαλούσε τον κόσμο  όμως ο ήχος του πιο πολύ έμοιαζε να σιγοντάρει την απόλυτη ερημιά. Η τηλεόραση έπαιζε ένα ντοκιμαντέρ που δε μπορούσε να παρακολουθήσει,  έβλεπε μόνο  τον τίτλο ‘’Μεταβολές του μαγνητικού πεδίου ‘’  , δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλούσε,  μάλλον για το πως κινείται  στο χώρο το φως μέσα από κύματα.  Ούτε είχε καταλάβει  πόση ώρα πέρασε  όταν άκουσε έναν  ήχο σαν να έτριζε το ψυγείο,   άνοιξε το ένα του μάτι και τον είδε πάλι μπροστά του να του λέει  με  τόνο  αυστηρό  ‘’Γύρνα την πλάτη σου  !‘’ ,   γύρισε μπρούμυτα  κι ο ασπροντυμένος  με το μαχαιράκι που κρατούσε   χάραξε μια γραμμή  στη ράχη του που δε πόνεσε  καθόλου,  ένα τσίμπημα μόνο ένιωσε κι ύστερα πάλι βυθίστηκε σ’ εκείνα τα όνειρα που τον πήγαιναν και τον έφερναν,  ένα ποταμάκι με πάπιες γκρίζες που  πιτσιλούσαν στα ρηχά, η θάλασσα,  ένα παρτέρι με λουλούδια κόκκινα και το πράσινο γρασίδι έφτιαχναν έναν πίνακα γεμάτο χρώματα,  ο ήλιος τρυπούσε  τα φυλλώματα και πίσω από κάτι  δέντρα ψηλά,  γεμάτα κόκκινους καρπούς, δυο σκιές  κινούνταν σιωπηλά.  

Όταν  ξύπνησε ένιωθε μουδιασμένος,  το κεφάλι του γύριζε σαν να  είχε πιει κάτι δυνατό ή σα να κινούνταν  σε μια  άλλη διάσταση . Πήγε  στο ψυγείο να πάρει λίγο χυμό, ήπιε μια γουλιά,  του φάνηκε ζεστός, άνοιξε τον καταψύκτη και πήρε  μερικά παγάκια, ‘’Πολύ καλύτερος τώρα !’’ μουρμούρισε  και τότε θυμήθηκε ότι δεν έπρεπε να σκύβει όμως είχε κάνει κανονικά την κίνηση όπως παλιά χωρίς  να πονέσει καθόλου ! Του ήρθε στο νου  το όνειρο  κι από περιέργεια έβγαλε το φανελάκι του, ήταν ματωμένο σαν να είχαν πέσει στάλες από αίμα,  πως είχαν  βρεθεί  εκεί πέρα; Προσπάθησε  να δει τη ράχη του στον καθρέφτη του μπάνιου ,  δε φαινόταν κανένα σημάδι τότε όμως  πως είχε  κοκκινίσει το ρούχο του,  δε μπορούσε να καταλάβει.  Δοκίμασε να στρίψει τη μέση του δεξιά- αριστερά,   δεν ένιωθε κανέναν πόνο,  έκανε μερικά βήματα, το περπάτημα του ήταν άνετο κι ούτε χρειαζόταν να σφίγγεται,  η πλάτη του δεν τον τραβούσε σαν να ήταν μισοανάπηρος,   αισθάνονταν  σα να είχαν  φύγει  δέκα κιλά από πάνω του.

Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί κι όλα του φαίνονταν ακατανόητα, κανονικά έπρεπε να νιώθει χαρούμενος όμως ήταν ακόμα ζαλισμένος, έπρεπε να βγάλει γρήγορα  κάποια ακτινογραφία, να δει τι είχε συμβεί, δοκίμασε κάποιες κινήσεις  λίγο απότομες κι όλο φοβόταν ότι θα τον τραβήξει πάλι εκείνος ο απαίσιος πόνος όμως  δεν συνέβαινε τίποτα.  Αν είχε γίνει κάποιο θαύμα πως εξηγούνταν,  δεν ήταν κανένας θρήσκος,  ούτε είχε  κάνει προσευχές και νηστείες, ούτε έτρεχε σε πνευματικούς και καλόγερους  μόνο βαθιά μέσα του παρακαλούσε μέρα νύχτα να σωθεί, να μη μείνει σακατεμένος , να ζήσει ακόμα λίγο όμως αρκούσε αυτό κι αν όχι τι παραπάνω έπρεπε  να κάνει ; Όλα αυτά του φαινόταν  ακατανόητα τελείως,  χρειαζόταν επειγόντως να περπατήσει λίγο για  να φύγει το αίμα απ’ το μυαλό του και να σκεφτεί καθαρά,  σηκώθηκε να φορέσει τ’  αθλητικά  του,   όπως έδενε τα κορδόνια του είδε δυο παπούτσια από κείνα  τα παλιά που ήταν σαν τσόκαρα  ξύλινα,  και τα φορούσαν στα χωράφια και στα  σπίτια τα παλιά, σήκωσε αργά το κεφάλι και είδε ένα ράσο άσπρο  και την άκρη μιας γενειάδας που έφτανε μέχρι χαμηλά στην κοιλιά,  ένα χέρι ακουμπούσε τα μαλλιά του,  ‘’Θυμάσαι τι σου είπα;’’ακούστηκε μια φωνή βαθιά σαν να  έβγαινε από  μια σήραγγα στον πάτο της γης . 

Τρίτη 11 Ιουνίου 2019

ΤΟΥΡΤΑ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΗΣ ΠΙΣΤΑΣ

Η τούρτα γενεθλίων έμοιαζε με χιονοδρομική πίστα, ανοίγοντας το ψυγείο είδε την άσπρη επιφάνεια με τα χρωματιστά γράμματα καρφωμένα σα σημαιάκια σε κάθε γωνιά, πρέπει να την είχε φτιάξει τη νύχτα γιατί προτού κοιμηθεί είχε ανοίξει το ψυγείο και δεν υπήρχε, έριξε μια μάτια προς το δωμάτιο της, ήξερε ότι ηρεμούσε όταν εκείνος βρισκόταν στο σπίτι κι ούτε κλείδωνε την εξώπορτα, η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν μισάνοιχτη και μπορούσε να τη δει, κοιμόταν ξαπλωμένη στο πλάι με το ένα χέρι να προεξέχει απ’ το κρεβάτι σα να έδειχνε κάπου.

Καθώς είχε πέσει ξερός από νωρίς ξύπνησε την ώρα που τα πρώτα αστικά έβγαιναν στο δρόμο, τα φρένα τους ακούγονταν να στριγκλίζουν σε κάθε στάση , στην κουζίνα τα πιάτα ήταν τέλεια ταχτοποιημένα και μες το φούρνο υπήρχε ένα ταψί με φαγητό, όπως την ήξερε έκανε όλες τι δουλειές της το βράδυ και το πρωί κοιμόνταν μέχρι αργά, αυτό λειτουργούσε ανάποδα. Του είχε λείψει, την αγαπούσε όμως ποτέ δε μπορούσες να είσαι σίγουρος μαζί της, είχαν χωρίσει εδώ και χρόνια αλλά κρατούσαν επαφή , τον άφηνε να κοιμάται στο σπίτι της όμως δεν περίμενε τέτοια έκπληξη, αποβραδίς είχαν καθίσει και μιλούσαν ώρα πολύ περιμένοντας το παιδί που ήρθε κατά τις έντεκα πολύ κουρασμένο κι αμέσως πήγε στο δωμάτιο του, αυτοί καθίσανε μέχρι τα μεσάνυχτα κι ύστερα του έδειξε το σαλόνι όπου έπεσε ξερός, με το που σηκώθηκε το πρωί κι άνοιξε το ψυγείο του ήρθε να γελάσει δυνατά , ώστε λοιπόν δεν τον είχε ξεχάσει , είχε ελπίδες, πάντα πίστευε ότι θα μπορούσαν να τα ξαναβρούν και να ζουν όλοι μαζί.

Θα μπορούσαν να τα ξαναβρούν σίγουρα, δεν είχε καταλάβει ποτέ του γιατί χωρίσανε, τη συναντούσε μια φορά το μήνα για να δει και την κόρη του διανύοντας καμιά πεντακοσαριά χιλιόμετρα, πολλές φορές την έβρισκε εκεί που εργάζονταν, δούλευε στη πρέσα, στο σιδερωτήριο, ο ατμός απ’ τα μηχανήματα ήταν ανυπόφορος το καλοκαίρι, σ’ έπνιγε κι ούτε μπορούσες να χρησιμοποιήσεις κλιματιστικό, τα παράθυρα έπρεπε να είναι οπωσδήποτε ανοιχτά όμως έτσι έμπαινε μέσα όλη η ζέστη κι έσκαγες κανονικά, το πιο σωστό θα ήταν να ξεκινά πολύ πρωί τότε που είχε ακόμα δροσιά και να σχολά νωρίς το μεσημέρι προτού πάρουν φωτιά τα ντουβάρια αλλά ούτε κι αυτό ήταν δυνατό. Κάθε βράδυ κοιμόταν αργά περιμένοντας το παιδί να γυρίσει απ’ έξω αλλιώς δεν την έπιανε ο ύπνος, ένα και μοναδικό το είχε και σ’ αυτή την ηλικία όλο βλακείες κάνουν, δε φοβούνται τίποτα, δεν μπορείς να τα εμπιστευτείς, πρέπει να έχεις το νου σου συνέχεια, αφού μια φορά που είχε κοιμηθεί σε μια φίλη της είχαν στρώσει στο μπαλκόνι του ισογείου, ένα μέτρο πάνω απ’ το δρόμο, οποιοσδήποτε θα μπορούσε ν’ ανέβει στο περβάζι και να κάνει ότι μπορείς να φανταστείς, τα παιδιά ήταν εντελώς παλαβά !

Την άκουγε να ροχαλίζει ελαφρά όπως ακριβώς τη θυμόταν από τότε που ήταν νιόπαντροι, θα πρέπει να ήταν κομμάτια, αυτός ένιωθε καλά και μπορούσε να πιει τον καφέ του στο μπαλκόνι χαλαρώνοντας , την τούρτα θα την τρώγανε όλοι μαζί, αυτό ήταν το σωστό. Καπνίζοντας αγνάντευε τα καράβια κάτω στο λιμάνι, του είχε λείψει κι η πόλη, είχε ζήσει πολλά χρόνια εκεί πέρα, με το που είχε φτάσει την προηγούμενη μέρα μπήκε σε κάτι στενά για ν’ αφήσει το αμάξι του, κείνη την ώρα χάραζε κι οι είσοδοι των πολυκατοικιών έχασκαν άδειες κι έρημες, στα μοναχικά γκαράζ σκύλοι περίμεναν πίσω από πλέγματα κάποιον να τους ταΐσει, οι στοές κλειστές, στα μπαλκόνια γλάστρες με μολόχες κι ορτανσίες. Κοπέλες άνοιγαν τα σούπερ μάρκετ, άλλες ξεκλείδωναν τ’ αμάξια τους να πάνε για δουλειά, κι άλλες που φορούσαν μπλούζες καθαρές και φούστες σιδερωμένες κουβαλούσαν πρόσφορα και κεριά για την εκκλησία, κάποια γιορτή θα ήτανε.

Ήξερε ότι εκείνη τη μέρα είχε λαϊκή και κόσμος πολύς, άνδρες και γυναίκες θα μαζεύονταν σ ένα μαγαζί που πουλούσε μπουγάτσες και τυρόπιτες να τα πουν μέσα στη δροσιά πίνοντας καφέ προτού γυρίσουν με τα ψώνια στο σπίτι τους. Μπήκε με το αυτοκίνητο σ’ ένα παρκινγκ υπόγειο που κάποτε ήταν σταθμός λεωφορείων , οι τοίχοι αψηλοί όπως τους θυμόταν και το μέρος δροσερό καθώς ο ήλιος δεν έμπαινε από πουθενά. Άφησε το αμάξι εκεί πέρα και πήρε το ασανσέρ αλλά εκείνο αντί να σταματήσει ανέβαινε όλη την ώρα ενώ κανένα φωτάκι, καμιά ένδειξη δεν έδειχνε να λειτουργεί, τι στο διάβολο γινόταν που τον πήγαινε ‘’Μα τι ηλίθιο μηχάνημα!’’ φώναξε κι εκείνη τη στιγμή μια ξανθιά κοπέλα που περίμενε να μπει τον κοίταξε περίεργα. Επιτέλους το ασανσέρ τον κατέβασε και βγήκε έξω να περπατήσει λίγο, όλα γύρω του θύμιζαν κάτι αν κι έμοιαζαν αλλιώτικα, πολλά μαγαζιά κλειστά, πάρκα βρώμικα , σκουπίδια παντού, ένα προποτζίδικο μόνο ήταν όπως το θυμόταν με τις οθόνες και τις τζαμαρίες του, εκεί σύχναζε εκείνος ο χοντρός ο τζογαδόρος κι ο άλλος ο σπαστικός που λέγανε ότι έπαιρνε κόκα, τι να γίνονταν άραγε εκείνα τα μπουμπούκια …

Πίνοντας τον καφέ του στο μπαλκόνι σκεφτόταν όλους εκείνους τους τύπους , δεν τους πήγαινε και πολύ αλλά ήταν φυσιογνωμίες που ξεχώριζες. Θα του άρεσε να γυρίσει σ’ εκείνη τη πόλη, είχε βαρεθεί να κάνει αυτό το ατελείωτο ταξίδι κάθε φορά κι εκεί που είχε εγκατασταθεί δεν ήταν όπως τα περίμενε, ήθελε να γυρίσει όμως πρώτα έπρεπε να ξεκαθαρίσει αν θα μπορούσε να ζήσει μαζί της. Απ’ ότι είχε μάθει δεν είχε βρει κάποιον όμως δεν μπορούσε να την καταλάβει, κάθε φορά τον άφηνε να κοιμάται στο σπίτι της κρατώντας τον σε απόσταση όμως την ήξερε κι ήταν σίγουρος ότι τον σκεφτόταν, ότι τον ήθελε όμως δεν το έδειχνε, τι μπορεί να περίμενε, τι μπορεί να σκεφτόταν, πως θα γινόταν να μπει στο μυαλό της ; Δε μπορούσε ν’ αποφασίσει, χρειαζόταν χρόνο, το μόνο σίγουρο ήταν ότι θα έπρεπε να περιμένει, να μην κάνει βιαστικές κινήσεις, να μη την πιέσει κι ύστερα ήταν και το παιδί, ήξερε ότι την είχε κουράσει, περνούσε εκείνη τη δύσκολη φάση της εφηβείας όπου τα παιδιά είναι απρόβλεπτα κι είναι αλλιώς όταν υπάρχει πατέρας στο σπίτι, μπορείς να τα κουμαντάρεις πιο εύκολα, φοβούνται, κάθονται σούζα, είναι αλλιώς όπως και να το δεις …

‘’Ωραία τούρτα, μοιάζει μ’ εκείνη την πίστα στη Φλώρινα όπου είχαμε πάει προτού παντρευτούμε θυμάσαι ;’’ της είπε όταν μαζεύτηκαν όλοι μαζί να γιορτάσουν τα γενέθλια του. ‘’Ωραία είναι η ελευθερία αλλά η οικογένεια είναι μες το γονίδιο του ανθρώπου’’ έκανε τη σκέψη καθώς κοιτούσε τη γυναίκα και το παιδί, γελούσαν κι αστειεύονταν όλη την ώρα κι αυτός δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε καταφέρει να τις χάσει . Το απόγευμα είχε κάτι δουλειές , κάτι επαφές με γνωστούς για μια θέση σε μια επιχείρηση που φαινόταν καλή περίπτωση, αργά το βράδυ που γύρισε στο σπίτι όλοι κοιμόταν, το πρωί που έφυγε εκείνη για τη δουλειά τον φίλησε απαλά, περίμενε όλη τη μέρα και το απόγευμα πήγε να την πάρει απ’ τη βιοτεχνία. Φαινόταν εξουθενωμένη όμως η άτιμη όσο πιο πολύ κουρασμένη ήταν τόσο πιο όμορφη έδειχνε, πως διάβολο το έκανε αναρωτιόταν πάντα, έτσι και τώρα με το που βγήκε από κείνο το κτίριο με τους ατμούς έλαμπε, τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους νοτισμένα, τα μάτια της γυάλιζαν, την αγαπούσε ακόμα, ’’ Να σε κεράσω έναν καφέ;’’ της είπε και πήγαν σ’ ένα μαγαζί με μπουγάτσες που βρισκόταν δίπλα στο μεγάλο δρόμο, εκεί ήταν ωραία, τα φύλα των δέντρων ανέμιζαν στο αεράκι που φυσούσε, αμάξια περνούσαν όλη την ώρα, η κοπέλα πίσω απ τον πάγκο ανεβοκατέβαζε τους λεβιέδες φτιάχνοντας ένα φρέντο με κανέλα κι αφρόγαλα όπως τον έπινε εκείνη, αυτός δεν ήθελε καφέ, πήρε κάτι να φάει, κάθισαν εκεί κοιτάζοντας κατά την παραλία κι ήταν όπως παλιά ‘’Θε μου γιατί να μη μπορούμε να είμαστε μαζί!’’ έκανε τη σκέψη όπως την κοιτούσε να παίζει το καλαμάκι ανάμεσα στα δάχτυλα , πως θα γινόταν να την κάνει να τον θέλει πάλι, γιατί δε του μιλούσε καθαρά κι ύστερα γιατί να του φτιάξει τούρτα, τι σήμαινε, και δεν ήταν μια τυχαία τούρτα ήταν ένα γλύκισμα υπέροχο με απίστευτη κρέμα και σαντιγί που το είχε κάνει ξενυχτώντας γιατί ήξερε ότι ήταν κουρασμένη άρα κάτι ένιωθε όμως πάλι τίποτα δεν ήταν σίγουρο, μ’ εκείνη δεν μπορούσες να βρεις άκρη…

‘’Θυμάσαι εκείνο τον σπαστικό που λέγανε ότι παίρνει ναρκωτικά !’’ είπε η γυναίκα ‘’Σύχναζε σ’ εκείνο στο προποτζίδικο που πήγα μια φορά να παίξω ένα τζόκερ, μου ρίχτηκε άσχημα κι εσύ τον πήρες παραμάζωμα, τον είχες στήσει στο τοίχο ήταν πολύ ωραία κίνηση, έτσι γνωριστήκαμε ’’ –‘’Ναι καλά λες !’’ έκανε αυτός που το είχε ξεχάσει εντελώς, εκείνος ο κοκάκιας πάντα που την έδινε στα νεύρα και ποτέ δεν τον φοβήθηκε, ήταν δειλός στην πραγματικότητα και νταής, μπορούσε να σε κάνει να φοβηθείς όμως δεν μπορούσε να του επιτρέψει να ορμά έτσι σε μια γυναίκα ‘’Να σου πω την αλήθεια …’’ της είπε ‘’… τόκανα αυτόματα χωρίς να το σκεφτώ, κι όταν τον έπιασα απ’ τους ώμους δεν περίμενα να ήταν τόσο ελαφρύς, μπορεί επειδή μου την είχε δώσει άσχημα να τον σήκωσα πολύ εύκολα κι κείνος δεν είπε τίποτα σα να είχε παραδοθεί…’’- ‘’ Ωραίος ήσουν τότε, πιο μικρός και λιγότερο πονηρός, αμέσως σε είχα σταμπάρει, τώρα έχεις αλλάξει…’’- ‘’ Τι εννοείς;’’ είπε εκείνος όλο αγωνία ‘’Να τότε μιλούσες πιο πολύ, δεν ήσουν τόσο κλειστός, κάπου σ’ έχασα, τόχω σκεφτεί πολλές φορές να τα αναβρούμε αλλά έχω μάθει μόνη και δε ξέρω αν θα ήθελα ξανά άντρα μες το σπίτι μου , αν κάποιος έμπαινε βέβαια αυτός θα ήσουν εσύ…’’- ‘’ Ε τότε γιατί δε το κάνουμε;’’ είπε αυτός γεμάτος έξαψη ‘’Δε ξέρω, θα δούμε, πάμε τώρα να τελειώσουμε την τούρτα γιατί έχω λυσσάξει για γλυκό όλη μέρα !’’ έκλεισε αυτή αδειάζοντας το κυπελλάκι της.

‘’Είναι η πρώτη φορά που μου μιλά έτσι’’ σκεφτόταν στο αμάξι καθώς την έφερνε πίσω στο σπίτι ‘’’Ώστε με θυμάται λοιπόν κι εκείνο το βράδυ στο προποτζίδικο το είχα ξεχάσει εντελώς, άκου τώρα ρε φίλε τι θυμούνται οι γυναίκες, τι μυστήρια πλάσματα που είναι’’ αναφώνησε μέσα του στρίβοντας σ’ ένα καφενείο για να βγει κατά την ανηφόρα πάνω απ’ τη πόλη, εκεί στο καφενείο σε μια γωνιά καθόταν ένα τύπος μόνος καπνίζοντας ένα τσιγάρο ηλεκτρονικό, γύρισε απότομα το κεφάλι του να τον δει πιο καλά, ε βέβαια, αυτός ήταν ρε φίλε ο κοκάκιας !


Πέμπτη 23 Μαΐου 2019

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΑΛΟΝΝΗΣΟΣ

Λέγανε ότι ήταν τοκογλύφος, ανακατεύονταν με κάτι δουλειές ύποπτες, δάνειζε χρήματα και δανείζονταν από άλλους,  ήταν λίγο σκοτεινός, το είχε κληρονομήσει  απ’ τον πατέρα του που κι εκείνος ανακατεύονταν με τέτοια,  είχε κάνει  λεφτά πολλά επί χούντας, τότε που το πετρέλαιο ανέβαινε  στα ύψη  εξαιτίας των πολέμων στην Αραβία, είχε ανοίξει ένα βενζινάδικο δίπλα στην εθνική οδό και οικονομούσε αβέρτα.  Eρχόταν εκεί πέρα απ’ τ’ άγρια χαράματα κουβαλώντας πολλές φορές κι αυτόν που τότε ήταν  παιδί ακόμα,  τον έβαζε να γεμίζει τα ντεπόζιτα με την  αντλία, μια φορά ο πιτσιρικάς παρά λίγο να γίνει στάχτη,  κάποιος βλάκας είχε ανάψει τσιγάρο κι όπως τραβούσαν την αντλία τα σταγονίδια του καύσιμου  πήραν  φωτιά ,  έγινε μια έκρηξη  ευτυχώς όχι μεγάλη,  αυτός  είχε τιναχτεί πάνω από τ’ αμάξια κι έπεσε στο χώμα, από θαύμα δεν είχε σκοτωθεί ούτε είχε πάθει καμιά σοβαρή ζημιά όμως ο πατέρας του   είχε φοβηθεί πολύ.

 Από μικρός είχε μάθει να έχει τις τσέπες του γεμάτες , καθώς άλλαζαν λάστιχα και λιπαντικά είχαν φτιάξει και βουλκανιζατέρ,  βγάζανε πολύ χρήμα, λέγανε ότι ο πατέρας του έκανε λαθρεμπόριο κι έφερνε από κάπου τεράστιες ποσότητες πετρελαίου αφορολόγητες,  τις φύλαγε σ’ ένα παλιό πηγάδι που το είχε φτιάξει χτίζοντας μια  δεξαμενή  υπόγεια, μεγάλη, κανείς δεν ήξερε το μυστικό εκτός από κάτι εργάτες  παλαιστίνιους που  τους είχε μες τον ήλιο και μετά τους σούταρε, ήξερε ότι θα φεύγανε από τη χώρα.  Τελείωσε τη δουλειά  μαζί με το γιο του,  εκείνον  μονάχα εμπιστεύονταν,  πάνω απ’ τη δεξαμενή είχε φτιάξει μια μάντρα με διαλυμένα αυτοκίνητα , αυτό ήταν  το καμουφλάζ του,  στη δεξαμενή   φύλαγε όλη την ποσότητα του καύσιμου που την έλεγχε κατά καιρούς κατεβαίνοντας από μια σκάλα μυστική.  Όταν  η αστυνομία ψυλλιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε εκεί πέρα  και κινδύνευε να φάει πολλά χρόνια φυλακή εξαφανίστηκε, έτσι κι αλλιώς  δεν είχε πολλά πάρε δώσε με την οικογένεια και τα σόγια του, η γυναίκα και τα παιδιά του-εκτός  απ’ τον αγαπημένο του γιο-   σπάνια τον έβλεπαν, όλη την ώρα ήταν στο γραφείο,  στα δικαστήρια, σε ταξίδια. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε κι όλοι τον αναζητούσαν,  λέγανε ότι είχε φύγει στην Αθήνα, είχαν χαλάσει τον κόσμο όμως δεν τον έβρισκαν πουθενά,  ύστερα εμφανίστηκε αλλά η αστυνομία τον είχε βάλει στο μάτι και τότε  λέγανε ότι είχε σκηνοθετήσει το θάνατο του για να χαθούν τα ίχνη,  είχε κάνει και κανονική κηδεία όμως κανείς δεν είχε ανοίξει το φέρετρο,  κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν εκεί μέσα,  λέγανε  ότι ζούσε  σ’ ένα νησί  όπου είχε ξαναρχίσει τη ζωή του κανείς όμως δεν ήταν σίγουρος, ο γιος του ήταν συντετριμμένος, δεν μπορούσε να το πιστέψει  ... 

 Όλα αυτά βέβαια μπορεί να ήταν απλά φήμες όμως ακούγονταν ότι ο βενζινάς ήταν ζωντανός , επικοινωνούσε με τους δικούς του και συνέχιζαν  τις δουλειές τους,  κάποιος γνωστός  μάλιστα ορκίζονταν ότι τον είχε πετύχει  σ’ ένα νησί να δουλεύει  σε μια ταβέρνα,  είχε μιλήσει μαζί του κι ο άλλος τον είχε παρακαλέσει να μη το πει σε κανένα γιατί κινδύνευε,  στο μεταξύ ο γιος ξεκίνησε να σπουδάζει  στην Ιταλία νομικά  όμως  είχε αποδειχτεί ανοικονόμητος,  ξόδευε όπου να ναι, σε στοιχήματα, σε γυναίκες,  σε καζίνο,  δεν πατούσε στη  σχολή  κι όταν τον διώξανε είχε βρεθεί στη Ρουμανία  κι εκεί με τα χίλια ζόρια-  πληρώνοντας βέβαια κι  όποιον καθηγητή έβρισκε- κατάφερε να πάρει το δίπλωμα .

 Γυρίζοντας στην Ελλάδα παντρεύτηκε κι αμέσως  άνοιξε πολυτελές  δικηγορικό γραφείο αναλαμβάνοντας  υποθέσεις μεγάλες,   μιας και το βενζινάδικο  τους είχε χρεοκοπήσει κανείς δεν ήξερε που είχε βρει τα μέσα,  ακούγονταν όμως ότι ο πατέρας του είχε αφήσει μια γερή μπάζα κρυμμένη κάπου  στο βουλκανιζατέρ  κι ο μόνος που ήξερε το μυστικό ήταν ο γιος του,  έτσι εξηγούνταν λοιπόν η γρήγορη ανέλιξη του.  Αν και νέος σχετικά,  έγινε  γρήγορα γνωστός στην πιάτσα,  καθώς   είχε μάθει να κινείται σε κύκλους σκοτεινούς κατέληξε  γρήγορα   τοκογλύφος , έμαθε  τα κόλπα, συναναστρέφονταν  με τύπους περίεργους, δάνειζε  ανθρώπους  της νύχτας που έψαχναν  κάποιον να τους βολέψει ή να του φορτώσουν λεφτά ύποπτα.  Με την κρίση που  είχε πέσει  όλοι είχαν ανάγκη από ρευστό,  άλλος χρωστούσε το ρεύμα,  άλλος φοβόταν μην του πάρουν το σπίτι, άλλος ήθελε να παντρέψει το παιδί του, όλοι είχαν έναν λόγο που χρειάζονταν χρήματα επειγόντως χωρίς  πολλές διαδικασίες κι αυτός ήταν πάντα  εκεί  διαθέσιμος.  Κανείς δεν ήξερε πραγματικά που έβρισκε τα λεφτά αλλά δεν ήθελε πολύ μυαλό να καταλάβεις, ακόμα και σε δύσκολους καιρούς κάποιοι βρίσκουν τα μέσα  με κάποιον τρόπο, υπάρχει πάντα μαύρο χρήμα στην αγορά  κι όταν  αυτοί που το κατέχουν δεν μπορούν να το διακινήσουν κανονικά ψάχνουν κόλπα  να γλυτώσουν φόρους κι άλλα τέτοια ενοχλητικά, έτσι  λοιπόν γύρω απ’ τον δικηγόρο είχε στηθεί ένα παιχνίδι κι όλοι  αναρωτιόντουσαν  κι απορούσαν πως τα κατάφερνε …
Ήταν αρχές του καλοκαιριού,  εκεί γύρω στον Ιούνιο προτού αρχίσει η θερινή σεζόν κι οι μεγάλες ζέστες, τότε που ο καιρός είναι  μαλακός ακόμα κι οι μέρες δροσερές,  τότε μπορείς να κάνεις τα καλύτερα ταξίδια. Μια  τέτοια μέρα κάποιος τριγυρνούσε ανάμεσα σε σκουριασμένα αμάξια κάπου στα προάστια,  δίπλα στην εθνική οδό, σ’ ένα μέρος που έμοιαζε με νεκροταφείο.  Ήταν χαράματα  κι ο ήλιος μόλις έβγαζε το κεφάλι του στην ανατολή βάφοντας κόκκινες τις οροσειρές, ο δικηγόρος δεν είχε κοιμηθεί όλη νύχτα , δυο φουσκωτοί είχαν έρθει στο γραφείο  του απειλώντας τον και είχε  φοβηθεί άσχημα , έπρεπε να βρει  ένα γερό ποσό γρήγορα γιατί διαφορετικά δεν ήξερε τι μπορούσε να συμβεί, σ’ αυτά τα κυκλώματα δεν υπάρχει έλεος, αν μπεις μια φορά δεν υπάρχει επιστροφή, θα σε κυνηγούν για πάντα. Γύρω επικρατούσε ερημιά,  απ’ τον δρόμο δεν μπορούσε να τον δει κανείς, τον  κάλυπτε μια συστάδα δέντρων που είχε φυτέψει γι’ αυτόν ακριβώς  το λόγο ο πατέρας του, τα δέντρα είχαν ψηλώσει με τα χρόνια κρύβοντας ότι έπρεπε  να κρυφτεί. Πήγε με τη μία σε μια γωνία της μάντρας όπου βρίσκονταν  ένα αυτοκίνητο τρακαρισμένο τόσο  δυνατά  ώστε  είχε γίνει ένας σωρός από λαμαρίνες και σίδερα, από κείνο το αμάξι έπρεπε να μετρήσει δέκα βήματα σε μια κατεύθυνση για να βρει την κρύπτη όπου ο πατέρας του  φύλαγε  τα λεφτά κι άλλα πράγματα πολύτιμα που μάζευε κατά καιρούς όταν οι άλλοι δεν είχαν να  πληρώσουν σε μετρητά, του είχε εξηγήσει ακριβώς που ήτανε λίγο  προτού  γίνει εκείνη η μυστήρια κηδεία του, τον είχε φέρει  εκεί πέρα και του έχε δείξει  το σημείο και πώς να το βρίσκει σε περίπτωση που συμβεί κάτι.


Είχε περάσει καιρός πολύς κι όλα εκεί του φαινόταν  αλλιώτικα, διαπίστωσε ότι είχε μεγαλώσει πια και δεν θυμόταν καθαρά,  όπως ερχόταν ήταν σίγουρος αλλά τώρα είχε  αμφιβολίες, βρήκε το σαραβαλιασμένο  αυτοκίνητο,  μέτρησε δέκα βήματα προς την ανατολή όπως   του είχε πει ο πατέρας του και μετά άρχισε να σκάβει μ’ ένα μικρό κασμά που είχε μαζί του. Υποτίθεται ότι η κρύπτη  δεν θα ήταν βαθιά, μετά από  τριάντα  πόντους θα έπρεπε να τη βρει λογικά,  όταν όμως έσκαψε περίπου μισό μέτρο και δεν βρήκε τίποτα του κόπηκαν τα πόδια κι ένιωσε το σώμα του να ιδρώνει. Δεν μπορούσε να το πιστέψει, σ’ εκείνη την κρύπτη είχε ποντάρει, την είχε πάντα σαν τελευταία λύση όταν όλα θα πήγαινε στραβά και τώρα δεν μπορούσε να τη βρει,  έβρισε άσχημα   τόσο δυνατά που φοβήθηκα και κοίταξε γύρω του μήπως τον είχε  ακούσει κανείς όμως ερημιά βασίλευε εκεί πέρα,  μόνο κάτι πουλιά τσίριζαν σα να  χαίρονταν  που ξεκινούσε μια μέρα ακόμα. Καθώς η ώρα περνούσε η θερμοκρασία ανέβαινε  και με την αγωνία που τον έτρωγε  του έφταιγαν τα πάντα,  έβγαλε τη μπλούζα που φορούσε κι έμεινε με το φανελάκι,  έπρεπε να μείνει ψύχραιμος, δε χρειαζόταν πανικός,  ήπιε λίγο νερό απ’ το μπουκαλάκι που κουβαλούσε, έπλυνε  το πρόσωπο του και ηρέμησε,  έπρεπε να βάλει το μυαλό του να σκεφτεί, να δει καθαρά τι γινόταν,  δε μπορεί,  κάπου εκεί βρισκόταν η κρύπτη.

  ‘’Α ρε μπαμπά  πως στο διάβολο τα έκανες  έτσι!’’ μονολόγησε κοιτάζοντας γύρω σα χαμένος  κι όπως είπε αυτή τη κουβέντα τον έφερε ξανά μπροστά του να  περπατά ανάμεσα στ’ αμάξια νευρικά και γρήγορα όπως  το συνήθιζε, ά, ο  πατέρας του ήταν ωραίος τύπος ότι και να λέγανε,  μελαχρινός με όμορφα χαρακτηριστικά, όλο νεύρο και πάθος για ότι έκανε,  έμοιαζε με ηθοποιό,  μερικοί μάλιστα αναρωτιόντουσαν αν τον είχαν δει σε κάποιο έργο, τον φαντάστηκε εκεί μπροστά του να περπατά  ολοζώντανος όπως παλιά  με μεγάλες δρασκελιές επιβλέποντας τους Παλαιστίνιους που σκάβανε την υπόγεια δεξαμενή  και τότε διάβολε θυμήθηκε και  του ήρθε να κλωτσήσει μ’  όλη του τη δύναμη  ένα μηχανάκι  αρχαίο. Μα βέβαια,  μετά τα δέκα μέτρα έπρεπε να στρίψει δεξιά άλλα δέκα μέτρα, αυτό ήτανε αλλά το είχε ξεχάσει,  καμιά φορά είσαι σίγουρος για κάτι, παίρνεις όρκο, δε δίνεις ούτε μια πιθανότητα όμως το μυαλό  παίζει άσχημα παιχνίδια κι η μνήμη μπορεί να σε προδώσει. Έτρεξε γρήγορα στο σημείο που είχε σκάψει κι από κει μέτρησε άλλα δέκα μέτρα δεξιά σ’ έναν διάδρομο ανάμεσα στα σκουριασμένα αμάξια,  στο σημείο που σταμάτησε άνοιξε έναν μικρό λάκκο κι αμέσως  χτύπησε κάτι μεταλλικό,  ένα κίτρινο   βαρύ κουτί, το χρηματοκιβώτιο !

Το άνοιξε  ανυπόμονα  και μέσα τυλιγμένα σ’  ένα πανί βρήκε δεσμίδες από χιλιάρικα ολοκαίνουρια σα να  είχαν  τοποθετηθεί εκεί πριν από μια μέρα αλλά ήταν εντελώς άχρηστα,  αυτή πρέπει ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση της ζωής του,  πώς την είχαν πατήσει έτσι,  πόσο ηλίθιοι είχαν φανεί  αλλά που να ξέρει ο πατέρας του ότι θα άλλαζε το νόμισμα κι όλα εκείνα τα μασούρια  θα ήταν άχρηστα,  έπιασε το κεφάλι του που τόνιωθε να καίγεται και πέταξε μακριά   το καταραμένο χρηματοκιβώτιο,  τα άχρηστα χαρτονομίσματα  γέμισαν  τον αέρα τρομάζοντας τα πουλιά που άρχισαν πάλι να τσιρίζουν, έβλεπε εκεί πέρα τα άχρηστα λεφτά  να ανεμίζουν και   τότε μόνο πρόσεξε ένα χαρτάκι διπλωμένο   στον πάτο του κιβωτίου το άνοιξε και χαμογέλασε  πλατιά , μια φράση μόνο που ήταν γραμμένη  στο χαρτί :’’ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΑΛΟΝΝΗΣΟΣ’’ εντελώς απ’  το πουθενά μια μουσική πολύ δυνατή άρχισε να βουίζει στ’  αυτιά του.  

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

ΤΟΚΑΤΕΣ ΚΑΙ ΦΟΥΓΚΕΣ

Στην Αγκάθα Κρίστι

Τα φυλλώματα της κερασιάς έκρυβαν  έναν μπαξέ που πρασίνιζε  τέτοια εποχή κι εκεί μπροστά στην είσοδο  ήταν μια τριανταφυλλιά  κατακόκκινη,  όλοι φύτευαν  τριανταφυλλιές και γιασεμιά στα σπίτια τότε κι ύστερα έφευγαν για κάπου, Αθήνα,  Θεσσαλονίκη,  Γερμανία.  Τα καλοκαίρια ερχόντουσαν πίσω,  κάτι φάτσες άγνωστες που μόνο οι παλιοί ήξεραν, καθάριζαν τις αυλές τους,  διόρθωναν τις στέγες, έβαφαν τους τοίχους,  στα καφενεία εμφανίζονταν με κάτι ρούχα περίεργα που είχαν φέρει μαζί τους , καθόταν κανένα μήνα  κι ύστερα χανόντουσαν  διπλοκλειδώνοντας τα εξοχικά τους. Όλον το χειμώνα και την άνοιξη τα σπίτι εκείνα  ήταν χώροι μυστήριοι για τα παιδιά, μπορούσαν να παίζουν στις αυλές  με τα άφθονα  λουλούδια,  μερικά απ αυτά μάλιστα   είχαν ένα άρωμα πολύ δυνατό, πολύ όμορφο το είχε ακόμα στη μύτη του κάτι τριανταφυλλιές άσπρες και  πορτοκαλιές  ένα  χρώμα περίεργο, κάτι γιασεμιά λευκά  εκείνα τα σπίτια ήταν ένας κόσμο παράξενος που ήθελες να εξερευνήσεις κάθε φορά.

Ένα από κείνα τα σπίτια τα περίεργα ήταν κι αυτό με την μεγάλη κερασιά στην αυλή του, ο άνθρωπος  που το είχε  δεν ήταν  σαν τους άλλους , αυτός ερχόταν όχι  μόνο τα καλοκαίρια  αλλά κι άλλες φορές μαζί  με το γιο του, ένα νεαρό ψηλό,   ήταν   πολύ γλυκός  τύπος που πάντα τους  άφηνε  ν’ ανεβούν και να κόψουν κεράσια ενώ  η γυναίκα του,  μια παχουλή με αραιά μαλλιά ,  τους κερνούσε χυμό βύσσινο που έφτιαχνε μόνη της,  καθόταν  με τους φίλους του  στην κουζίνα της,  ένα δωμάτιο δροσερό με κάτι ράφια γεμάτα πιατάκια και φλιτζάνια,  κι εκεί πίνανε τη βυσσινάδα   που τους  φαινόταν  απίστευτα δροσιστική.  Με το που άκουγε φωνές ερχόταν εκεί πέρα προβάλλοντας  από  κάποιο δωματιάκι ένα σκαλοπάτι χαμηλά απ’ το πάτωμα της κουζίνας,  το άλλο παιδί τους ένα στρουμπουλό  κοριτσάκι με σύνδρομο ντάουν που γελούσε όποτε  βρισκόταν ανάμεσα σε  συνομηλίκους του, καθόταν λίγο μαζί τους κι έπειτα η μαμά του το πήγαινε  ξανά  στο δωματιάκι του όπου  υπήρχε ένα κρεβατάκι με κάγκελα γύρω του κι ένα αρμόνιο όπου ο ψηλός  αδερφός της έπαιζε κάτι μουσικές περίεργες,  μια φορά είχαν δει κι ένα  απ’  τα μυστήρια μουσικά  βιβλία του,  απ’ έξω  έγραφε :‘’Τοκάτες και φούγκες’’ .  Οι επισκέψεις σ’ εκείνο το σπίτι,  η μουσική απ’  το αρμόνιο  κι η βυσσινάδα   ήταν  απ’  τις καλύτερες αναμνήσεις του.

Είχε έρθει στο χωριό  για τις διακοπές του Πάσχα,  ήθελε να δει και τον αδερφό του που έλειπε χρόνια στη Γερμανία και κάθε χρόνο  ερχόταν να περάσει τις γιορτές στο χωριό. Μετά απ’ τα φαγητά  και τις μπύρες βγήκε μια βόλτα,  περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια είδε ότι τα πιο πολλά ήταν ακατοίκητα κι εδώ λοιπόν γινόταν τα ίδια  όπως  και στην πόλη όπου ολόκληρες συνοικίες ένιωθες ότι είχαν ερημώσει,  ο κόσμος έφευγε  όλη την ώρα κι οι πολυκατοικίες βουβαίνονταν, δρόμοι που άλλοτε έσφυζαν από ζωή δεν είχαν πια ούτε περίπτερο,  για κάποιο λόγο βέβαια τα νοίκια έμεναν  ψηλά και κανείς  δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε,  ποιοι  αγόραζαν διαμερίσματα και τι τα έκαναν όμως όλοι όσοι έφευγαν δεν γυρνούσαν στα χωριά γιατί   και σ’   εκείνα είχαν απομείνει μοναχά οι  γέροι όλος, ο τόπος έμοιαζε να έχει αφεθεί  στο έλεος του θεού. Προς  το τέλος  του χωριού, εκεί όπου ξεκινούσε ένας δρόμος που έβγαζε στην Εθνική Οδό, πρόσεξε  την μεγάλη κερασιά, το θυμόταν από παλιά αυτό  το δέντρο μόνο  που τώρα φαινόταν πιο μικρό, όλα  του φαινόταν πιο μικρά  κι εκεί στον φράχτη  θα έπρεπε να υπάρχει  μια πόρτα  με  σιδερένια  σχέδια όμως την είχαν χτίσει φτιάχνοντας άνοιγμα σ’ ένα άλλο σημείο.  Μπροστά απ τον φράχτη υπήρχαν  κάτι κάγκελα όπου κάποτε  ισορροπούσε  περπατώντας πάνω τους με τα χέρια απλωμένα,  τώρα του φαινόταν πολύ χαμηλά, έναν καιρό  έπρεπε  να πηδήσει από ψηλά όταν κατέβαινε  από κει…

‘’ Άμα θες κόψε κανένα κεράσι !’’ ακούστηκε μια φωνή και γυρνώντας είδε εκείνον  τον τύπο  που  έμοιαζε να μην έχει αλλάξει καθόλου   όμως αυτό δεν ήταν δυνατό, πως  μπορούσε να μην είχε γεράσει   ούτε στο ελάχιστο,  είχαν περάσει σαράντα τόσα χρόνια από τότε που τον θυμόταν ,  θα έπρεπε  να ήταν τώρα πάνω από ενενήντα χρονών,  τον πρόσεξε  λίγο καλύτερα και τότε κατάλαβε, δεν ήταν ο γέρος ήταν ο γιος του που ήταν ολόιδιος,  έτσι εξηγούταν,  είχαν περάσει τόσα χρόνια,  δεν θα μπορούσε να ζει,  ‘’Ερχόμουν εδώ κι έκοβα κεράσια όταν ήμουν μικρός ‘’του είπε κι ο  γέρος  χαμογέλασε ακριβώς όπως θυμόταν τον πατέρα του να χαμογελά,  ύστερα έπιασε να σκάβει  ανάμεσα σε μια σειρά από κρεμμυδάκια τραβώντας χορτάρια που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα φυτά, αυτή  ήταν μια στιγμή λίγο παράξενη, λίγο μαγική και στάθηκε εκεί πέρα μια στιγμή αντίκρυ στον ήλιο  να χαζέψει το μέρος που είχε μικρύνει αλλά δεν είχε αλλάξει κι είχε μείνει το ίδιο όμορφο. 
Όμορφή ήταν όλη η περίοδος  γύρω στο Πάσχα, παλιά βέβαια ερχόταν  πολύς κόσμος στο χωριό και γέμιζε  την εκκλησία όμως πλέον  ο κόσμος άλλαζε, οι οικογένειες οι μεγάλες με τους συγγενείς  και τα ξαδέρφια  είχαν συρρικνωθεί, δεν μαζεύονταν όπως παλιά το Πάσχα και τα καλοκαίρια, εκείνα τα παλιά έμοιαζαν να έχουν πεθάνει όμως η άνοιξη έμοιαζε πάντα το ίδιο καινούρια  όπως κάποτε που όλα ξαναγεννιούνταν, τα πουλιά, τα χόρτα, όλη η φύση ήταν στο φόρτε της, σ’ ένα μαγαζί πάνω στο δρόμο όπου είχε σταματήσει καθώς ερχόταν είχε ακούσει  κάτι γυναίκες να λένε   ότι αυτός  ήταν ο καλύτερος καιρός για ταξίδια προτού πιάσουν οι ζέστες,  τέτοιον καιρό μπορούσες να πας όπου  ήθελες με την ησυχία σου χωρίς  να  σ’ ενοχλεί ο ήλιος, είναι η πιο καλή εποχή του χρόνου όλοι το ξέρουν !

Το προηγούμενο βράδυ  ενώ οι άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες με τα κινητά αυτός έβλεπε από το παράθυρο τον ουρανό που είχε γεμίσει μαύρα σύννεφα,  ο καιρός  άλλαξε  απότομα  κι η βροχή άρχισε να πέφτει πάνω στα χορτάρια που πρασίνιζαν ακόμα περισσότερο,  όλα γύρω είχαν σκοτεινιάσει και τα σύννεφα έμοιαζαν να τρέχουν ψηλά. Απ’ το λοφάκι   όπου ήταν  χτισμένο το πατρικό του   μπορούσε να δει προς την Εθνική Οδό όπου κάθε τόσο περνούσαν φορτηγά μεγάλα γλιστρώντας πάνω στην άσφαλτο, από  μικρός τα παρακολουθούσε  τέτοιον καιρό να τρέχουν στους μεγάλους δρόμους, ήταν η εποχή που ο καιρός άνοιγε, οι παραλίες απλώνονταν απέραντες,  η θάλασσα στραφτάλιζε στον ήλιο, βάρκες έπλεαν στ ανοιχτά,  πέρα στον ορίζοντα χωράφια κόκκινα απ’  τις παπαρούνες,  άσπρα απ’  τα χαμομήλια,   δέντρα και θερμοκήπια,   σύννεφα σεργιάνιζαν  στον ουρανό, πλησίαζε εκείνη η εποχή που δεν μπορούσες να καθίσεις ήρεμος όλα γύρω σε καλούσαν να φύγεις μακριά χωρίς να ξέρεις που, εκείνες οι γυναίκες που μιλούσαν για ταξίδια τέτοιον καιρό κάτι ήξεραν…


Έκοψε κάνα δυο κεράσια, τα πιο ώριμα κι όταν τα δοκίμασε είχαν την ίδια γεύση όπως τη θυμόταν,  είχε αρχίσει να μεσημεριάζει και τα ποτά που ήπιε το πρωί βάραιναν  το κεφάλι του,   όταν έκλεινε λίγο τα μάτια κι ύστερα τα άνοιγε  έβλεπε σχήματα παράξενα να  εμφανίζονταν μπροστά του, χαιρέτησε τον άνθρωπο  που σαν τον πατέρα του είχε την ίδια γλύκα στο πρόσωπο και στους τρόπους κι απομακρύνονταν από κείνο το σπίτι όταν τον άκουσε να φωνάζει,   ‘’Βοήθεια, ζαλίζομαι!’’  γύρισε πίσω και τον είδε  ξαπλωμένο  στο χώμα ανάμεσα στα φυτά που σκάλιζε, πήδηξε τον φράχτη με τα κάγκελα κι έτρεξε κατά τη βρύση που υπήρχε σε μια γωνιά του μπαξέ, τράβηξε το λάστιχο κι έριξε με το χέρι λίγο νερό στο πρόσωπο του άλλου  που είχε ιδρώσει,  ‘’Είναι το ζάχαρο μου με πιάνει ξαφνικά!’’ είπε ξέπνοα κι αφού ήπιε μια γουλιά  φάνηκε να συνέρχεται,  ‘’ Αυτό ήταν πέρασε’’ είπε και κάθισε σε μια πέτρα στην άκρη του χωραφιού    όμως έδειχνε πάλι χλωμός.

‘’Τώρα τι γίνεται ; ’’ σκέφτηκε ο δικός μας,   ‘’Tι κάνουμε εδώ πέρα, ποιος τρέχει στα νοσοκομεία,  θα φάω όλη τη μέρα μου’’ όμως δεν μπορούσε να τον αφήσει έτσι,  γύρω δε φαινόταν ψυχή, έπρεπε να φωνάξει κανέναν  γείτονα,  κανένα συγγενή, κάποιο ασθενοφόρο ο άλλος  όμως φάνηκε να συνέρχεται και  του είπε ‘’Βοήθησε με να πάω μέχρι το σπίτι, έχω εκεί τα φάρμακα μου, πρέπει να πάρω ένα χάπι  τώρα στα γρήγορα’’.  Πέρασε   το χέρι του γέρου  γύρω από τον ώμο του και  τον πήγε σιγά- σιγά μέχρι το χαμηλοτάβανο σπίτι,  καθώς περνούσαν το κατώφλι  παρακαλούσε μέσα του να τελειώνει γρήγορα η υπόθεση, ότι  κι αν γινόταν βέβαια δεν μπορούσε να τον παρατήσει εκεί πέρα τον άνθρωπο. Ο γέρος άνοιξε ένα ντουλάπι,  πήρε κάτι κάψουλες και τις διέλυσε σ’ ένα  ποτήρι που το ήπιε μονορούφι,   φαινόταν καλύτερα κι ήταν ώρα να φύγει όμως  ένιωθε  το κεφάλι του βαρύ και τα μηνίγγια του άρχισαν να  βγάζουν  έναν  ήχο  σα σφύριγμα που διαπερνούσε  το μυαλό του,  ένιωθε  στεγνό το στόμα  κι ο γέρος που το κατάλαβε άνοιξε το ψυγείο,  έβγαλε ένα  μεγάλο μπουκάλι γυάλινο  και   γέμισε ένα κατοστάρι μπρούτζινο,  ‘’Πιες του είναι πολύ ωραίο!’’ του πρότεινε,   ‘’Θέ μου  τι ωραία βυσσινάδα!’’  σκέφτηκε γιατί η γεύση ήταν όπως παλιά όμως πως  γινόταν όλα  να είχαν μείνει τα ίδια ύστερα  από τόσες δεκαετίες, τι είχε συμβεί,  δεν μπορούσε να καταλάβει .

Γύρισε το βλέμμα  γύρω στο δωμάτιο  φαινόταν πολύ καθαρό πολύ τακτοποιημένο, κάποια γυναίκα έμπαινε εκεί και το συγύριζε σίγουρα,  ο γέρος είχε ήδη  πλαγιάσει   και τον άκουσε να μουρμουρίζει,  ‘’Κάτσε λίγο  ακόμα! ‘’ – ‘’ Τώρα θα κοιμηθεί και θα μπορέσω να φύγω ήσυχος’’ σκέφτηκε καθώς  περιεργαζόταν  το ντουλάπι με το τζαμάκι του ντουλαπιού της κουζίνας  που σε άφηνε να δεις τα κρύσταλλα  και τα ποτήρια πίσω του,  ο γέρος αποκοιμήθηκε γρήγορα  κι άρχισε να ροχαλίζει ελαφρά, ετοιμαζόταν να φύγει όταν  άκουσε έναν  ήχο περίεργο,  μα βέβαια,  ήταν το αρμόνιο όμως ποιος δαίμονας μπορεί να  έπαιζε, τι συνέβαινε σ’ εκείνο το δωμάτιο,  τι είχε πάθει το μυαλό του,  σε ποιον ακριβώς χρόνο βρισκόταν, τι σύγχυση ήταν  εκείνη;  Προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του κι όσο σκεφτόταν η  πορτούλα απ’ το δωματιάκι  όπου κάποτε υπήρχε το κρεβατάκι με τα κάγκελα   άνοιξε τρίζοντας ελαφρά, ένα άσπρο κεφάλι πρόβαλε και τον κοίταξε, ρίγος διαπέρασε το σώμα του,   δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνο το κορίτσι  το στρουμπουλό είχε μεγαλώσει τόσο, τα χαρακτηριστικά του ήταν τα ίδια αν και είχαν ατονήσει κάπως όπως συμβαίνει σε μερικούς ανθρώπους  που νιώθεις ότι δεν γέρασαν ποτέ,  καθόταν εκεί και τον κοίταζε ήσυχα σαν του έλεγε ‘’Με θυμάσαι ;’’ ενώ  το αρμόνιο έπαιζε συνέχεια μια μουσική     περίεργη,  τι στο δαίμονα  συνέβαινε ;  

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

ΣΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΩΝ ΑΣΦΟΔΕΛΩΝ

Ομίχλη είχε απλωθεί στην παραλία, ανάμεσα στους γερανούς μερικά φώτα ήταν ακόμα αναμμένα, κάποιοι έτρεχαν, άλλοι περπατούσαν δίπλα στη θάλασσα, αυτοκίνητα περνούσαν μέσα στην υγρασία, ένας τύπος καθόταν σ’ ένα πάγκο ακούγοντας δυνατά μουσική απ’ το κινητό, κάποιο καράβι ερχόταν από μακριά απ’ τον ορίζοντα, γλάροι βουτούσαν στο νερό σα καταδιωκτικά καθέτου εφόρμησης κι έβγαιναν κουβαλώντας ψάρια.

Είχε ξυπνήσει από πολύ νωρίς, προτού ακόμα φέξει, για να περπατήσει, αυτό ήταν το πρόγραμμα του κάθε Κυριακή,  από ψηλά απ’ τη γειτονιά του, η πόλη φαινόταν όμορφη καθώς οι ουρανοί είχαν ανοίξει, μια μυρουδιά βρεγμένου χώματος πλανιόταν στον αέρα , στις πρασιές και στους ακάλυπτους είχαν φυτρώσει ότι χόρτα μπορούσες να φανταστείς, παπαρούνες κόκκινες, μαργαρίτες, σινάπια, μολόχες, έξω απ’ τους φράχτες γλυσίνες μαβιές κρέμονταν, οι αυλόγυροι των σπιτιών εκεί γύρω απ’ τα κάστρα είχαν σοβαντιστεί, Πάσχα πλησίαζε, οι βράχοι ενός λόφου που δέσποζε πάνω απ’ την πόλη είχαν μουλιάσει, το νερό τους πότιζε συνέχεια, χείμαρροι σχηματίζονταν στα καλντερίμια και κυλούσαν στις κατηφόρες ορμητικά, έπρεπε να προσέχεις για να μη μουσκέψεις τα πόδια σου, ένα ταξί περνούσε εκείνη την ώρα κουβαλώντας μια γυναίκα που έψαχνε κάποια διεύθυνση μέσα στα στενά, περνώντας από κάποιον δρόμο είδε όλα τα δέντρα να έχουν πρασινίσει καθώς τα είχαν κλαδέψει οι κηπουροί του δήμου, πόσο είχε αλλάξει εκείνος ο δρόμος, πως είχε γίνει έτσι ωραίος, δεν μπορούσε να τον γνωρίσει!

’Τις καλύτερες μακαρονάδες τις κάνουν στο μαγαζί που ήμουνα χτες!’’ είπε η Κ, ‘’ Έχω φάει μια με σολομό και μια με κόκορα κοκκινιστό σβησμένη σε κρασί, τέλεια, είναι λίγο ακριβές άλλα δεν παίζονται, μια μερίδα μπορεί να κάνει κάπου είκοσι ευρώ αλλά το ευχαριστιέσαι οπότε θα πάμε να με κεράσεις μία εντάξει  ;’’ Είχε κέφια η Κ που της άρεσαν τα ωραία κι είχε βγει για καφέ, σιγά μη πήγαινε για περπάτημα πρωί- πρωί, αν ήταν καμιά  σάουνα ή κάνα υδρομασάζ δεν θα έλεγε όχι βέβαια,  την συμπαθούσε κι ήταν καλή για παρέα, βγαίνανε τακτικά μαζί για φαγητό και τώρα με τέτοιον καιρό θα ήταν καλή περίπτωση όμως αυτός αλλού είχε το μυαλό του,  δεν ήταν για πολλά, σκεφτόταν να ξεκινήσει μια δουλειά με καλλιέργεια αλόης και δεν ήξερε αν θα του βγει, είχε ένα κτήμα που έβλεπε κατά τη θάλασσα, χρόνια τώρα το είχε παρατήσει κι είχε γεμίσει με κάτι φυτά,  ασφοδέλους  τα λέγανε όπως είχε μάθει και συμβόλιζαν την άλλη ζωή,  τον άλλο κόσμο όπου αναπαύονται οι ψυχές.  Εκείνο το μέρος του είχαν πει ήτανε ιδανικό για να βάλει το φυτό καθώς   έβλεπε κατά το νοτιά  γιατί η αλόη λέει δεν αντέχει στο κρύο, κι εκεί πέρα σκεφτόταν να φυτέψει καμιά χιλιάδα φυτά, έλεγαν ότι είχε φοβερή απόδοση, πολύ καλύτερη απ’ τις ελιές και τα αμπέλια από τα οποία είχε γεμίσει ο τόπος, το πιο σπουδαίο ήταν ότι θα είχε κι έναν συνεταίρο, έναν τύπο που το είχε ξεκινήσει  όταν πήρε τη σύνταξη του απ’  τη Γερμανία κι έβγαζε χοντρά λεφτά από χρόνια,  σε μια εποχή που κανείς δεν ασχολούνταν με τέτοια.

Ήθελε βέβαια πολύ δουλειά, πολλές ώρες στον ήλιο και το ύπαιθρο αλλά ήταν διατεθειμένος να δοκιμάσει, ο Γερμανός ήταν πολύ σκληροτράχηλος με κάτι χέρια σαν τσάπες γεμάτα χαρακιές πελώριες, περνούσε ώρες ατελείωτες στο χωράφι παρέα με δυο σκουρόχρωμους Πακιστανούς που τον βοηθούσαν κι έναν σκύλο, ένα πιτ μπουλ κοντόχοντρο που λέγανε ότι το είχε βρει να περιπλανιέται στα βουνά και ήταν πολύ άγριο, ο τύπος του είχε εξηγήσει το σχέδιο, θα έπιαναν καλά λεφτά σε μικρό χρονικό διάστημα, η αλόη είχε μεγάλη ζήτηση στον Καναδά, στην Αραβία, στην Ουκρανία,  αυτός είχε όλο τον μηχανισμό, πως θα  φυτέψει,  πως θα  συσκευάσει, πως θα διαθέσει, έμοιαζε τίμιος, έδειχνε καλή περίπτωση, άλλωστε όλοι το έψαχναν με καλλιέργειες εναλλακτικές, άλλος έβαζε γκότσι μπέρι κι έλεγε ότι εκεί ήταν το μέλλον, άλλος έφτιανε καλλιέργειες σαλιγκαριών, άλλος έβαζε αρωματικά βότανα,  το γύριζε καιρό στο μυαλό του καιρό πολύ, ήταν σχεδόν έτοιμος να ξεκινήσει.

Τα σαλιγκάρια σκεφτόταν στην αρχή αλλά  μετά έμαθε ότι η αγορά ήταν γεμάτη από δαύτα κι ότι έφερναν  κι από Βουλγαρία  οπότε το άφησε με τη αλόη ένιωθε ότι κινούνταν  σε πιο σίγουρο μονοπάτι κι ήταν αισιόδοξος  ειδικά τώρα την άνοιξη που ήταν η αγαπημένη του εποχή καθώς οι βροχές  καθαρίζουν το τοπίο, ξεπλένουν την ατμόσφαιρα κι  όλα γίνονται πιο καθαρά.   Μια φρεσκάδα, μια αναγέννηση επικρατούσε παντού, σε κάποιους δεν αρέσουν βέβαια οι βροχές, θέλουν συνέχεια ήλιο αλλά αυτός δεν είχε πρόβλημα,  το απολάμβανε, στις λαϊκές πουλούσαν ζοχούς και ραδίκια, ρόκες άγριες κι άλλα χόρτα απ’ τα οποία αφθονούσε η ύπαιθρος, τη νύχτα άκουγες τις σταγόνες της βροχές που έπεφταν πάνω στις στέγες κι αυτό ήταν το καλύτερο ηρεμιστικό, γύρω μπορούσες να νιώσεις μια ανανέωση  όλης τη φύσης, ήταν ένα φρεσκάρισμα που σ’ έκανε να νιώσεις καθαρός, καινούριος.

‘’Γιατί δεν παίρνεις κι εμένα μαζί  ; ‘’ του είπε η Κ που της φαινόταν διασκεδαστικό το εγχείρημα , ‘’Θα μου μάθεις να σκαλίζω το χωράφι και θα βάζω στο δέρμα μου εκχύλισμα για να είναι απαλό,  η αλόη είναι μυοχαλαρωτική και καθαρίζει τον οργανισμό,  εννοείται ότι δε θα μου βάζεις δύσκολες δουλειές, μόνο παρέα που θα σου κρατώ λίγο είναι ;’’  δεν θα ήταν κακή ιδέα να την πάρει μαζί του εκεί πέρα όπου συναντούσες μονάχα  χωρικούς και θα βαριόταν σίγουρα. Θα την έπαιρνε μαζί του το είχε σχεδόν αποφασίσει, αυτή βέβαια ψαχνόταν από τότε που την είχαν απολύσει, δούλευε σ’ ένα μαγαζί με ρούχα πολύ γνωστό, το αφεντικό της είχε υιοθετήσει όλα τα συστήματα των παλιών που είχαν κάνει λεφτά κρατώντας λογαριασμούς με χαρτί και μολύβι κάθε μέρα, στο γραφείο του έβλεπε όλους τους πλούσιους γέρους παλιές φυσιογνωμίες θρυλικές ανάμεσα τους κι έναν Εβραίο που δεν ήξερε το όνομα του, όλοι δούλευαν με τα ίδια συστήματα κι όταν μαζεύονταν μιλούσαν για τί άλλο, για τα λεφτά, τις δουλειές, και τις παλιές καλές εποχές που κουβαλούσαν το χρήμα σε σακούλες πλαστικές, έλεγαν ότι οι υπάλληλοι ήταν μια σκέτη φύρα που τους υπονόμευε όλη την ώρα, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να παίρνουν τα λεφτά τους ενώ εκείνοι δεν είχαν ησυχία, μέρα νύχτα ίδρωναν για να κρατήσουν ανοιχτά μαγαζιά να βρουν πελάτες, να πληρώσουν δεξιά κι αριστερά σ’ όποιον χρωστούσαν, να μειώσουν τα έξοδα, αυτή ήταν όλη η ζωή τους, ούτε διακοπές, ούτε ξεκούραση, ούτε αργίες, αυτά όλα ήταν απλά χάσιμο χρόνου…

Με την Κ ή χωρίς αυτήν ήταν έτοιμος να κάνει το άλμα κι ότι ήθελε ας γίνονταν, θα έβαζε κάποιο ποσό στην επιχείρηση και μετά όλα μπορούσαν να ξεκινήσουν, προτού πάει στην τράπεζα να καταθέσει τα χρήματα ήθελε να κάνει μια τελευταία κουβέντα με τον Γερμανό γι αυτό και την επόμενη μέρα κίνησε να τον συναντήσει , οδηγώντας έξω απ’ την πόλη ένιωθε καλά κι όταν έφτασε στα χωράφια με την αλόη είχε καλή διάθεση, ανάμεσα στις κορυφές που ανέμιζαν τις μυτερές απολήξεις τους επικρατούσε ησυχία, ο καιρός ήταν κι εδώ βροχερός, είχε διαβάσει ότι η αλόη δεν θέλει πολύ υγρασία κι αναρωτιόταν αν τα φυτά θα είχαν κάποιο πρόβλημα , έριξε μια ματιά γύρω, ο Γερμανός δε φαινόταν πουθενά ούτε οι Πακιστανοί βοηθοί του, έβαλε μια φωνή, κανείς δεν απάντησε, δεν μπορούσε να καταλάβει  γιατί επικρατούσε τέτοια νέκρα, που ήταν ο γέρος κι ο σκύλος του που έβλεπε κάθε φορά να τριγυρνά με την γλώσσα να κρέμεται, τα μυτερά σα σουβλιά φυτά της αλόης στεκόταν μόνα τους εκεί πέρα κι ήταν λίγο άχαρα, άρχισε να νιώθει κάπως, πιο πολύ φοβόταν μη πεταχτεί από καμιά μεριά ο σκύλος και τον πλακώσει στις δαγκωματιές, εκείνο το κοντό μυώδες σκυλί μπορούσε να σου κάνει ζημιά.

Περπάτησε λίγο στην ανηφόρα ενός υψώματος που υπήρχε δίπλα στην φυτεία, οι ασφόδελοι  είχαν γίνει γίγαντες πραγματικοί με τόσες βροχές που έπεφταν, κάτι πουλιά με γκρίζα στίγματα στις φτερούγες τους πετάχτηκαν από μια συστάδα κι όπως τρόμαξε λίγο γύρισε και είδε πίσω του τον σκύλο, φοβήθηκε όμως ο σκύλος δεν φαίνονταν επιθετικός αντίθετα τον κοιτούσε σα να χαμογελούσε, ήρθε κοντά του και τρίφτηκε στα πόδια του, τον χάιδεψε στο κεφάλι κι αμέσως  άρχισε να βαδίζει κοιτάζοντας πίσω σα να του έλεγε ‘’Ακολούθα με!’’. Όλο το σκηνικό ήταν πολύ παράξενο, δεν ήξερε καλά την περιοχή,  δεν είχε ζήσει ποτέ εκεί πέρα,  το χωράφι ήταν του πατέρα του που το είχε αφήσει για να έρθει  στην πόλη, δίστασε  μια στιγμή κι έπειτα  αποφάσισε να ακολουθήσει το σκύλο που έστριβε ανάμεσα σε κάτι θάμνους ψηλούς σα να ήξερε καλά το μέρος, προχώρησαν μέσα σ’ ένα δασάκι, ο σκύλος όλο κοιτούσε πίσω καθώς εκείνος έσπρωχνε τα κλαδιά απ το πρόσωπό του, τελικά το πιτ μπουλ σταμάτησε μπροστά σ’ ένα σημείο και τον περίμενε , από μακριά είδε το τσιμεντένιο χείλος μια δεξαμενής, ώστε αυτό ήταν !

Στη μέση της στέρνας βρισκόταν ο Γερμανός, το κεφάλι του ήταν το μόνο που προεξείχε, είχε ακουμπήσει σε κάποιο λάστιχο αυτοκινήτου που είχαν πετάξει εκεί μέσα, ποιος ξέρει πως είχε πέσει και πόση ώρα βρισκόταν εκεί , έδειχνε εξαντλημένος, δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει, έτρεξε αμέσως και τον έπιασε όμως δεν μπορούσε να τον τραβήξει, τα πόδια του είχαν κολλήσει στη λάσπη, έβγαλε το μπουφάν και τον γράπωσε πιο δυνατά ενώ ο σκύλος παρακολουθούσε τη σκηνή αδημονώντας σα να έλεγε ‘’Τράβα γερά !’’, παιδεύτηκε πολύ, νόμιζε ότι δεν θα τα κατάφερνε,  τελικά με πολύ κόπο τον ξεκόλλησε  και τον έσυρε στην πρασινάδα όπου ο γέρος πλάγιασε παίρνοντας βαθιές αναπνοές.

Πρέπει να είχε μένει εκεί μέσα για ώρες πολλές, τράβηξε  γρήγορα τα ρούχα του γέρου που ήταν μουσκεμένα, έβγαλε την μπλούζα κι έμεινε με το φανελάκι  γιατί ήθελε να τον σκουπίσει ώστε να φύγει από πάνω του όσο νερό γίνονταν,  έπειτα τον τύλιξε με το μπουφάν,   πήρε το κινητό του κι άρχισε να καλεί ασθενοφόρο, όλη η προσπάθεια τον είχε κουράσει  και πήρε μια ανάσα χαζεύοντας τις σταγόνες που έφτιαχναν μικρούς κύκλους στην επιφάνεια της δεξαμενής,  το σώμα του έκαιγε απ’  την υπερπροσπάθεια όμως όπως ήταν θ’ άρπαζε καμιά πούντα,  έπρεπε να τρέξει στο αμάξι του όπου είχε μια φόρμα,  ο σκύλος  έμοιαζε ικανοποιημένος,  ήρθε κοντά στο αφεντικό του και άρχισε να τον γλείφει σα να του έλεγε ‘’Εντάξει τώρα μη φοβάσαι !’’ γύρω τα χωράφια είχαν πρασινίσει τόσο πυκνά που ήταν χάρμα θεού να τα χαζεύεις ο ήλιος που έβγαινε από μια τρύπα στα σύννεφα έμοιαζε να χαϊδεύει το γρασίδι, πέταλα άσπρα και κίτρινα  απ’ τους ασφοδέλους  σκορπούσαν σ’ όλες τις γωνιές του ορίζοντα.
   

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

ΝΕΡΑ ΥΦΑΛΜΥΡΑ


Ο παππούς της έδερνε τη γυναίκα του, έτσι ήταν οι πόντιοι, βίαιοι, τα είχε ακούσει αυτά από τη γριά γιαγιά της που είχε ζήσει ως τα εκατό, είχε μεγαλώσει σ’ ένα χωριό όπου έπιναν νερό υφάλμυρο, την πρώτη γυναίκα του εκείνος ο παππούς την είχε χτυπήσει άσχημα κι ύστερα έτρεχε με το κάρο στον γιατρό να τη σώσει γιατί ήταν έγκυος, φυσικά η γυναίκα πέθανε μαζί με το παιδί κι ο παππούς της πήρε την γιαγιά της που κι εκείνη φυσικά την έδερνε, αυτά ήταν συνηθισμένα πράγματα τότε, όλοι τα δέχονταν, οι άντρες έδερναν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έβαζαν τις νύφες να τους πλένουν τα πόδια, ήταν μέρος της ζωής, η παράδοση τους. Ο πατέρας της πάλι είχε έρθει από την Κρήτη στην Μακεδονία, ήταν χωροφύλακας κι είχε πολεμήσει με τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές υπό τον στρατηγό Φράιμπεργκ τον Νεοζηλανδό, της είχε αφήσει κι ένα μετάλλιο από κείνες τι μάχες που το είχε φυλάξει σαν κειμήλιο. Στο μέρος όπου τον είχαν στείλει γνώρισε την μάνα της, κόρη εκείνου του τύπου του βίαιου, την είχε πάρει κάτω στην Κρήτη κι εκεί της έκανε εντύπωση που έβαζαν μια πετσέτα άσπρη στα πόδια των αντρών όταν έτρωγαν, δεν το είχε ξαναδεί, το σπίτι του χωροφύλακα το πατρικό έβλεπε κατά το Λιβυκό Πέλαγος, όταν φυσούσε από κει ήταν ο θεός να σε φυλάει, σήκωνε τον τόπο ολόκληρο, πήγαιναν μαζί στα βράχια της παραλίας και μάζευαν σταμναγκάθια, πολύ της άρεσαν, πολύ πιο νόστιμα απ τα ραδίκια, είχαν μια γεύση αρμυρή από το αλάτι που τις έλουζε όποτε έπιανε αέρας και γέμιζε σταλαγματιές θαλασσινές τα βράχια, το μόνο άσχημο εκεί κάτω ήταν το νερό, δεν πίνονταν.

Η μάνα κι η γιαγιά γυρνούσαν όλη την ώρα στο μυαλό της. Ξημέρωνε ψυχοσάββατο και κάθε χρόνο τους έφτιαχνε κόλλυβα για να διαβαστούν στην εκκλησία τα ονόματα τους, το βράδυ της παρασκευής ένιωθε κάπως περίεργα, δε την έπιανε ο ύπνος και είδε μια ταινία μ ένα ζευγάρι που είχε αποκτήσει ένα παιδί προβληματικό και δεν ήξερε τι να το κάνει, είχε χάσει κι αυτή ένα παιδί, το είχε σχεδόν ξεχάσει αλλά εκείνο βρισκόταν κάπου θαμμένο κι έβγαινε τώρα στην επιφάνεια, είχε μείνει έγκυος κι οι γιατροί της είπαν ότι θα έβγαινε με κάποια δυσμορφία, είχε κάνει έκτρωση κι εκείνη η εμπειρία ήταν η χειρότερη της ζωής της, ο άντρας της δεν είχε ασχοληθεί καθόλου σα να μη τον ένοιαζε, από τότε είχε κρυώσει μαζί του και τελικά τον χώρισε. Το πρωί πήγε κόλλυβα στην εκκλησία, σκόπευε έπειτα να πιει ένα καφέ με μια φίλη της που είχε κι εκείνη κάτι θεματάκια με τον άντρα της, την είχε απειλήσει, είχε αρχίσει να σηκώνει και χέρι κι αυτή ήταν πάντα ευαίσθητη σε κάτι τέτοια, θυμόταν τη γιαγιά και τη μάνα της.
Όταν ο παπάς διάβασε τα ονόματα που είχε δώσει κι άκουσε αυτό της μητέρας της κάτι σκίρτησε μέσα της, πολύ της είχε στοιχίσει η απώλεια της, ήταν εργατική κι άξια γυναίκα, δεν σήκωνε και πολλά απ’ τον βλαμμένο τον παππού της γι αυτό και παντρεύτηκε πολύ μικρή για να το σκάσει, με τον κρητικό μετακόμισαν πρώτα σε μια κωμόπολη όπου έχτισαν το σπίτι τους, μόνη της είχε σκάψει τα θεμέλια του σπιτιού , άκου τώρα τι γινόταν τότε, έσκαβε πόσες μέρες εκεί πέρα κι ύστερα την έκοβε κι από σχέδιο, όλο παρατηρήσεις έκανε στον μηχανικό που σήκωσε τα ντουβάρια, ο άνθρωπος είχε πάθει πλάκα αλλά δεν πρόσεχε τον εαυτό της και το είχε πληρώσει. Όλη εκείνη η γενιά βέβαια είχε φύγει και φεύγει αδιάβαστη , είχαν βρεθεί σ’ εποχές ευμάρειας, δουλειές υπήρχαν παντού κι είχαν πέσει με τα μούτρα να προκόψουν, ήταν δουλευταράδες άνθρωποι μαθημένοι στα χωράφια κάτω απ’ τον ήλιο, οι γυναίκες δεν ήθελαν να κάθονται στο σπίτι και να νταντεύουν παιδιά, στα εργοστάσια και στις βιοτεχνίες βρήκαν το στοιχείο τους, στα χωράφια περνούσαν ώρες ατελείωτες οπότε η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν παιχνίδι, με παρέα και κουβεντολόι ούτε καταλάβαινες πότε βράδιαζε. Δούλευαν δύο και κάποιες φορές τρεις βάρδιες, δε χόρταιναν, κι έπαιρναν βέβαια και λεφτά καλά, πάντρεψαν τα παιδιά , έφτιαξαν σπίτια, άνοιξαν λογαριασμούς όλα όμως έχουν το αντίτιμο τους γιατί σακατεύτηκαν, τα σώματα τους τσάκισαν, δίπλωσαν, δεν πήγαιναν και τακτικά στους γιατρού, εξετάσεις προληπτικές και τσεκ απ δεν ήταν πολύ γνωστά τότε κι έτσι όλοι καθάρισαν γρήγορα, εκεί γύρω στα εξήντα -εξήντα πέντε μη σου πω και πιο νωρίς, άρχιζαν να σπάνε και να εμφανίζουν ένα κάρο προβλήματα, τα πόδια, τα χέρια, η καρδιά, το στομάχι, η μηχανή είχε πάθει μπλακ άουτ, όλα θέλουν μια ρέγουλα, ένα κράτημα κι εκείνη η γενιά δεν το είχε σκεφτεί, κατέρρευσε πολύ γρήγορα.
Ο πατέρας της πάλι είχε ζήσει ακόμα λιγότερο, τον θυμόταν να μαγειρεύει γιατί του άρεσε, μια φορά τους είχε φτιάξει μυδοπίλαφο κι από τότε ήταν το αγαπημένο της φαγητό, κανείς δεν το έφτιαχνε όπως ο πατέρας της. Οι απώλειες των γονιών την είχαν τρομάξει κι είχε το νου της συνέχεια, δεν είχε σκοπό ν’ αποχαιρετήσει τον κόσμο τόσο νωρίς, πρόσεχε την διατροφή της, απέφευγε τα λιπαρά, πήγαινε γυμναστήριο, έκανε όλες τις εξετάσεις, αξονικούς , ακτινογραφίες, ήθελε να ζήσει περισσότερο από την μητέρα της κι όταν είχε ανακαλύψει ένα όγκο τρόμαξε παρά πολύ όμως οι γιατροί της είπαν να μη φοβάται, όγκος είχε πετρώσει με κάποιον τρόπο μαζεύοντας άλατα γύρω του κι είχε απενεργοποιηθεί, ένιωθε πάντως ικανοποιημένη που τον είχε εντοπίσει…
Περπατώντας στη γειτονιά της έκοψε ένα κλαράκι από μια πασχαλιά που είχε ανθίσει, οι πασχαλιές ήταν από τα λίγα λουλούδια που άντεχε στο δωμάτιο, πολλές φορές γέμιζε ένα βάζο μεγάλο με μπουκέτα και το κρατούσε μέρες πολλές , ότι άλλο λουλούδι τύχαινε να βάλει στο σπίτι το πήγαινε στο μπαλκόνι, την έπνιγαν, δεν τα μπορούσε, ειδικά τα ζουμπούλια που είχαν εκείνο το βαρύ άρωμα της έφερναν λιποθυμία, το ίδιο ένιωθε και με τις δυνατές κολόνιες που της φαινόταν ανυπόφορες, αν τύχαινε να νιώσει καμιά τέτοια στο λεωφορείο κατέβαινε αμέσως. Οι πασχαλιές όμως ήταν άλλο πράγμα, της θύμιζαν την μητέρα της που πάντα έβρισκε να φέρει μαβιά λουλούδια την άνοιξη, βαδίζοντας προς το κέντρο είδε ένα γέρο ζητιάνο που άπλωνε το χέρι απέναντι στον ήλιο, μια μουσική έπαιζε από κάπου, του έριξε ένα κέρμα, τους γέρους και τις γριές τις λυπόταν όχι όμως εκείνα τα πονηρά τα μικρά που τα είχαν από κοντά οι μανάδες τους, κάτι γύφτισσες απαίσιες, αυτές δεν τις χώνευε καθόλου, σχεδόν τις μισούσε, ποτέ δεν τις είχε δώσει ούτε μια δραχμή !
Όταν βρήκε την φίλη της αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, το αριστερό της μάτι ήταν μαυρισμένο, ‘’Χτύπησα κατά λάθος!’’ της είπε όταν ρώτησε αλλά εκείνη ήταν σίγουρη ότι ο άντρας της το είχε καταφέρει αυτό, όλο της έλεγε πόσο ηλίθια ήταν που δεν τον χώριζε, αν μη τι άλλο είχαν περάσει δεκαετίες από τότε που ο παππούς της, εκείνος ο βάρβαρος κι αναίσθητος, κοπανούσε την γιαγιά της όμως η φίλη της ήταν ξερό κεφάλι κι επέμενε ‘’Θα έρθει από δω ο άλλος, κανόνισε μη μιλήσεις !’’ της είπε με το που τον είδε όμως το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της. Οι δυο γυναίκες λέγανε τα δικά τους κι εκείνος έδειχνε αδιάφορος, η φίλη της είπε για ένα όνειρο που είδε, έπινε λέει από μια πηγή με νερό γλυφό, πίστευε σε κάτι τέτοια, ‘’Το ξέρεις ότι παλιά έδιναν μεγάλη σημασία στα όνειρα, ο Ιωσήφ για παράδειγμα έγινε σύμβουλος του Φαραώ επειδή εξήγησε αυτά που είχε δει στον ύπνο του ο αιγύπτιος βασιλιάς ’’ είπε η φίλη κι αμέσως πετάχτηκε ο δικός της ‘’Καλά είστε πολύ βούρλα να πιστεύετε τέτοια παραμύθια, που ζείτε ρε φίλε, τ’ ειν αυτές οι γυναίκες !’’ έκανε γεμάτος ειρωνεία μ’ έναν αέρα απίστευτα αλαζονικό και τότε εκείνη δεν άντεξε ‘’ Βρε αγράμματε , αυτό που εσύ θεωρείς ξεπερασμένο είναι η βάση όλου του δυτικού πολιτισμού !’’ του πέταξε με την οργή να πλημμυρίζει το σώμα της κι ο άλλος έμεινε κόκαλο, τι στο διάβολο ήταν αυτό που του έλεγε, ποιος ήταν ο δυτικός πολιτισμός κι εκείνη η βάση τι σήμαινε, τι ακαταλαβίστικα ήταν αυτά, γιατί δεν του τα είχαν πει νωρίτερα να είναι προετοιμασμένος, δεν είπε τίποτα, κοκκίνισε, κατάπιε τη γλώσσα του, η φίλη ήθελε να γελάσει και κρατιόταν, ήταν μια βιβλική σκηνή!
Έφυγε κατασυγχυσμένη από κει πέρα, κι ούτε είχε όρεξη για τίποτα, στο σπίτι στριφογυρνούσε στα δωμάτια προσπαθώντας να ηρεμήσει, πόσο ανόητος ήταν ο τύπος, πόσο σκεπάρνι, και πως ήταν δυνατόν μέσα στην άγνοια του να είναι τόσο επηρμένος, πως ήταν δυνατό να είναι τόσο ζώα οι άντρες κι οι γυναίκες πάλι πόσα χρόνια, πόσους αιώνες θα χρειαζόταν για να βρουν μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, είχαν γίνει τόσες επαναστάσεις, τόσες αλλαγές κι όμως στην ουσία πάντα ο ισχυρός είχε το πάνω χέρι. Ξάπλωσε λίγο κι ένοιωσε κάτι να την πνίγει, φοβήθηκε ότι μπορεί να έφταιγαν οι πασχαλιές, και τις έβγαλε στο μπαλκόνι, εκείνη τη νύχτα είδε ένα όνειρο :
ήτανε λέει κλεισμένη στο σχολείο που είχε πάει μικρή μαζί με κάτι παιδιά και δεν μπορούσαν να βγουν, το μέρος ήταν σκοτεινό, από πουθενά δεν έμπαινε φως, κάτι απειλητικό πλανιόταν στον αέρα όπως συμβαίνει στα όνειρα χωρίς να μπορείς να το προσδιορίσεις, με πολύ κόπο κατάφερε ν ανοίξει την πόρτα κι έβγαλε τα παιδιά έξω σ’ ένα μέρος πράσινο με τον φόβο μήπως γυρίσει αυτός που τα είχε σφαλίσει εκεί μέσα, μήπως φανεί εκείνη απειλή που δεν προσδιορίζεται, ύστερα γκρέμισε την σκεπή του σχολείου, ήταν ο μόνος τρόπος να μπει φως στο σκοτεινό εκείνο μέρος, τα παιδιά, κάτι μικρά με κεφαλάκια ξανθά και σκούρα καθόταν στο χορτάρι φοβισμένα σα να μη πίστευαν ακόμα ότι ξέφυγαν , κατόπι άρχισαν να περπατούν στοιχισμένα σ’ ένα μονοπάτι όπου είχαν σκορπίσει τα πέταλα μιας αχλαδιάς παντού στο χώμα σα να είχε χιονίσει, ανάμεσα τους ήταν και το δικό της, εκείνο που είχε χάσει, θέ μου πόσο είχε μεγαλώσει, πως τα είχε καταφέρει μόνο του, γιατί  δεν της είχαν πει τίποτα , καθόταν εκεί μαζί του περνώντας τα δάχτυλα στα μαλλιά του, γύρω έπεφταν συνέχεια πέταλα άσπρα σα να χιόνιζε.




Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

ΑΝΕΜΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΚΕΡΑΣΙΕΣ

‘’Μα είναι πολύ βλάκας ο άνθρωπος !’’ είπα κάποια στιγμή   και μετά έγινε  χαμός,  ο άλλος  άρχισε να φωνάζει, να  απειλεί και να με δείχνει χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι, έβριζε και καταριόταν όποιον είχε τύχει να βρίσκεται στο μαγαζί κι εγώ  νόμιζα ότι θα ερχόταν κατά πάνω μου για να με διαλύσει, ήταν σίγουρα μεθυσμένος άσχημα,  είχα στριμωχτεί και το μόνο που καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή ήταν  πως είχα μπλέξει άσχημα, δεν μπορούσα να ξεφύγω,  η ώρα ήταν προχωρημένη κι ήθελα να πάω στο σπιτάκι μου ν’ αράξω, αλλά δε γινόταν,  ο άλλος  συνέχιζε να φωνάζει με την ίδια μανία,  είχε  συγχυστεί  άσχημα,  πολύ καιρό είχε να μου τύχει τέτοια περίπτωση.

 Όμως δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι, καθόταν εκεί στη μέση του στενού διαδρόμου   δίπλα στον πάγκο  και δεν άφηνε κανέναν  να περάσει,   όταν του λέγανε  να καθίσει στην άκρη  γελούσε, δεκάρα δεν έδινε, όλοι έκαναν  τον γύρο του μαγαζιού για να μην τον  ενοχλήσουν, έπρεπε να τον ανέχονται  γιατί  ήθελε να κάνει το κομμάτι του  ε αυτό πήγαινε πολύ, μου  την είχε δώσει κι αφού αυτός ήθελε  να πουλήσει τρελίτσα  κάποια στιγμή  πέταξα την κουβέντα. ‘’Καλά του έκανες του βλάκα, μας είχε  ζαλίσει τον έρωτα!’’  είπε σιγανά ο Νίκος  που ήξερε από φασαρίες και κατέβαζε τα ποτήρια σα να έπινε νεράκι ,  είχε προηγούμενα με τον βλάκα και δεν ήταν κανένας τυχαίος, είχε πάρει μέρος  σε αγώνες πάλης  στα νιάτα του πράγμα που καταλάβαινες απ'  τον κομμένο λοβό του αυτιού του,  οι παλαιστές έχουν τέτοια κοψίματα από λαβές απότομες αλλά πρέπει να ξέρεις για να το προσέξεις , με τον Νίκο δίπλα μου δε φοβόμουν ,  αν δεν ήταν εκείνος εκεί δεν θα τολμούσα να πω βλάκα τον άλλον.  ‘’ ’Σιγά μωρέ, τι του είπες, αυτός όταν ανοίγει το στόμα του δεν ξέρει τι λέει και τώρα θίχτηκε ο κύριος, αν δεν του μιλούσες εσύ θα τον στόλιζα εγώ!’’ συνέχισε ο παλαιστής και μου έδωσε  θάρρος.

Τα λόγια του Νίκου  ήταν μια ανακούφιση  αλλά όπως και να είχε το πράγμα είχα υποστεί μια επίθεση πολύ βίαιη κι αυτό δεν ήταν πολύ ευχάριστο, ο Νίκος  που τις είχε φάει με το κουτάλι αυτές τις καταστάσεις δεν ήθελε να αρπαχτεί με τον βλαμμένο γιατί θα έμπλεκε, του πρότεινε ήρεμα  να τον κεράσει ένα ποτό ακόμα κι ο άλλος σα να ηρέμησε, το δέχτηκε τάχα μεγαλόψυχα, βλέπεις  είχε κάνει το κομμάτι του, είχε βγάλει πάνω μου  τη λύσσα που μάζευε  το κάθαρμα κι  αφού μας  είχε κάνει όλους  άνω κάτω περιλούζοντας μας με ότι νάναι   τώρα έδειχνε να καλμάρει.  

 Όμως δεν είχα ακόμα ξεμπλέξει και δεν είχα καμιά όρεξη να μιλήσω με τον ηλίθιο, το πράγμα φαινόταν να έχει κολλήσει όταν όλοι ταρακουνηθήκαμε πολύ άσχημα σαν κάποιος να δούλευε ένα  τρυπάνι τεράστιο κάτω απ’ τα πόδια μας, ένας σεισμός ήτανε και τότε  ο Νίκος που περίμενε την ευκαιρία μου φώναξε χαμηλόφωνα  ‘’Φύγε τώρα !’’   πήρα την τσάντα μου και βγήκα έξω ενώ  με την άκρη του ματιού μου πρόσεχα μήπως έρθει κατά πάνω μου, σ’ αυτήν την περίπτωση   θα έτρεχα βέβαια, δεν είχα καμιά όρεξη να πλακωθώ στη μέση του δρόμου για μια αηδία, αυτό πήγαινε πολύ,  είχα το νου μου λοιπόν   όμως δεν έγινε τίποτα, φευγαλέα   μόνο   είδα τον μεθυσμένο  να σταματά κάποιον γνωστό του οδηγό στο δρόμο και να μιλά μαζί του σα να μη συμβαίνει τίποτα  και τότε κατάλαβα ότι  όλο ήταν ένα θέατρο, μια σκηνοθεσία του άλλου για να εκτονωθεί πάνω μου,  είχα τρομάξει, είχα αναστατωθεί,  περπατούσα  τρέμοντας και παρατηρώντας ασυναίσθητα όσα γίνονταν γύρω μου , κάποιος πλανόδιος μου πρότεινε κάτι που πουλούσε,  ένας άλλος προσπαθούσε να βγάλει λεφτά από ένα μηχάνημα κι εγώ προσπαθούσα να ηρεμήσω και να στανιάρω.

Πήρα στο  τηλέφωνο την γυναίκα μου που  με ρώτησε  αμέσως τον κατάλαβες το σεισμό αυτή είχε μια ειδική ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα κύματα σα να είχε  μέσα της έναν σεισμογράφο υπερευαίσθητο, και μισό Ρίχτερ να συνέβαινε θα το ένιωθε,  πήγα να της πω κάτι αλλά με διέκοψε,   ‘’Τι  έχεις; ‘’  - ‘’  Θα σου πω στο σπίτι’’- ’’Καλά,  φέρε καφέ και τσιγάρα !’’  συνέχισα να περπατώ  προσπαθώντας να ηρεμήσω,  είχα ταραχτεί πολύ, αποφάσισα να πάω με τα πόδια μέχρι το σπίτι, θα μου έκανε καλό, σ’ ένα πάρκο απ’ όπου πέρασα  Ρωσοπόντιοι τεμπέληδες έπαιζαν ντάμα‘’ Καλά περνούν αυτοί!’’ σκέφτηκα,  στον ανηφορικό δρόμο δίπλα στα παλιά τείχη  δυο αμυγδαλιές σκόρπιζαν το βαρύ τους άρωμα στον απογευματινό αέρα, πότε είχε μπει η άνοιξη, πότε είχε περάσει ο χειμώνας, στην πόλη δεν μπορούσες να  καταλάβεις όμως οι μέρες μεγάλωναν συνέχεια,  ο καιρός γινόταν όλο και πιο ζεστός, τα κορίτσια κυκλοφορούσαν με κοντομάνικα, μύριζε καλοκαίρι.

 Σταμάτησα σ’ ένα περίπτερο να πάρω τσιγάρα ενώ το μυαλό εξακολουθούσε να τρέχει μόνο του, στην ύπαιθρο τώρα  χορτάρι θα  φύτρωνε δίπλα στ’ αυλάκια του νερού,  σαλιγκάρια θα γλιστρούσαν πάνω στις πέτρες, πως είχα χάσει αυτήν την εναλλαγή των εποχών, πως  θα μπορούσα να την ξαναβρώ, που ήταν εκείνη η εποχή όπου κάθε μήνας είχε την δική του ομορφιά, πως θα ξέφευγα  απ’  όλους  τους ανόητους και τα στέκια τους που τα είχα βαρεθεί ; Σταμάτησα στο φούρνο που έμενε ανοιχτός μέχρι αργά,   ένας αλήτης βρώμικος στεκόταν απ’ έξω ζητιανεύοντας   κι  οι γυναίκες που περνούσαν  έβαζαν τις μπλούζες στο στόμα τους για να φυλάξουν την αναπνοή τους, έφτασα  στο σπίτι, κάθισα στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση χωρίς  να δίνω σημασία , τελικά αργά τη νύχτα  μου πέρασε επιτέλους  και μπόρεσα να φωνάξω  ξεφυσώντας ‘’Τι ήταν κι αυτό ρε φίλε !’’ η γυναίκα μου με κοίταξε περίεργα, της είπα την ιστορία με τον μεθυσμένο ‘’Είναι πολύ αλήτης !’’ σχολίασε!. 

 Όλο το βράδυ συλλογιζόμουν αυτό που είχε συμβεί,  με είχε επηρεάσει, έτσι κι αλλιώς τελευταία περνούσα  μια φάση  σα να άλλαζα δέρμα  ένα πράγμα, ένιωθα τα πράγματα ν’ αλλάζουν γύρω μου και μέσα μου, ένα είδος μελαγχολίας με τριγύριζε που ήταν πολύ επικίνδυνη, ευτυχώς είχε φτάσει το  σαββατοκύριακο και θα χαλάρωνα λίγο, ξύπνησα νωρίς ακούγοντας  κάτι πουλιά  να κράζουν  στα σκοτεινά καθώς πετούσαν, που πήγαιναν άραγε, όπως έπλενα το πρόσωπο μου ακούστηκε ένα  μήνυμα στο κινητό,  Ο Νίκος, ‘’Θέλεις να έρθεις  στο εξοχικό μας ;’’ , τι ώρα είχε ξυπνήσει  ο άνθρωπος, ‘’Ρε φίλε ναι!’’ απάντησα ενώ η γυναίκα μου που δεν της ξέφευγε τίποτα με ρώτησε ‘’Ποιος είναι πρωί – πρωί;’’- ‘’ ο Νίκος, θέλει να πάμε στο χωριό του’’—‘’ Εντάξει, άσε με να κοιμηθώ τώρα μουρμούρισε  ‘’’ κι εγώ σκέφτηκα ‘’Είναι πολύ καλή όταν θέλει!’’

 Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το μάτι του από το τι συνέβαινε εκεί έξω σ’ όλη τη διαδρομή, έκανα σα να είχα χρόνια να βγω από την πόλη,  η μέρα ήταν τόσο φωτεινή που σε καθήλωνε, το χωριό του φίλου ήταν κοντά στη θάλασσα,  καθίσαμε σ εάν μαγαζί στην παραλία και βλέποντας την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα   θυμήθηκα εκείνο που είχα διαβάσει  για τους αρχαίους, είχαν καταλάβει λέει  πως η γη είναι στρόγγυλη παρατηρώντας την καμπύλη που έκανε η θάλασσα στο βάθος μακριά, εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι είχαν πολύ περισσότερο χρόνο  κι άνεση να παρακολουθούν όλα όσα συνέβαιναν  γύρω τους,  ο χρόνος έτρεχε πολύ πιο αργά, κανείς  δεν βιαζόταν ούτε έτρεχε σαν παλαβός να προλάβει, όλο αυτό δεν μπορούσες να το φέρεις πίσω βέβαια,  η ζωή μόνο μπροστά προχωρά  όμως κάπου θα υπήρχε μια μέση  λύση, τέτοιες σκέψεις έκανα κοιτάζοντας την καμπύλη της θάλασσας πέρα μακριά.     

Αφού φάγαμε άφησα τους άλλους που είχαν πιάσει  κουβέντα  και προχώρησα  μοναχός μου κατά τη θάλασσα βουλιάζοντας μέσα στην μαλακή άμμο, κάτι παιδιά μικρά  πετούσαν ένα χαρταετό ψηλά, το  κύμα έβρεξε λίγο  τα πόδια μου όμως ούτε που έδωσα σημασία, αντίκρυ μου τα βουνά φαίνονταν στον ορίζοντα, η άνοιξη ερχόταν γρήγορα, ανάμεσα στα βότσαλα υπήρχε ένα μικρό καταπράσινο πετραδάκι   κι εκείνο το χρώμα μου έφερε στη μνήμη απ το πουθενά μια εικόνα που είχα ξεχάσει εντελώς, θυμήθηκα ένα μέρος πράσινο όπου πήγαινα μικρός μαζί  με τη μητέρα μυ να μαζέψουμε σαλιγκάρια, ήταν  γεμάτο υγρασία και ήχους από πουλιά που πετούσαν τριγύρω χαλώντας τον κόσμο, πηγές ανάβλυζαν απ’  το χώμα, ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα στ’  άσπρα χαλίκια,  το νερό έβγαινε μέσα από τη γη με μεγάλη ορμή σα να βιαζόταν να δει το φως του ήλιου, πως το είχα ξεχάσει αυτό το τοπίο, που υπήρχε θαμμένο μέσα στις κρύπτες του μυαλού.

 Η θάλασσα έσκαγε στα πόδια μου γεμίζοντας με αφρούς την αμμουδιά, ο βόμβος των κυμάτων που πηγαινοέρχονταν αέναα έπαιρνε τις σκέψεις μου και με ηρεμούσε, χιλιάδες μικρά βοτσαλάκια υποχωρούσαν κάτω από τα βήματα κι ο ορίζοντας φαινόταν ανοιχτός μέχρι πέρα μακριά,  στην πλαγιά  πίσω μου  ένα χωράφι γεμάτο κερασιές έτοιμες ν ανθίσουν, οι εικόνες κι οι συνειρμοί  που με τριγύριζαν  ήταν πολύ ευχάριστοι, σιγά- σιγά   οι σκέψεις μου άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά επιτέλους,  μπορούσα να δω καθαρά τι έπρεπε να κάνω,  κι αν δεν είχα βρει λύση είχα ξαναβρεί  αισιοδοξία,  αυτοπεποίθηση,  ένα αίσθημα ότι θα τα κατάφερνα στο τέλος ότι κι αν γινόταν, μια δύσκολη στιγμή είχε περάσει !  

 Αποφασίσαμε να κοιμηθούμε το βράδυ στο σπίτι του Νίκου δεν θέλαμε  να γυρίσουμε τόσο γρήγορα στην πόλη η γυναίκα του Νίκου έπιασε κουβέντα ατέλειωτη με τη δική μου και δεν  θα διέκοπταν αν δεν εξαντλούσαν όλα τα ζητήματα που υπήρχαν στον κόσμο, προτού κοιμηθούμε τη νύχτα έκανα μια βόλτα στην αυλή παρατηρώντας  ένα δέντρο που ύψωνε τα κλαδιά του κατά τον ουρανό και χάνονταν ανάμεσα στα νεφελώματα  σα να αποτελούσε μέρος τους. Ήξερα ότι δεν θα κοιμόμουν καλά επειδή είχα αλλάξει κρεβάτι αλλά ούτε που μ’ ένοιαζε όλα όσα είχαν   συμβεί την προηγούμενη μέρα έμοιαζαν τόσο μακρινά σα να είχαν συμβεί πριν από πολλά χρόνια, όποτε έκλεινα  τα μάτια  έβλεπα εκείνο το χωράφι με τις κερασιές ανθισμένες  όμως και τον αέρα να θροΐζει ανάμεσα στ’  άσπρα λουλούδια,   το ξημέρωμα τα κοκόρια που πρέπει να ήταν πολλά εκεί πέρα χαλούσαν τον κόσμο, από συνήθεια ξύπνησα νωρίς κι όπως τεντωνόμουν ένας σεισμός ταρακούνησε το παλιό πέτρινο σπίτι, η γυναίκα μου ξύπνησε αμέσως, ‘’Αυτός πρέπει να ήταν πολύ κοντά!’’ είπε. 

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...