Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

MAGNIFICUS DIPHYLLODES

I ‘ve always been a gambling man
I ‘ve rolled them bones with either hand
Seven is the promised land
Early in the morning

 Townes Van Zandt ‘’One dollar blues’’

Τελικά ήταν πιο σκοτεινός απ’  ότι φανταζόμουνα,  ο Χ που ήταν πιο παλιός εκεί πέρα και  τον είχε καταλάβει  από την αρχή με είχε προειδοποιήσει  να τον προσέχω.Ήταν μούτρο κανονικό, χρόνια  στη πιάτσα, φύση τυχοδιωκτική,  δεν ήταν  πολύ μεγάλος όμως  το πεζοδρόμιο  τον γερνούσε γρήγορα. Στα νιάτα του είχε κάνει πάλη και βάρη κι όπως ήταν  ογκώδης κι  αγριωπός στην όψη  με τα σμιχτά του φρύδια δε φοβόταν κανέναν. Ήξερε όλα τα στέκια, όλες τις φάτσες,  όλα τα καφέ, τα γυράδικα, τα μαγαζιά  και κυρίως τα προποτζίδικα  όπου  πρότεινε δεξιά κι αριστερά που να ποντάρουν.  Ασχολούνταν  με όλα,  ποδόσφαιρο, κίνο, τζόκερ, στοίχημα,  λαχεία, φρουτάκια  και βέβαια ιππόδρομο,  το μυαλό του δούλευε γρήγορα, ήταν πολύστροφο, μπορούσε να κάνει  υπολογισμούς ταυτόχρονα και είχε μια  μνήμη φοβερή,  δε ξεχνούσε τίποτα,  ιδίως νούμερα, ο εγκέφαλος του τα επεξεργάζονταν με ταχύτητα δαιμονική   όμως κάτι συνέβαινε κάθε φορά,  οι πιθανότητες  έμοιαζαν  άπειρες, όσες κι αν λάβεις υπ’ όψιν αυτά τα παιχνίδια είναι έτσι φτιαγμένα που  χιλιάδες θα σου ξεφύγουν, πρέπει να είσαι συγκρατημένος,  δε μπορείς να τα βγάλεις  πέρα με τη λογική των αριθμών.

Ακούγονταν   διάφορα γι’ αυτόν, έλεγαν ότι   κάποτε είχε μια επιχείρηση,  φαρμακαποθήκη ή κάτι τέτοιο, έβγαζε καλά λεφτά  αλλά  του τα έφαγε όλα ο συνέταιρος του  που έφυγε  στη Βραζιλία κι άκου  να δεις τώρα  πως είχε γίνει το σκηνικό:

Είχαν πάει στην Αμερική οι δύο τους ν’ αγοράσουν κάτι φάρμακα πολύ σπάνια  που δε μπορούσες να τα βρεις πουθενά τότε, έδειχνε  πολύ καλή μπίζνα, θα τα κονομούσαν, μαζί τους κουβαλούσαν μια μικρή τσάντα γεμάτη λεφτά γιατί  τα χάπια κόστιζαν ένα σκασμό χρήματα.  Όλα πήγαιναν   καλά όμως κάποια στιγμή το πράγμα κάπου σκάλωσε,  οι Αμερικάνοι φοβήθηκαν, κλώτσησαν,  η δουλειά χάλασε όμως τώρα δε μπορούσαν να βγάλουν τα λεφτά από  κει γιατί η υπόθεση είχε μαθευτεί. Έψαξαν δεξιά –αριστερά, πήραν τηλέφωνα,  ρώτησαν, έψαξαν  και στο τέλος  κανόνισαν μια πτήση μέσω Λατινικής Αμερικής, ήταν η μόνη διέξοδος που βρήκανε. Εκεί κάτω όμως   τους την είχαν στημένη,  τους περίμεναν, είχε γίνει καρφωτή,  κινδύνευαν να φάνε πολλά χρόνια φυλακή με τη μυστήρια νομοθεσία που επικρατούσε εκεί πέρα κι άμα μπαίνανε μέσα  άντε να βγουν ζωντανοί. Στο αεροδρόμιο ο χοντρός έχασε πέντε κιλά από την αγωνία και τον ιδρώτα που έσταζε, ένα κάθαρμα -  τελωνειακός τον είχε βάλει στο μάτι και τον είχε στριμώξει άγρια σε μια καμαρούλα βρωμερή για ώρες κοίταζε  φωτογραφίες καταζητούμενων στους τοίχους, η χώρα εκείνη η μακρινή φάνταζε στα μάτια του σαν ένα κλουβί τεράστιο, όλα φαινόταν απόκοσμα,  η γλώσσα,  τα πρόσωπα,  οι λέξεις στις επιγραφές,  ο τρόπος που οδηγούσαν στο δρόμο,    ήταν  τόσο απελπισμένος εκείνη τη στιγμή που προτιμούσε να πεθάνει. Τους είχαν αφήσει τελικά  αλλά ήταν εγκλωβισμένοι εκεί  μακριά,  στου διαβόλου τη μάνα, δε μπορούσαν να βγάλουν τη βαλίτσα,  τελικά αποφάσισαν ο τζογαδόρος  να ταξιδέψει  μόνος  του  αφήνοντας τον άλλον με τα λεφτά  που θα έψαχνε τρόπο να βγει  αργότερα από τη χώρα…

Όταν ήρθε και μου ζήτησε πάλι δανεικά  σκεφτόμουν ‘’Μεγάλε από μένα δε παίρνεις τίποτα!’’ Μήνες είχα να τον δω,  από τότε που μου είχε τσιμπήσει κάτι ψιλά,  έτσι έκανε συνήθως, σου έπαιρνε τα λεφτά, εξαφανίζονταν  κι ούτε ήξερε κανείς τι γινόταν και τι έκανε, μάλλον κλείνονταν σε κάνα σκοτεινό μπουντρούμι να τα παίξει , να ξεχαρμανιάσει .  Ύστερα  τον πετύχαινες  μπροστά σου να  ζητά δανεικά με απόλυτη φυσικότητα σα να τον  χρωστούσες εσύ  από καιρό κι έπρεπε οπωσδήποτε να του τα δώσεις,  καλά είχε πολύ θράσος!  Εκείνη τη μέρα  στεκόμουν   σε μια στάση  περιμένοντας το αστικό και παρατηρούσα τις γυναίκες,   μου έκανε εντύπωση που κάποιες όταν μαύριζαν κι άλλαζε το χρώμα του δέρματος τους έδειχναν  πιο φρέσκιες,  τους πήγαινε πολύ εκείνο  το σκούρο,  ξανάνιωναν, ομόρφαιναν.  Άλλες πάλι για κάποιο λόγο σα να μάζευαν,  σα να έσπαγαν κάπως,  κάτι συνέβαινε, μπορεί να ήταν  ο χαρακτήρας,  η ψυχολογία τους που έβγαινε στην επιφάνεια  τώρα το καλοκαίρι, δε ξέρω,   πάντως κάτι δε πήγαινε  καλά μ’  αυτές.  Το λεωφορείο αργούσε,   τα δρομολόγια είχαν αραιώσει πολύ κι  αφού δεν περνούσαν πια γυναίκες μαυρισμένες   χάζευα   έναν μεγαλώσομο    τύπο με φόρμες  κοντές,  εφαρμοστές, που κουβαλούσε  σωλήνες   χάλκινους από ένα κλειστό πολυκατάστημα, κοιτούσε γύρω σα να τους έκλεβε αλλά κανένας δεν του έλεγε τίποτα οπότε συνέχιζε τη δουλειά του , τελικά φόρτωσε τα  κομμάτια στο αμάξι του κι όταν πήγε να φύγει τότε μόνο τον αναγνώρισα,  ήταν ο τζογαδόρος  ….

Φορούσε  τρία δαχτυλίδια στο κάθε χέρι κι έδειχνε ταλαιπωρημένος,  κοιμόταν άλλοτε  στο δρόμο κι άλλοτε σ’  ένα υπόστεγο  αφού πρώτα  είχε φορτωθεί  στους πάντες  . Το χειμώνα με τις παγωνιές ήταν το ζόρικο αλλά έτσι χοντρούλης όπως ήταν άντεχε,  το καλοκαίρι  έτρωγε πολύ ζέστη όμως  έξω στην ανοιχτωσιά μια χαρά  την έβγαζε φίλε μου,  στα παγκάκια είχε αέρα από παντού,  φυσικός κλιματισμός,  βέβαια η μέση του πιανόταν λίγο αλλά τι να γίνει,   δε μπορείς να τάχεις όλα !

Μου φάνηκε πολύ αστείος  έτσι  ντυμένος μ’  εκείνες τις φόρμες, έμοιαζε καταπληκτικά με   αρσιβαρίστα απ’  το Αζερμπαϊτζάν. Όπως μιλούσαμε εκεί  στο κέντρο κάτω από κάτι καμάρες ένα κοπάδι περιστέρια καταραμένα προσγειώνονταν στα πόδια μας όλη την ώρα κι έτρεχαν να βρέξουν τα κεφάλια τους στο νερό που έβγαινε από τη ρωγμή ενός  τοίχου. Είχε αρχίσει να μεσημεριάζει κι ο ήλιος έκαιγε διαβολεμένα, το καλοκαίρι δεν έλεγε να βγει,  κι αυτό το φετινό ήταν  αγχωτικό,  ζόρικο, ατελείωτο.

‘’Τι έγινε  ρε Γ, τι κάνεις ; ‘’   ρώτησε ένας τύπος με φάτσα γεωργιανού,  που περνούσε  εκείνη τη στιγμή και στάθηκε  να δει τον παίχτη,  ‘’ Ήμουν Ρωσία…’’του είπε  ‘’…έπαιζα τρεις μέρες  συνέχεια όμως  δε κέρδισα τίποτα, τώρα θα πάω Σαουδική Αραβία να δω τι γίνεται εκεί κάτω,  εσύ παίζεις καθόλου ;’’  – ‘Τάχω κόψει αυτά,  δε ξαναασχολούμαι!’’ απάντησε ο δικός μου.   

Δε με έπειθε βέβαια,  άμα σου κολλήσει αυτό το μικρόβιο πολύ δύσκολα το βγάζεις από μέσα σου.   Είχα γνωρίσει κι άλλους που έπαιζαν αλλά δε μου είχε ξανατύχει ποτέ τέτοια περίπτωση.  Όλη την ώρα  μου γινόταν τσιμπούρι και μου ζητούσε λεφτά,   κλαίγονταν  ότι δεν είχε να φάει,  ότι κοιμόταν στο δρόμο, ότι  χρειαζόταν χρήματα για να πληρώσει κάτι χρέη επείγοντα,  σου αράδιαζε εκεί πέρα ένα  κάρο ψέματα   και δικαιολογίες που σε τρέλαιναν και είχε μια τέτοια επιμονή που ήταν πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς και να μη τον λυπηθείς  ‘’Θα σου τα δώσω αύριο κιόλας,  μπορεί και σήμερα!’’  σε διαβεβαίωνε κι άμα  έβαζε τα λεφτουδάκια στη τσέπη άντε γεια!  Αυτή τη  φορά όμως  ήμουν αποφασισμένος να μη του δώσω δεκάρα τσακιστή κι ας χτυπιόταν όσο ήθελε,  είχε αρχίσει τα ίδια,  ότι δε θα μου ξαναμιλούσε,  ότι  αυτός που τον φιλοξενούσε του είχε πει να φύγει,  ότι έπαιρνε κάτι  φάρμακα πολύ δυνατά και  χρειαζόταν να τρώει κανονικό φαΐ. Αλλά τον είχα μάθει  ρε φίλε,  δε θα την ξαναπατούσα κι αντί να τον λυπηθώ μ’ έπιασαν  κάτι  γέλια αυθόρμητα που τρανταζόμουν ολόκληρος, δε κρατιόμουν, πραγματικά ήταν μεγάλος ηθοποιός, καθόταν εκεί πέρα με τις φορμίτσες του αρσιβαρίστα   κι έπαιζε το κομμάτι του που θα το είχε τελειοποιήσει άπειρες φορές τρώγοντας ποιος ξέρει πόσα λεφτά από δω κι από κει .

Δεν υπήρχε περίπτωση να σηκώσει  ξανά κεφάλι  από τότε που είχε αφήσει το συνεταίρο με τα λεφτά  στην Αμερική.  Αποδείχτηκε ότι  ο άλλος ήταν πιο πονηρός,  τα είχε κανονίσει όλα από πριν  και  σίγουρα εκείνος  είχε καρφώσει τη δουλειά για να κρατήσει τελικά όλο το χρήμα. Στην υπόθεση είχε ανακατευτεί και  μια βραζιλιάνα χορεύτρια πολύ όμορφη, κουκλάρα φοβερή,  επικίνδυνη  κατά πως λέγανε, την ήξεραν και οι δυο από πριν, γλεντούσαν μαζί της σε κάτι ξενυχταδικα,  είχαν γνωριστεί κι έκαναν  πολύ παρέα. Πολλές φορές τη βρίσκανε στο διαμέρισμα της όπου τους έφτιαχνε κάτι φαγητά εξωτικά,  καυτερά. Αφού τρώγανε  καθόντουσαν να ακούσουν  τα παραδείσια πουλιά που είχε μαζέψει, μερικά τραγουδούσαν ωραία κι  άλλα απλά στρίγγλιζαν όλα όμως ήταν υπέροχα,  με φτερώματα   γυαλιστερά γεμάτα από συνδυασμούς χρωμάτων απίθανους…

Με κείνη τη βραζιλιάνα τη γόησσα  το είχε σκάσει ο συνεταίρος, πήραν το παραδάκι  και διασκέδαζαν στα μπαράκια του Ρίο χορεύοντας μπόσα -νόβα και κάνοντας ταξιδάκια στη ζούγκλα του Αμαζονίου.  Ο χοντρός  τον περίμενε για καιρό χωρίς να έχει ιδέα για το τι γινότανε, δε μπορούσε να το φανταστεί ότι ο άλλος που τον ήξερε από μικρό παιδί  τον είχε κλέψει έτσι στην  ψύχρα, τέτοιος υποκριτής δε πρέπει να υπήρχε σ’ όλη την οικουμένη! Δε μπορούσε να το πιστέψει αλλά καθώς αργούσε  να φανεί ψυλλιάστηκε ότι κάτι συνέβαινε, τον έψαξε, πήρε τηλέφωνα,  ρώτησε την πρεσβεία,  τα προξενεία  αλλά ήταν αργά πια.  Είχε σκάσει απ’  το κακό του,  έφαγε τα λυσακά του να τον ανακαλύψει, ρώτησε παντού,  έψαξε χιλιάδες διευθύνσεις,  δεν έβρισκε τίποτα,  τελικά   ανακάλυψε τη βραζιλιάνα σ’  ένα προφίλ με το όνομα ενός πουλιού παραδείσιου,  του Diphyllodes magnificus,  καλά η τύπισσα είχε ψώνιο με τα αλλόκοτα πτηνά, έπρεπε  να το είχε καταλάβει. Σε μια φωτογραφία  είδε  τη φάτσα του συνεταίρου του  με τη βραζιλιάνα να πίνουν κοκτέιλ  σε κάποια  παραλία  του ωκεανού, του είχε  στείλει τότε ένα μυνηματάκι :’’Άμα έρθω και σε βρω εκεί πέρα θα σε σκοτώσω! ‘’

Από τότε δε σήκωσε ξανά κεφάλι, δε μπόρεσε να το ξεπεράσει, βέβαια όλοι οι τζογαδόροι κάπως έτσι τη πατάνε και είναι τόσο σίγουροι  για τον εαυτό τους που  δε μπορούν να  παραδεχτούν ότι τους κορόιδεψαν. Δεν θα του δάνειζα ότι και να έκανε,  κι εγώ άλλωστε δεν ήμουν σε καμιά καλή φάση,  το καλοκαίρι πάντα το φοβάμαι,  δε ξέρεις τι γίνεται,  τι μπορεί να προκύψει.

Δεν θα του έδινα τίποτα όμως όπως όφειλε έκανε μια τελευταία προσπάθεια,   το πάλεψε,  τα έδωσε όλα, επέμεινε, σχεδόν έκλαψε, έπεσε στα γόνατα,   ήμουν έτοιμος να λυγίσω , με είχε τουμπάρει, στο κάτω - κάτω δεν άξιζε  όλη η φασαρία,   ας τάπαιρνε, ας τάτρωγε κι ας πήγαινε στον αγύριστο,  χαλάλι του,  τελικά όμως  αποφάσισα να μη του δώσω ,  είχα λίγες τύψεις που τον άφηνα έτσι  αλλά μου έφυγαν γρήγορα.

Δεν τον ξανάδα, άκουσα αργότερα ότι  πήγε  στη Βραζιλία και βρήκε τον συνεταίρο του ο οποίος δε περνούσε καλά,  η χορεύτρια του είχε φάει όλα τα λεφτά  και τον είχε παρατήσει.  Με το που πήγε ο δικός μου εκεί πέρα του την έπεσε και τον έριξε και το χοντρό,  έμενε μαζί της κι όπως ήταν θηρίο τον είχε για μπράβο επειδή εκεί κάτω είναι λέει όλοι πολύ βίαιοι,  κυκλοφορούσαν μαζί  κι όλοι στεκόντουσαν σούζα μπροστά του.  Θα πρέπει τελικά να του άρεσε  η ζωή  εκεί πέρα,  ταίριαζε με τη τυχοδιωκτική του φυσιογνωμία,  εκείνη η μάγισσα τον είχε κάνει να ξεχάσει την πρώτη του αποστροφή για την Λατινική Αμερική. Είχε προσαρμοστεί και περνούσε καλά με τη βραζιλιάνα μάγισσα,   ο Χ που είχε επαφή  μαζί του ακόμα μου είχε δείξει και φωτογραφίες της, ήταν μελαχρινή με ωραία επιδερμίδα,  χυμώδες σώμα και  κάτι μάτια πολύ μυστήρια, ήταν πολύ όμορφη πραγματικά και ντυνόταν με κάτι ρούχα φανταχτερά,  σαν πουλί του παραδείσου έμοιαζε… 

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

ΑΠΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΟΥ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΥ

Από το μπαλκόνι που έσκυψε είδε μια σκηνή παράξενη, ένα κοπάδι σκύλων είχε μαζευτεί μέσα στο σκοτάδι γύρω από ένα αμάξι  σαν να είχε ανακαλύψει κάτι περίεργο πάνω του, πρέπει να ήταν καμιά  δεκαριά μικρόσωμοι δαίμονες που  βρίσκονταν εκεί από ώρα γιατί είχαν  ξηλώσει με τα δόντια τους  τον προφυλακτήρα κι  είχαν αρχίσει  να τραβούν κι άλλα κομμάτια που μπορούσαν να  αποσπάσουν  σαν να ήθελαν να το διαλύσουν. Τι στο διάβολο τα είχε ο πιάσει  τα καταραμένα σκυλιά, από πού είχαν έρθει,  έβαλε τις φωνές, τους πέταξε κάτι μανταλάκια που βρήκε μπροστά του, δεν έλεγαν να φύγουν σαν να ήθελαν ν’  αποτελειώσουν οπωσδήποτε  το έργο τους,  τελικά πήρε το λάστιχο και τα κατάβρεξε τόσο πολύ που εξαφανίστηκαν μέσα στα σκοτεινά στενά όλα  τα τετράποδα του σατανά.

Δεν είχε δει άλλη φορά και τέτοιο, θα πρέπει   με κάποιον τρόπο να είχαν φτιάξει κοπάδι και περιφέρονταν τα διαβολεμένα καταστρέφοντας ότι έβρισκαν, ήταν μια σκηνή που  τη σκέφτονταν πολλές μέρες  όπως έκανε τα μπάνια του  σ’  εκείνη τη  πόλη με τα ιαματικά λουτρά όπου περνούσε το καλοκαίρι του.  Η υδροθεραπεία  εκεί πέρα τον αναζωογονούσε όσο τίποτε άλλο, του άρεσαν  τα περίεργα νερά που έβγαιναν μέσα στη θάλασσα και δημιουργούσαν μια παράξενη αίσθηση στο σώμα όταν ερχόταν σ’ επαφή με το σώμα  του. Εκείνη τη λουτρόπολη λέει την είχε φτιάξει η Αθηνά για να ξεκουράζεται ο Ηρακλής κάθε φορά που τελείωνε τους τρομερούς του άθλους για χάρη του άλλου του άχρηστου του Ευρυσθέα. Εδώ  ερχόταν να ξεκουραστεί  λίγο ο ήρωας γιατί ποιος ξέρει τι θα σκεφτόταν πάλι ο άλλος, ο διεστραμμένος, για να τον ταλαιπωρήσει στέλνοντας τον να παλέψει με σκυλιά τετρακέφαλα στην είσοδο του Άδη και άλογα ανθρωποφάγα στα πέρατα της γης. Σ’ αυτήν τη λουτρόπολη πήγαινε κάθε χρόνο κι αυτός ν’ αλλάξει παραστάσεις και να φρεσκάρει το σώμα του,  τα υπόγεια νερά  που έβγαιναν από τα βάθη της γης,  στην πορεία για την επιφάνεια, περνούσαν μέσα από πετρώματα  κι  εμπλουτίζονταν  με στοιχεία μεταλλικά,  θειούχα και αλκαλικά  που κάνουν καλό στο δέρμα και στο σώμα ολόκληρο.

Τα λουτρά τα είχε μάθει απ’ τον πατέρα του, εκείνος τους έφερνε από τότε που ήταν παιδί κάθε καλοκαίρι και περνούσαν πολύ ωραία, μια χρονιά είχε γίνει κι ένας σεισμός γιατί  κάτω απ’ τη γη λάμβαναν χώρα διεργασίες ηφαιστειακές και το υπέδαφος δεν ήταν  πολύ σταθερό. Μια εικόνα από κείνο το ταρακούνημα του είχε μείνει, όπως έφευγαν έξω από τον οικισμό με το αμάξι, ένα τρομερό σύννεφο σκόνης υψώνονταν και σκέπαζε όλη την περιοχή καθώς η γη τραντάζονταν κι όλοι έτρεχαν στα ανοιχτά μέρη να μην πλακωθούν από τα μπετά, από το παράθυρο του αυτοκινήτου είχε δει  έναν τύπο γυμνό εντελώς  κι έναν  άλλο με  κοστούμι να τρέχουν μαζί, του έχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτή η αντίθεση…

Είχε τώρα  καμιά βδομάδα που έμενε  εκεί παρακολουθώντας το καλοκαίρι να προχωρά καλπάζοντας ασυγκράτητο προς το τέρμα του. Οι  επισκέπτες, οι πιο γέροι,  αν και δεν έκαναν τίποτα όλη μέρα ήταν μες τα νεύρα. Στις ταβέρνες το μεσημέρι  όλα τους φταίγανε κι  αν καθυστερούσαν να εξυπηρετηθούν έστω και για λίγο- οι γυναίκες ιδιαίτερα- γκρίνιαζαν με το παραμικρό. Οι χειρότερες ήταν κάτι  ρωσοπόντιες ασυνήθιστες στη ζέστη καθώς είχαν έρθει από τις  χώρες του βορρά  κι άμα άνοιγαν το στόμα τους χαλούσαν τον κόσμο, βρίζανε όποιον νάναι,   αλίμονο αν βρισκόσουν μπροστά τους, θα σε στόλιζαν κανονικά. Όπως ήταν πάντα οξύθυμος τις έπαιρνε πολλές φορές παραμάζωμα κι αυτές τον κοίταζαν με τα μάτια ορθάνοιχτα, το χειρότερο πάντως ήτανε όταν αρπάζονταν με κάτι παππούδες  για τα αθλητικά, άμα άνοιγε καμιά συζήτηση για το ποδόσφαιρο ξέφευγε εντελώς, δεν μπορούσες να τον μαζέψεις, σκοτώνονταν κάθε φορά για χαζομάρες όμως γρήγορα τα ξεχνούσε όλα κι άρχιζε ξανά  τα μπάνια και τις βόλτες του.

Πολύ του άρεσε εκείνο το μέρος, όλο το χρόνο περίμενε πότε θα ερχόταν ξανά να περάσει ολόκληρο τον Αύγουστο. Την αυγή που ξυπνούσε οι ψαράδες γέμιζαν με πάγο τους πάγκους τους, οι κηπουροί πότιζαν τα λουλούδια,  στα παρτέρια,  δεκαοχτούρες προσπαθούσαν να δροσιστούν από μια βρύση χαλασμένη που έσταζε. Κοντά στο σπίτι που έμενε υπήρχε ένας συνοικισμό γύφτων  που ήταν όμως πολύ καθαροί,  κάθε φορά που τους έβλεπε σκούπιζαν κι έπλεναν το δρόμο μπροστά από τα σπίτια τους και το βράδυ οι γυναίκες  με τις φουστανάρες τους καθόταν στο σοκάκι τρώγοντας σπόρια και μιλούσαν μέχρι αργά τη νύχτα. Τα απογεύματα έβγαινε πάλι  καμιά βόλτα διασχίζοντας κάτι ερείπια ρωμαϊκά,  χτισμένα από τους αρχαίους που ερχόταν εκεί να καλοπεράσουν,  κείνη την ώρα  μια ερημιά επικρατούσε γύρω  σα να επρόκειτο να συμβεί κάτι κακό.  Στα στενά κοντά σ’ ένα  παλιό κάστρo,  συκιές είχαν φυτρώσει παντού, ροδιές τυλιγμένες από κισσούς, σκύλοι ούρλιαζαν μόλις αντιλαμβάνονταν κάποιον κοντά στις αυλές,  γάτες βολτάριζαν  νωχελικά ανάμεσα στα νυχτολούλουδα κι άλλες θολωμένες απ’ τη ζέστη κοιμόντουσαν κάτω από αυτοκίνητα, γυναίκες έβρεχαν  το τσιμέντο να δροσίσει λιγάκι. Σε κάποιο σημείο υπήρχε ένα ρήγμα στα τείχη απ’ όπου έβγαινες μπροστά σ’ ένα βενζινάδικο σφραγισμένο εκεί είχε  δει μια φορά κάποιο ζευγαράκι ξέμπαρκο  να φιλιέται σε μια γωνιά. Όταν είχε όρεξη έπαιρνε το αυτοκίνητο και πήγαινε  σ’ ένα χωριό,  μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα   κοντά  σ’ ένα ακρωτήρι όπου  λέγανε ότι κάποτε οι ψαράδες  είχανε βγάλει από τον πάτο της θάλασσας  ένα άλογο χάλκινο με τον αναβάτη του.

Πιο συχνά όμως πήγαινε  σ’ ένα μοναστήρι που είχε το λείψανο κάποιου αγίου, έναν  κιτρινωπό σκελετό με κάτι δάχτυλα μακριά, καθόταν εκεί κι άκουγε τους καλόγερους  να διαβάζουν ευχές στη σκοτεινή εκκλησία, αυτό τον ηρεμούσε πολύ. Ένα απόγευμα άκουσε κάποιον μοναχό   να ψέλνει κάτι για το δαίμονα του μεσημεριού,  η φράση έμεινε στο μυαλό του, τι στο καλό ήταν  αυτό το πράγμα.  Όταν σχόλασε  ο εσπερινός  πλησίασε τον καλόγερο και τον ρώτησε γι αυτόν τον παράξενο δαίμονα κι ο γέροντας  του εξήγησε ότι τα δαιμόνια υπάρχουν παντού και δε σ’  αφήνουν να ησυχάσεις,  μπορούν να βγουν τη νύχτα στα σκοτεινά και να σε κυριέψουν,  ή ακόμα και  το καταμεσήμερο όταν ο ήλιος καίει όσο δε γίνεται κι επικρατεί εκείνη η τρομακτική ησυχία που μπορεί να σε τρελάνει.  

‘’Ώστε αυτός ήταν λοιπόν ο δαίμονας  που έμπαινε σ’  εκείνες  τις ρωσοπόντιες!’’  σκεφτόταν την άλλη  μέρα όπως επέστρεφε στο δωμάτιο του  ιδρωμένος απ’ το περπάτημα.  Αυτός ήταν ο λόγος που τις έπιανε εκείνες   τις γυναίκες  μια μανία ανεξήγητη κι ήθελαν να σε φάνε ζωντανό! Αυτή η εξήγηση του φάνηκε πολύ ταιριαστή και σταμάτησε σ’ ένα καφενείο να πιει κάτι δροσιστικό και να τη δουλέψει λίγο στο μυαλό του. Μια παρέα φωνακλάδων  έπινε ούζα εκεί πέρα βρίζοντας  τους παπάδες γιατί είχαν χτίσει την εκκλησία τους  στο ψηλότερο σημείο του λόφου που δέσποζε στη λουτρόπολη κι είχαν κλείσει  τη θέα σ’ ένα σωρό διαμερίσματα.  Σηκώθηκε να φύγει όμως μέχρι να πιει τη λεμονάδα του  άκουσε κάποιον-  σίγουρα μεθυσμένο – να μιλά  για  τους γύφτους που κατοικούσαν στις παρυφές της λουτρόπολης, με κάποιον τρόπο έπρεπε να τους διώξουν,  λέγανε ότι γίνονταν  ύποπτα πράγματα στη γειτονιά τους, ότι διακινούσαν λαθραία κι άλλα πράγματα πιο ύποπτα,  δεν μπορούσε να  περάσεις από κει ιδίως τη νύχτα  γιατί τα σκυλιά τους ορμούσαν να σε ξεσκίσουν.  

Δεν καταλάβαινε  τη μανία τους για τους τσιγγάνους, αυτουνού του φαίνονταν  εντάξει,  κρατούσαν  καθαρό το χώρο τους,  χαμογελούσαν όποτε τους χαιρετούσε και τα μικρά τους φαινόταν ευχάριστα. ‘’Να σου πω… ‘’’ σκεφτόταν το βράδυ καπνίζοντας στο μπαλκόνι του, ‘’...αυτοί οι άγριοι που βρίζουν τους  ιερείς  είναι πολύ χειρότεροι,  μα τι βάρβαροι ,  τι απολίτιστοι!’’  Οι κάτοικοι της λουτρόπολης  του φαίνονταν ανοιχτόμυαλοι πάντοτε  αλλά τα τελευταία χρόνια κάτι είχαν πάθει κι όλους τους επισκέπτες τους έβλεπαν καχύποπτα, το είχε σκεφτεί πολλές φορές αυτό. Σίγουρα φταίγανε οι κάθε λογής ξένοι Πακιστανοί,  Ινδοί,  Κινέζοι, μαύροι  που είχαν πλημμυρίσει τον τόπο ερχόμενοι από  όλες τις εσχατιές της γης και τους έβλεπες όπου και να πήγαινες,  κάτι έπρεπε να γίνει με δαύτους, κάπως έπρεπε να μαζευτούν,  όμως ποιος νοιάζονταν για όλα τούτα ποιος είχε όρεξη να βάλει μια τάξη.

Όλα αυτά όμως ήταν πολύ κουραστικά και να τα σκέφτεσαι κι αυτός  όλη μέρα είχε κολυμπήσει,  μετά έχει βγει για πεζοπορία περίπου τρεις ώρες, το είχε παρακάνει,  έναν καλό ύπνο χρειαζόταν.  Τράβηξε  μια τελευταία τζούρα απ’  το τσιγάρο του  κι ετοιμάστηκε να πάει στο κρεβάτι του όμως όταν έριξε μια ματιά από το μπαλκόνι  σ’  εκείνο το στενό που είχε δει τα σκυλιά να τραβούν τις λαμαρίνες του αυτοκινήτου, είδε μια  σκηνή πιο παράξενη.

Δυο παιδιά  βγήκαν από το πουθενά  κι άρχισαν να περπατούν προς το μέρος του,  στο  φως της λάμπας μπορούσε να  διακρίνει τα προσωπάκια τους,  ήταν  ένα αγοράκι με μαλλιά ξανθά που δεν έμοιαζε  καθόλου για γυφτάκι, κι ένα κοριτσάκι, τι στο καλό γύρευαν εκεί πέρα τέτοια ώρα, ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Τα μικρά πήγαν να στρίψουν σε μια γωνία όταν πίσω τους εμφανίστηκε εκείνο το άτιμο το κοπάδι  σκύλων, πρώτα βγήκαν δυο μικρόσωμα και μετά κάτι άλλα πιο εύσωμα, το κοριτσάκι έτρεξε γρήγορα και χάθηκε πίσω από μια μονοκατοικία,  το αγοράκι έμεινε εκεί σαστισμένο. Τα ζώα είχαν  αντιληφθεί την υπεροχή τους και γυρόφερναν το παιδί για να το  περικυκλώσουν όμως αυτό τα έδιωχνε κλοτσώντας προς όλες τις κατευθύνσεις , έμοιαζε να μη τα φοβάται καθόλου πράγμα περίεργο . Αυτός ήθελε να φωνάξει για να τα διώξει τα καταραμένα τα σκυλιά,  ήταν βέβαια η ώρα περασμένη κι οι πιο πολλοί κοιμόντουσαν όμως αν ήταν να πάθει   κάτι το παιδί  θα έβαζε τις φωνές κι ας ξυπνούσε το σύμπαν ! Το θέαμα τον είχε κάνει να σαστίσει λίγο όμως  συνήλθε γρήγορα, κίνησε   να κατέβει κάτω μήπως γίνει κανένα κακό  όμως τότε  είδε ότι το αγοράκι έκανε κάτι ασυνήθιστο. 

Σήκωσε τα χέρια αργά-  αργά  και σα να έβγαζε μια δύναμη υπερφυσική από τις παλάμες του στρέφονταν κάθε φορά προς ένα σκυλί και το  έριχνε με δύναμη  να σκάσει  πάνω στο τοίχο, τα ζώα, ειδικά αυτά που είχαν εξακοντιστεί στο ντουβάρι,  έμοιαζαν  ξαφνιασμένα, αποσβωλομένα, τρομαγμένα, άρχισαν να σκούζουν και να φεύγουν στο βάθος του στενού κλαίγοντας σα να υπέφεραν από κάτι  απροσδιόριστο,  μετά από λίγο μια ησυχία απειλητική  βασίλευε πάλι στο δρόμο.  Το αγοράκι έριξε μια μάτια στα χέρια του σαν μη πίστευε  ότι από μέσα τους είχε βγει εκείνη η τρομερή δύναμη,  ύστερα έκανε να φύγει κατά τη μεριά  όπου είχε εξαφανιστεί  η αδερφή του,  όπως έφευγε γύρισε ξαφνικά σηκώνοντας το βλέμμα και κοίταξε ψηλά κατά τον άνδρα που παρακολουθούσε τη σκηνή από το μπαλκόνι, τα μάτια του γυάλιζαν στα σκοτάδι. 

Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

ΤΟΥΤΑΓΧΑΜΩΝ

Το ενυδρείο ήταν μια όαση απίστευτη μες το χάος που επικρατούσε στο δωμάτιο, τα ψαράκια κολυμπούσαν αμέριμνα ανάμεσα στα υδρόβια φυτά κι όποτε άνοιγαν το στόμα τους φυσαλίδες αμέτρητες ανέβαιναν στην επιφάνεια, κατά καιρούς κοιτούσαν έξω απ’ το τζάμι να δουν τι γίνεται έξω κι έπειτα επέστρεφαν στον αστραφτερό τους μικρόκοσμο. Τα αγγελόψαρα με τις μαύρες βούλες στη ράχη κουνούσαν νωχελικά τα πτερύγια τους, τα μπλε γκουράμι γλιστρούσαν ανάμεσα στα υδρόβια φυτά, κάποιες φορές έβγαζαν το ρύγχος τους πάνω απ’ το νερό κι ύστερα βυθίζονταν πάλι στον πάτο να ψάξουν κάτι ανάμεσα στα χαλικάκια του βυθού, κάτι άλλα ψαράκια με χρώμα κίτρινο -φωσφοριζέ που τα λέγανε σαμουράι και προέρχονταν λέει απ’ τις τροπικές αφρικανικές θάλασσες κρυβόντουσαν κι εμφανίζονταν όλη την ώρα πίσω από κάτι καφετιά βραχάκια κι όλο κοίταζαν ν’ αποφύγουν τα πιο μεγάλα σα να τα φοβόντουσαν.

Ο φίλος μου είχε ψώνιο με το ενυδρείο του, το είχε στήσει απ’ την αρχή, έπρεπε να ψάξει το κατάλληλο τζάμι, να το κόψει , να το κολλήσει με σιλικόνη, να βρει χαλίκια κατάλληλα και πετρούλες για τον πυθμένα, να τοποθετήσει τα φίλτρα για τον καθαρισμό του νερού, τα φυτά που βοηθούν την αναπνοή των ψαριών κι έπρεπε να τα βάλει με προσοχή, προέρχονταν λέει από τα Αρχιπελάγη της Ινδονησίας, από τον Αμαζόνιο, την Ταϊλάνδη κι από άλλες θάλασσες μακρινές κοντά στον Ισημερινό στο κέντρο της γης. Είχαν λέει την ικανότητα να επιβιώνουν σε συνθήκες περιορισμένες και σε κλουβιά τεχνητά γι’ αυτό ήταν καταδικασμένα να ζουν εκεί μέσα και το καταλάβαιναν σίγουρα, ήταν φανερό στο βλέμμα τους που ήταν σαν απορημένο όλη την ώρα, όμως τι μπορούσαν να κάνουν; Η μεγάλη γυάλα περιβάλλονταν από πλακάκια γυαλιστερά, γεμάτα σχέδια χρωματιστά, πορτοκαλιά και πράσινα που έδεναν με τα χρώματα των ψαριών και των φυτών δημιουργώντας ένα θέαμα που σε ηρεμούσε. Το όνειρο του φίλου μου ήταν να κατασκευάσει ένα ενυδρείο τεράστιο που θα έπιανε ολόκληρο τον τοίχο ενός δωματίου όμως πρώτα έπρεπε να βρει ένα σπίτι καλύτερο από κείνο το ρημάδι, θα του έπαιρνε βέβαια πολύ καιρό αλλά θα τόφτιαχνε κάποια στιγμή…

Αυτή η κατασκευή που θα ήταν φαντασμαγορία αληθινή ήθελε ένα σκασμό λεφτά και που να τα βρει ο άνθρωπος. Προς το παρόν έπρεπε ν’ αρκεστεί στο μικρό ενυδρείο που έπιανε εκείνη τη γωνιά με τα γυαλιστερά πλακάκια, το διόρθωνε, το ταχτοποιούσε, έβαζε κι έβγαζε πραγματάκια, μόνο μ’ εκείνο ασχολούνταν όταν ευκαιρούσε την ώρα που στο υπόλοιπο σπίτι επικρατούσε χάος. Παντού υπήρχαν παλιά αντικείμενα και κάθε λογής σαβούρες που δεν ενδιαφέρονταν να τις μαζέψει κανένας, ήταν ν’ απορείς πως έμεναν άνθρωποι εκεί πέρα, τρία άτομα κατοικούσαν σ’ εκείνο το διόρωφο γκρεμίδι που με τον πρώτο σεισμό θα γινόταν κομματάκια σίγουρα! Τα ταβάνια ήταν έτοιμα να καταρρεύσουν και μπορούσες να δεις κάτι ξύλα παλιά να χάσκουν ανάμεσα στους σοβάδες, δυο σκυλάκια βολτάριζαν στις κάμαρες, τα είχαν για προστασία τη νύχτα καθώς από παντού μπορούσε να μπει κανείς και να τους πάρει ότι είχανε.

Το πιο φοβερό ήταν η ζέστη που επικρατούσε εκεί πέρα κι ήταν τόσο αφόρητη που δε μπορούσες να σταθείς , τα παράθυρα ήταν κλειστά για να μη τους βλέπουν οι διπλανοί κι οι τρεις ένοικοι, δυο Έλληνες κι ένας Αλβανός, κυκλοφορούσαν ημίγυμνοι με σώματα γεμάτα από σημάδια των σεντονιών όπου κυλιόταν ιδρώνοντας και ξεϊδρώνοντας. Ο Αλβανός δούλευε σ’ ένα μαγαζί με φρουτάκια, πρόσεχε μη μπουκάρει η αστυνομία, αυτοφωράκιας δηλαδή, κι ο τρίτος συγκάτοικος ζούσε από ένα επίδομα μυστήριο, κανείς δεν ήξερε ποιος του τόδινε. Ο δικός μου έβαφε σπίτια, αυτή ήταν η δουλειά του, από τότε που τον ήξερα δούλευε ασταμάτητα, κι ούτε να πεις ότι ξόδευε τα λεφτά του από δω κι από κει, ούτε είχε αγοράσει κάνα σπίτι ή τίποτα άλλο, όλοι αναρωτιούνταν τι στο διάβολο έκανε τα λεφτά του, ήταν πολύ μυστήριος. Εδώ και καιρό έλεγε ότι θα πήγαινε μετά από πολλά χρόνια διακοπές σ’ ένα νησί κι όλο μιλούσε στους άλλους για το πόσο ωραία ήταν εκεί πέρα, για τα μοναστήρια και τις παραλίες που υπήρχαν, για τις τουρίστριες που στοιβάζονταν κατά χιλιάδες στα μπαράκια και στις ταβέρνες, τους είχε πρήξει όλον το καιρό για κείνο το νησί και δεν τον έπαιρνε κανείς στα σοβαρά, όταν τους έδειξε το εισιτήριο που είχε βγάλει δε μπορούσαν να το πιστέψουν !
‘’Θες νάρθεις μαζί μου στο νησί; ‘’ με ρώτησε μια μέρα καθώς φορούσε μια άσπρη μπλούζα γεμάτη πιτσιλιές όλων των αποχρώσεων. Δε γινόταν να φύγω όμως αυτό που τον απασχολούσε περισσότερο ήταν το ενυδρείο, που θα το άφηνε, δεν εμπιστεύονταν με τίποτα τους άλλους, θα του ψοφούσαν τα ψαράκια του σε μια μέρα, καλά ήταν πολύ άχρηστοι ! Πολλές φορές μου είχε δείξει πως να τα ταΐζω, πως να ελέγχω τη θερμοκρασία με τον θερμοστάτη, να καθαρίζω το φίλτρο από τα σκουπιδάκια που μπορεί να το βουλώνανε. Καθόταν υπομονετικά εκεί πέρα και μου τα εξηγούσε όλα ενώ εγώ χάζευα το γυάλινο κουτί με τα εξωτικά φυτά που σάλευαν μες το νερό, έβλεπα τους χρωματιστούς μονομάχους, τα άλλα ψάρια που τα λέγανε σαμουράι και τα αγγελόψαρα με το παράξενο σχήμα που σεργιανούσαν πέρα δώθε αμέριμνα, ήταν πολύ ωραία ρε φίλε!‘’Το βλέπεις αυτό εδώ το κίτρινο λαβυρινθόψαρο!’’ μου έλεγε ‘’ Είναι ο Τουταγχαμόν, τόχω παραγγείλει απ’ την Αίγυπτο, το είχα δει εκεί πέρα σε μια εκδρομή και είπα μέσα μου <<Αυτό το θέλω οπωσδήποτε!>> Συνήθως κρύβεται σ’ εκείνη τη σπηλιά, κάθεται ήσυχο εκεί πέρα, είναι πολύ λαίμαργο αλλά δε θα το ταΐζεις το ίδιο πράγμα συνέχεια, και του αρέσει το καθαρό νερό αλλά αυτό άστο σε μένα, θα γυρίσω σε καμιά βδομάδα ...’’

Δεν είχα πρόβλημα να κάνω ότι μου είχε πει αν και δεν είχα όρεξη να να βλέπω τους συγκάτοικους του που δεν έδιναν δυάρα για το ενυδρείο μόνο τρόμαζαν τα καημένα τα ψαράκια χτυπώντας το τζάμι με το δάχτυλο. Περίμεναν πως και πως πότε θα ξεκουμπιζόταν ο φίλος μου για να ανασάνουν λίγο σ’ εκείνο το αποπνικτικό διώροφο όπου τους ξυπνούσαν τη νύχτα οι αναστεναγμοί των μηχανών από τα απορριμματοφόρα που ξεφόρτωναν  τους κάδους. Καθώς δε μπορούσαν να κοιμηθούν πήγαιναν όλη την ώρα να πιούν νερό απ’ το μοναδικό ψυγείο που είχαν κοινό, αφού άδειαζαν μπουκάλια τεράστια μετά γίνονταν μούσκεμα ολόκληροι. Τα ψαράκια κοιμόντουσαν κι αυτά, δεν έκλειναν τα μάτια όμως έμεναν ακίνητα για κάμποση ώρα, μπορεί να έβλεπαν και όνειρα όπου κολυμπούσαν σε θάλασσες ανοιχτές κι απέραντες μακριά πολύ στα μέρη των Τροπικών. Έδειχναν να μη νοιάζονται για ότι συνέβαινε παρά έξω, αν ο κόσμος υπέφερε και τυρρανιούνταν, αν ήταν χειμώνας ή καλοκαίρι που έβραζε γύρω καίγοντας το σύμπαν, αυτά ήταν προβλήματα των δύστυχων ανθρώπων που πάλευαν να τα βγάλουν πέρα, αυτά το μόνο που ήθελαν ήταν το φαγάκι τους και το καθαρό τους το νεράκι να επιπλέουν αμέριμνα …

Τα ψάρια περνούσαν καλά όμως εμείς τα είχαμε δει όλα. Οι μέρες δεν περνούσαν, έμοιαζαν να σέρνονται, στη δουλειά όλοι περιμένανε τις άδειες τους, κι εγώ είχα να κάνω συν τοις άλλοις και τα ψώνια του αφεντικού που μου τα είχε φορτώσει κι αυτά. Μ’ έστελνε όλη την ώρα ν’ αγοράζω ζαρζαβατικά και κρέατα, πήγαινα στις λαϊκές όπου πουλούσαν φρούτα καλοκαιρινά, καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα, καλαμπόκια. Αφού έπαιρνα ότι ήτανε από κει σταματούσα πάντα σ’ ένα κυλικείο μέσα σε μια στοά να πιω μια γκαζόζα, μιλάμε εκείνο ήταν το αγαπημένο μου μέρος, ο ανεμιστήρας γύριζε αέναα πάνω από τα αντικείμενα, τα μπουκάλια, τα καλαμάκια, τα τελάρα, τα ποτήρια, τα πιατάκια κι εγώ έπινα το αναψυκτικό μου χωρίς να σκέφτομαι τίποτα σα να είχε αδειάσει το μυαλό μου εντελώς . Στο χασάπικο ο τύπος μου έλεγε να τον ακολουθήσω στο τεράστιο ψυγείο του, εκεί μέσα ρε φίλε είχε μια δροσιά υπέροχη που δεν έβρισκες πουθενά αλλού, ήταν τέλεια, δεν ήθελα να βγω από κει μέσα! Φορτωμένος έπειτα με τις σακούλες έβγαινα στο δρόμο όπου είχε τόσο φως που το μάτι δεν άντεχε το ατέλειωτο ξέθωρο κι αναζητούσε μια σκιά, λίγο πράσινο ν’ αναπαυτεί μια στάλα…

Το βράδυ που θα έφευγε ο φίλος για το νησί έκανε τόση ζέστη που ήθελες να εξαφανιστείς μέσα στο ψυγείο του χασάπη και να μη βγεις από κει μέχρι να γίνεις παγάκι ! Ο σταθμός των τρένων δεν απείχε πολύ και ξεκινήσαμε πεζή, περάσαμε από κάτι στενά σκοτεινά, σ’ ένα φανάρι χαλασμένο το ανθρωπάκι ανεβοκατέβαινε σα παλαβό αλλάζοντας χρώματα, τύποι ξενυχτισμένοι τρώγανε σένα γυράδικο, μια Κινέζα που φάνταζε φιγούρα ξεκάρφωτη δάγκωνε ένα σάντουιτς, παντού γύρω υπήρχε μια ατμόσφαιρα ξενυχτιού και υγρασίας καλοκαιρινής, τότε που όλος ο κόσμος φεύγει από τις πόλεις για τις αμμουδιές και τις ερημιές όπου γης δίχως να θέλει να κοιτάξει πίσω του...

''Άμα θες φύγε τώρα, ευχαριστώ!'' μου είπε προτού φτάσαμε στο σταθμό, δε νύσταζα καθόλου, ήταν από κείνες τις βραδιές τις δύσκολες που ξέρεις ότι δεν πρόκειται να κοιμηθείς κι έτσι είπα να περάσω να χαζέψω τα ψαράκια να περάσει κι η ώρα. Όπως προσπαθούσα να ξεκλειδώσω τη σαραβαλιασμένη πόρτα τα δυο σκυλάκια γρύλισαν στην αρχή πίσω από την πόρτα αλλά έπειτα, όταν με κατάλαβαν άρχισαν να κουνούν τις ουρές τους. Άναψα το φως κι ανέβηκα τις σκάλες για τον πρώτο όροφο όπου ήταν το δωμάτιο του φίλου μου προσέχοντας μη σκοτωθώ σκοντάφτοντας σε κανένα παρατημένο αντικείμενο. Στο ενυδρείο που φωτίζονταν από μια λάμπα καλυμμένη με φύκια τα ψάρια έμοιαζαν ακίνητα σαν απολιθωμένα, μονάχα ένα κίτρινο ψωσφοριζέ, ο Τουταγχαμόν σίγουρα, έστεκε στο βυθό ακίνητο σα να είχε πλαγιάσει. ''Καλά ρε φίλε, πότε πρόλαβε να ψοφήσει!' σκέφτηκα, χτύπησα ελαφρά το τζάμι,  δε σάλεψε, τι συνέβαινε δε μπορούσα να καταλάβω, έριξα ένα σπασμένο χαλικάκι που βρήκα στο πάτωμα κι όταν έπεσε δίπλα του αυτό δε κουνήθηκε. Για κάτι τέτοιο δε με είχε προειδοποιήσει ο φίλος μου, τι  στο δαίμονα έπρεπε να κάνω,  έβαλα το χέρι μου στο νερό να το πιάσω μήπως ξυπνήσει  όπως όμως είμαι άγαρμπος έκανα μια κίνηση απότομη και για να μη ρίξω κάτω το γυάλινο κουτί, ακούμπησα στο βυθό για να σταθώ παρασέρνοντας όλα τα πετραδάκια που τον κάλυπταν και τότε τα είδα.

Ήταν μια στρώση χρυσά νομίσματα που άστραφταν σα να τα είχε γυαλίσει κάποιος ώρες ατελείωτες για να τα κάνει όσο πιο αστραφτερά γίνονταν, ώστε λοιπόν εκεί τα έκρυβε τα λεφτά του  ο άλλος  κι εμείς δε μπορούσαμε να καταλάβουμε τη μανία του με το καταραμένο το ενυδρείο,  να λοιπόν τι τα είχε κάνει τα λεφτά του, γιατί δε γίνονταν να δουλεύει τόσα χρόνια και να μην είχε στον ήλιο μοίρα,  πάντως ήταν ένα θέαμα υπέροχο.

Με τόση ταλαιπωρία που είχα τραβήξει όλο το καλοκαίρι εκείνα τα νομισματάκια που γυάλιζαν υπέροχα ήταν ένα όνειρο, δυο τρία τουλάχιστον, δεν υπήρχε περίπτωση να τ' αφήσω, θα τα κρατούσα έστω και για λίγο και μετά μπορεί να τα γύρναγα στη θέση τους ρε φίλε, λίγο να τα χαρώ ήθελα, μπορεί και να τα κρατούσα,  ούτε που ήξερα. Έβγαλα δυο κομμάτια και τα κράτησα στο χέρι,ήταν χάρμα οφθαλμών,  στο μεταξύ απ' όλη την  αναστάτωση  ο Τουταγχαμόν  είχε ζωηρέψει και μαζί με τ' άλλα  ψαράκια στριμώχτηκε  σε μια γωνία και με κοίταζε  με τα μεγάλα του μάτια  σα να ήταν ο φρουρός  εκείνου του μικρού θησαυρού όπως οι  φιγούρες που ζωγράφιζαν στους τάφους των πυραμίδων οι Αιγύπτιοι για να φυλάνε τους αφέντες τους στο ταξίδι για τον άλλο κόσμο, άφησα κάτω τα νομίσματα,  μετά τα ξαναπήρα,  δεν ήξερα τι να κάνω....

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

ΧΑΛΚΕΟΣ ΑΡΗΣ

...διά δε χρόα καλόν έδαψεν, 
εκ δε δόρυ σπάσεν αύτις · ο δ’ έβραχε χάλκεος Άρης
όσσον τ’ εννεάχιλοι επίαχον ή δεκάχιλοι  
ανέρες εν πολέμω  έριδα ξυνάγοντες Άρηος.

ΗΛΙΑΔΟΣ Ε 858- 861


Από το πουθενά εμφανίστηκε μπροστά του ένα κοπάδι σκύλων  που ούρλιαζαν καθώς έβγαιναν στο δρόμο, ήταν εντελώς αναπάντεχο, πανικοβλήθηκε, τάχασε, δε προλάβαινε ν’ αντιδράσει, ασυναίσθητα έστριψε το τιμόνι κατά τα χωράφια που απλώνονταν δεξιά του, βγήκε από το δρόμο κι όπως υπήρχε ένα ύψωμα δίπλα σ’ ένα χαντάκι το καβάλησε και βρέθηκε στον αέρα, εκείνη τη στιγμή ήταν σα να σταμάτησαν όλα γύρω του, σα να μη λειτουργούσε τίποτα, ‘’Αυτό ήτανε!’’ σκέφτηκε ‘’Έχε γεια κόσμε!’’

Σ’ όλη τη διαδρομή δεν αισθάνονταν καλά, κάτι πρέπει να είχε συμβεί με  το ποτό, ένα ποτήρι μονάχα ήπιε  όμως το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει, δε μπορούσε να δει καλά, όλη την ώρα έσφιγγε τα μάτια του μήπως καθαρίσει το βλέμμα κι οδηγούσε αργά για κάθε ενδεχόμενο, κάτι πρέπει να είχαν βάλει σ αυτό που είχε πιει. Καθώς ο πονοκέφαλος έμοιαζε να υποχωρεί χαλάρωσε λίγο, ο δρόμος έδειχνε έρημος, δεν κινούνταν τίποτα εκείνη την ώρα, η αυγή ετοιμαζόταν να χαράξει πάνω από τα χωράφια με τους ηλιόσπορους που πλαισίωναν το δρόμο, σε λίγο θα ξημέρωνε. Άναψε ένα τσιγάρο και δοκίμασε ν’ ανοίξει το ραδιόφωνο, μα τι ηλίθιος ήταν ο άλλος που τον νόμιζε και φίλο του, άκου να δεις τώρα, είχε φαγωθεί να τον καλεί στο μαγαζί του που ήταν υποτίθεται το πιο πολυσύχναστο σ’ όλο το νησί κι ο χαμένος του είχε δώσει ποτό πειραγμένο, φίλος να σου πετύχει, καλά άμα τον είχε μπροστά του εκείνη την ώρα θα τον έκοβε κομματάκια, θα του έχωνε μπουνιά, μα πόσα νεύρα είχε  όμως έτσι όπως ένιωθε  το μόνο που ήθελε  ήταν να φτάσει στο σπίτι του,  να βάλει το κεφάλι κάτω απ΄ το νεροχύτη και να αφήσει το παγωμένο νερό να τρέξει   και να καθαρίσει τον σκοτισμένο του εγκέφαλο. Πλησίαζε στο χωριό του προσπαθώντας  να θυμηθεί τι ακριβώς είχε συμβεί την προηγούμενη  νύχτα όμως η μνήμη του  ήταν κενή, τρύπια, τι στο διάβολο είχε πάθει  και γιατί φορούσε σακάκι ενώ έκανε ζέστη, ένα κάρο σκέψεις περνούσαν από το τρύπιο μυαλό του όταν είδε εκείνα τα δαιμονισμένα σκυλιά να εμφανίζονται σα φαντάσματα μπροστά του.

Στα δευτερόλεπτα που ήταν ιπτάμενος το μυαλό του εκεί που είχε κολλήσει πήρε φόρα απότομα κι άρχισε να δουλεύει πολύ γρήγορα σαν κάτι να τον πίεζε με δύναμη τρομερή ώστε να κάνει ταυτόχρονα εκατομμύρια σκέψεις. Όπως κοίταζε από ψηλά του φάνηκαν όλα γνωστά,  την ήξερε τη περιοχή πολύ καλά παρ’ όλο που έλειπε από το νησί χρόνια τώρα.  Όταν ήταν δεκαεφτά -δεκαοχτώ χρονών ερχόταν εδώ πέρα να δουλέψει με μια παρέα φίλων του σ’ ένα φούρνο που έβγαζε κεραμίδια, το εργοστάσιο ήταν πρωτόγονο και κάθε φορά που έβγαζαν μια φουρνιά έπρεπε να τη σκεπάσουν με λαμαρίνες για να τη χτυπήσει ο ήλιος όλη μέρα και να τη στεγνώσει αλλιώς ο πηλός διαλύονταν και θρυμματίζονταν σε χιλιάδες κομματάκια ψημένου αργίλου. Εδώ κάπου υπήρχε το κτίριο που ήταν το εργοστάσιο κάποτε, λίγο πιο πέρα βρίσκονταν μια ταβέρνα όπου τρώγανε κάθε βράδυ και πιο δίπλα ένα κανάλι που έβγαινε στη θάλασσα, εκεί μέσα έριχναν το πρωί τα καρπούζια που αγόραζαν από έναν ντόπιο και το βράδυ είχανε παγώσει και ήταν απίστευτα δροσερά! Μετά από τόσες ώρες βαριάς δουλειάς είχαν τέτοια πείνα που τρώγανε σα λυσσασμένοι, ο ταβερνιάρης είχε τρομάξει, ένα κάρο λεφτά του είχαν αφήσει. Τότε βέβαια ήταν γερός σα βόδι, δε καταλάβαινε τίποτα, μια φορά όπως δούλευε ξενυχτισμένος του είχε φύγει μια αρμαθιά κεραμίδια και σκορπίσανε τριγύρω, ο γιος του αφεντικού, ένα βλαμμένο που πουλούσε μούρη, έτυχε να περνά εκείνη την ώρα από κει να δει τι γίνεται, έτυχε πάνω στη σκηνή και του είχε φωνάξει κάτι που τον πρόσβαλε ‘’Πρόσεχε ρε ηλίθιε!’’ Είχε θυμώσει τόσο πολύ που ήθελε να σηκωθεί και να φύγει όπως ήταν από κει πέρα, ‘’Κάτσε εσύ εδώ πέρα εσύ όχι για πολύ, ένα τέταρτο μονάχα κι άμα αντέξεις έλα να μου μιλήσεις!’’ πέταξε στο βλαμμένο που είχε καταπιεί στη γλώσσα του, δεν ήξερε τι να πει είχε λυσσάξει από το κακό του, ύστερα απ’ αυτό τον διώξανε, ούτε που τον ένοιαξε. Σκεφτόταν τότε να μπαρκάρει, θα πήγαινε Αυστραλία ή Αμερική, είχε ένα κάρο συγγενείς  εκεί πέρα, με το που θα αποβιβάζονταν δε θα γυρνούσε πίσω, θα έμενε εκεί πέρα για πάντα, ήταν σίγουρος ότι θα έβρισκε τον τρόπο,  ήθελε να δοκιμάσει τη τύχη του, πήγε στον πατέρα του και τον παρακάλεσε, έπεσε στα πόδια  να του υπογράψει το δελτίο γιατί ήταν ανήλικος, ο γέρος αρνήθηκε, δεν τον άφησε, τελικά έφυγε για τη πρωτεύουσα…

Όλα αυτά πέρασαν από το νου του σαν αστραπή  καθώς το αυτοκίνητο διέγραφε μια τροχιά κι άρχισε σιγά- σιγά να χαμηλώνει ,  δε φορούσε ζώνη οπότε είχε σφιχτεί ολόκληρος για το τρομερό τράνταγμα που θα ακολουθούσε, του είχαν μείνει μερικές στιγμές ακόμα προτού τσακιστεί όμως εξακολουθούσε να είναι ήρεμος. Σκεφτόταν ότι δε θα προλάβαινε να τελειώσει το σπίτι που έφτιαχνε στο χωριό όλο το καλοκαίρι, είχε ξεκινήσει να διορθώνει το μπάνιο μαζί μ’ έναν υδραυλικό, μέρες τώρα πάλευαν με τα πλακάκια και τους σοβάδες, μετά είχε περάσει καινούριο κλιματιστικό, ξήλωσε όλα τα σανίδια του δαπέδου που είχαν αρχίσει να σαπίζουν, άλλαξε τις πόρτες, έβαλε κουφώματα στα παράθυρα, ήθελε να το κάνει σούπερ, σκόπευε να περνά εκεί το μεγαλύτερο διάστημα του χρόνου. Για το τέλος είχε αφήσει το μπαλκόνι, εκείνο ήταν ρε φίλε το καλύτερο σημείο του σπιτιού, αντίκρυ  από κει μπορούσες να δεις μια ακτή όχι πολύ μακριά   όπου λέγανε ότι κάποτε είχε λάβει χώρα μια  πολιορκία που κράτησε πολλά χρόνια κι είχαν σκοτωθεί ένα κάρο κόσμος,  οι θεοί λέει  είχαν ανακατευτεί σ’  αυτόν το   χαμό και μάχονταν με τους ανθρώπους,   μερικές  δε φορές,  άκου να δεις  τώρα,  οι θνητοί δε καταλάβαιναν  τίποτα, ορμούσαν και τους  έκαναν να πονέσουν τους θεούς,   άκου εποχές ρε φίλε! Καθόταν λοιπόν κάθε πρωί με το που ξυπνούσε κι έπινε τον καφέ του  κι αγνάντευε εκείνη την ακτή όπου κάποτε υψώνονταν κάστρα και τείχη, στα ερείπια εκείνων των τειχών που διακρίνονταν αχνά,  κάθε αυγή ο  ήλιος  ανέβαινε αργά ανασύροντας   το πύρινο άρμα του από τη θάλασσα κι όλη η περιοχή βάφονταν κατακόκκινη ... 

Το αμάξι είχε χαμηλώσει τόσο πολύ που  μπορούσε να δει το χώμα μπροστά του,  ευτυχώς δεν υπήρχαν πέτρες ή βράχια εκεί πέρα να πέσει απάνω τους και να γίνει λιώμα αυτός και οι λαμαρίνες του αυτοκινήτου, τα πλαστικά και τα ηλεκτρονικά του συστήματα! Όπως δε μπορούσε να κάνει τίποτα είχε παραδοθεί στη μοίρα του, ότι ήτανε να γίνει ας γίνονταν, μερικές φορές δεν έχεις άλλη επιλογή από το να περιμένεις το αναπόφευκτο. Το όχημα είχε πάρει μια κλίση προς το πλάι και καθώς η βαρύτητα το τραβούσε προς τα κάτω με δύναμη τρομακτική προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα πλάτωμα ακαλλιέργητο, για κάποιο λόγο με το που ακούμπησε στο χώμα η πρόσκρουση ήταν πολύ ήπια, δεν ταρακουνήθηκε σχεδόν καθόλου, εκείνες τις μέρες πρέπει να είχε βρέξει κάνοντας τη γη εξαιρετικά μαλακή. Ένιωσε να γκελάρει μια, δυο, τρεις, τέσσερις φορές  και μετά να φεύγει ανεξέλεγκτα προς ένα σταροχώραφο καθώς οι τριβές απορροφούσαν την τρομερή ενέργεια της αδράνειας, σύρθηκε καμιά πενηνταριά μέτρα και τελικά σταμάτησε μπροστά σε μια συστάδα θάμνων αγκαθωτών με κατεύθυνση την ανατολή όπου ο ήλιος άρχιζε να βγαίνει σιγά- σιγά από την απέναντι ακτογραμμή πάνω απ’ τα ερείπια των αρχαίων τειχών.  

Με το που σταμάτησε το αμάξι επικράτησε μια ηρεμία τόσο εκκωφαντική που ήθελε να βάλει τις παλάμες στ’ αυτιά του. Άνοιξε με προσοχή τη πόρτα και βγήκε έξω παίρνοντας  ένα μπουκάλι νερό που είχε μαζί του,  το  σήκωσε και το ήπιε μονορούφι, αμέσως ένιωσε να ιδρώνει όλο του το σώμα  σα να ήθελε να βγάλει από μέσα του όλη την ένταση. Περπάτησε μερικά βήματα  για  να ελέγξει τι είχε συμβεί, κοίταξε τα χνάρια από τους τροχούς που είχαν σχηματίσει μια γραμμή βαθιά μέσα στο έδαφος σα να πέρασε  από κει ένα κάρο ή ένα τρένο που χώθηκε στη λάσπη. Δοκίμασε  να βάλει μπρος τη μηχανή  μήπως μπορέσει να  βγάλει το αυτοκίνητο  από κει μέσα, δε κουνιόταν με τίποτα, οι ρόδες είχαν σφηνώσει τόσο βαθιά που θα χρειαζόταν γερανό να το σηκώσει.  Έβγαλε το καταραμένο σακάκι που τον ενοχλούσε, γιατί το είχε φορέσει, και πως είχε βρεθεί να φορά αθλητικά, ήταν σίγουρος ότι φορούσε τα καλά του  παπούτσια όταν έφυγε από το σπίτι, κι από που είχαν πεταχτεί εκείνα τα σκυλιά τα δαιμονισμένα, τι στο διάβολο είχε συμβεί ! Ήταν πολύ παράξενα όλα όσα είχαν γίνει, πως ήταν δυνατό να είχε φύγει με τέτοια φόρα από το δρόμο και να είχε προσγειωθεί τόσο ομαλά, όπως δε φορούσε ζώνη θα έπρεπε να είχε πεταχτεί το κεφάλι του μέσα από το παρμπρίζ όμως το έδαφος είχε απορροφήσει όλη την ενέργεια κι όλη την ταχύτητα, κι αυτός δεν είχε πάθει τίποτα ούτε γρατζουνιά ήταν τυχερός σίγουρα!  Στην αρχή ήθελε να θυμώσει με το άλλο το τσόγλανο που του έχει δώσει εκείνο το πιοτό, τη μπόμπα, αλλά μετά σκέφτηκε ότι την είχε γλυτώσει πολύ φτηνά, θα του έλεγε βέβαια του άλλου μερικές κουβέντες όταν τον συναντούσε.

Όπως ήταν σαστισμένος απ’ ότι είχε συμβεί κάθισε σε μια πέτρα κάτω από ένα δέντρο που  φύτρωσε δίπλα στο χαντάκι  και  τα πεσμένα λουλούδια του  είχαν στρώσει ένα χαλί κόκκινο πάνω στο χορτάρι, μέσα στο άνοιγμα που έχασκε  μια μοτοσικλέτα κλεμμένη με τα καθίσματα της σκισμένα κείτονταν.  Πήρε το μπουκάλι κι άδειασε τη τελευταία γουλιά,  το κεφάλι του άρχισε πάλι να κουδουνίζει,  μια θολούρα τύλιγε τα πάντα γύρω,  έκλεισε τα μάτια σφιχτά μια  φορά ακόμα μήπως μπορέσει  να δει λίγο πιο καθαρά κι όταν  τα άνοιξε του φάνηκε πως εκεί κάτω,  κατά την απέναντι ακτή,  ένα σύννεφο υψώνονταν σα να γίνονταν μια μάχη,  ένα βουητό  κάλυπτε όλη την ατμόσφαιρα και μέσα στη βουή φωνές ξεχώριζαν  σα κάποιοι να  σκοτώνονταν,   άλλοι να  πέθαιναν, άλλοι να κλαίγανε  και να ουρλιάζουν,  η γη τραντάζονταν συθέμελα από τα  ποδοβολητά αλόγων που  έτρεχαν να κρυφτούν, κλαγγές  ασπίδων που δέχονταν χτυπήματα σπαθιών και κονταριών αντηχούσαν  και πίσω απ τα  τείχη  γυναίκες και τα παΐδια λουφάζαν με το φόβο μη μπουν μέσα οι εχθροί,  έκλεισε τα μάτια μια φορά ακόμα με όση δύναμη μπορούσε μήπως καθαρίσει το μυαλό του... 

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

ΚΑΤΑΓΜΑ ΖΥΓΩΜΑΤΙΚΟΥ

Πάνω απ’ τον ποταμό που κυλούσε αφρίζοντας κρέμονταν μια γέφυρα παλιά, στερεωμένη σε συρματόσκοινα σκουριασμένα, μας είπαν ότι ήταν γερή, δοκίμασα να περάσω απέναντι, έκανα μερικά βήματα μα όσο προχωρούσα τόσο περισσότερο παλαντζάριζε, φοβήθηκα, το ρεύμα φαίνονταν αρκετά βαθύ, όταν έφτασα στη μέση τρόμαξα, το ξύλινο πάτωμα έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου ενώ τα λασπωμένα νερά κατέβαιναν απειλητικά, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα μέσα μου ‘’Άμα πέσεις εδώ μέσα μάγκα μου την έχεις βαμμένη!’’, στράφηκα γρήγορα προς τα πίσω και βγήκα από κείνο το καταραμένο μέρος, η γυναίκα μου που με παρακολουθούσε όλη την ώρα μου έριχνε κάτι ματιές άγριες για τις κουταμάρες που έκανα …

Παρά την τρομάρα που πήρα η εκδρομή έδειχνε τέλεια, περνούσαμε καλά, ήμασταν τέσσερα άτομα, είχαμε ξεκινήσει νωρίς με το αμάξι να δούμε αυθημερόν εκείνη την ξένη χώρα για την οποία είχα ακούσει ένα κάρο ιστορίες. Το πρωί, την ώρα της αναχώρησης, έβρεχε αλλά αυτό έκανε πιο ευχάριστη και δροσερή την ατμόσφαιρα, στα σύνορα ούτε που μας κοιτάξανε, έριξαν μόνο μια ματιά στις ταυτότητες και μας άφησαν να περάσουμε, πολύ εύκολο μου φάνηκε. Σ’ ένα πρατήριο όπου όλοι μιλούσαν ελληνικά βάλαμε βενζίνη που ήταν πιο φτηνή και μετά σταθήκαμε σ’ ένα χωριό να πιούμε έναν καφέ δίπλα στο ποτάμι με την κρεμαστή γέφυρα. Το τοπίο εκεί πέρα ήταν θαυμάσιο, πανέμορφο, τα δέντρα έριχναν τον ίσκιο τους, το νερό έτρεχε με ορμή κάτω απ’ τα φυλλώματα, πιο πέρα σε μια όχθη μερικοί νεαροί ετοιμάζονταν για ράφτινγ ρίχνοντας στο ποτάμι τα φουσκωτά τους ενώ φορούσαν τις αδιάβροχες στολές τους. Τα στενά μέσα από τα οποία κυλούσε το ποτάμι έμοιαζαν με τα Τέμπη μόνο που εδώ πέρα ο φυσικός διάδρομος ανάμεσα στα βουνά που ανοίχτηκε από τη ροή του ποταμού μέσα στις χιλιετηρίδες, εξακολουθούσε για καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα. Το τοπίο ήταν πραγματικά θαυμάσιο αλλά τους κατοίκους πρέπει να τους έδερνε πολλή φτώχεια κάποτε, τα χωριά τους έμοιαζαν απαρχαιωμένα, λίγα παράθυρα είχαν παντζούρια κι έπειτα δεν ήταν κι ο πιο καθαρός λαός, σκέψου ότι τα λύματα τους τα έριχναν στο ποτάμι, από κει μπορούσες να καταλάβεις, στις κωμοπόλεις τους πάλι έχασκαν κάτι κτίρια άγαρμπα, κακοφτιαγμένα, βρώμικα, θύμιζαν όλα την εποχή του κομουνισμού τότε που οι άνθρωποι στοιβάζονταν ο ένας πάνω στον άλλον...

Ο οδηγός μας ο Μπάμπης έδειχνε ορεξάτος κι όλη την ώρα έλεγε ιστορίες ενώ κατά καιρούς ζητούσε απ’ τη γυναίκα του το μπουκάλι με το νερό να σβήσει τη δίψα του, ‘’Κάποτε κάναμε μέχρι και πέντε ώρες να περάσουμε το τελωνείο!’’ μας έλεγε’’ Τότε με τον κομουνισμό κανείς δε βιαζόταν, σ’ άφηναν στην ουρά να χτυπιέσαι, μας έβαζαν σε καραντίνα, ζητούσαν λάδωμα, δεν έδιναν δεκάρα άμα είχες σκάσει απ’ το κακό σου, αυτό ήταν το σύστημα!’’ Αφού περάσαμε εκείνα τα στενά με το ποτάμι που ήταν και το πιο ωραίο κομμάτι της διαδρομής, το τοπίο γίνονταν πιο επίπεδο, παντού υπήρχαν χωράφια, η χώρα ολόκληρη ήταν γεμάτη δάση, κοπάδια, πράσινο, τα δέντρα εκεί πέρα πρέπει να φύτρωναν πολύ εύκολα ρε φίλε, έπαιρνες μια ιδέα για το πώς είναι όλη η κεντρική Ευρώπη με τις συννεφιές της και την έλλειψη της καλοκαιρινής ζέστης, τα στάρια και τ’ άλλα γεννήματα μεγαλώνουν για πολύ καιρό, μέχρι τον Αύγουστο και η ξυλεία είναι τόσο άφθονη που οι νταλίκες τους κουβαλούν κορμούς σ’ όλο τον κόσμο! ‘’Κάποτε...’’ μας είπε ο Μπάμπης ‘’ ...όλη αυτή η απέραντη έκταση ήταν ένα πελώριο βοσκοτόπι προτού το ξεχερσώσουν και το κάνουν χωράφια οι άνθρωποι , εδώ έβοσκαν πριν εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια ελέφαντες και μαμούθ λιοντάρια, άλογα και βίσονες, καλά η Ευρώπη πρέπει να ήταν πολύ περίεργη κάποτε!’’

Προορισμός μας ήταν η πρωτεύουσα, καθώς πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά προσέχαμε μήπως χάσουμε την έξοδο από την εθνική οδό και φύγουμε στον αγύριστο! Τελικά όλα πήγαν καλά και μπήκαμε από έναν περιφερειακό δρόμο στην πόλη η οποία ήταν χαραγμένη παντού από τις σιδερένιες ράγες των τραμ που την διέσχιζαν. Ο Μπάμπης ήταν σίγουρος ότι ήξερε τα κατατόπια , βέβαια είχε χρόνια να πάει κατά κει και την τελευταία φορά δεν οδηγούσε αυτός, τον είχε φέρει ο γιος του που σπούδαζε κάμποσα χρόνια εκεί πέρα. Αυτό που δεν θα ξεχνούσε ποτέ και ήθελε οπωσδήποτε να μας το δείξει, ήταν ένα στενό όπου ένα βράδυ τρεις τύποι είχαν δοκιμάσει να τον ληστέψουν, τους δυο τους είχε κάνει καλά, τον ένα πρέπει να τον σακάτεψε, τον άκουσε που βογκούσε καθώς έφευγε, ο τρίτος τον παραφύλαγε και σε μια στιγμή τον χτύπησε στο πρόσωπο με κάτι πολύ σκληρό, πρέπει να ήταν σιδερογροθιά και του είχε τσακίσει το ζυγωματικό, θα του έμενε το κουσούρι στο πρόσωπο σίγουρα αν δεν  είχε ένα φίλο πλαστικό χειρουργό που του τόφτιαξε κάνοντας μια πολύ λεπτή τομή και  εφαρμόζοντας πλάκες τιτανίου πάνω στο ραγισμένο οστό, μιλάμε ο άνθρωπος είχε κάνει απίστευτη δουλειά!

Αφήσαμε το αυτοκίνητο σ ένα πάρκινγκ υπόγειο κάπου στα προάστια σημαδεύοντας το μέρος για να το βρούμε όταν θα επιστρέφαμε. Σ’ ένα ανταλλακτήριο αλλάξαμε τα λεφτά μας και πήραμε το τραμ για το κέντρο, ο Μπάμπης ήθελε εξάπαντος να μας δείξει ένα ακριβό ξενοδοχείο όπου είχε πάει κάποτε σ’ έναν γάμο, όπως διασχίζαμε τη πόλη εντύπωση μου έκανε που σε κάθε διασταύρωση υπήρχε ένας αστυνομικός καθισμένος σ’ ένα κουβούκλιο υπερυψωμένο απ’ όπου έλεγχε ότι γινόταν κάτω. Κατεβήκαμε μπροστά σ’ ένα μουσείο με δυο μεγάλα μαύρα λιοντάρια που στέκονταν σα φρουροί στην είσοδο του, πίσω απ το μουσείο υπήρχαν ερείπια βυζαντινά όπου γινόταν ανασκαφές, μια επιγραφή στα αγγλικά έλεγε ότι ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε ιδρύσει εκείνη την πόλη κι ότι κάποιος παλιός περιηγητής που είχε περάσει από κει ανέφερε ότι κάποια εκκλησία ήταν γνωστή με το όνομα Αγία Κυριακή. Ε βέβαια, οι βυζαντινοί τους είχαν δώσει τη γραφή, τη θρησκεία, τον πολιτισμό τους είχαν κάνει ανθρώπους! Σε μια άλλη εκκλησία που πήγαμε οι τοιχογραφίες ήταν ρωσικές, σε μια άλλη έμοιαζαν με βυζαντινές, είδαμε κάπου και μια εικόνα με ελληνικά γράμματα, ένα συνονθύλευμα! Παντού είχαν γάμους, Κυριακή ήταν άλλωστε, οι νεόνυμφοι και όλοι γύρω έμοιαζαν πολύ σοβαροί, πολύ πιο σοβαροί απ ότι τα ζευγάρια στους γάμους τους δικούς μας, στο πάτωμα σκορπίζανε χόρτα για καλοτυχία η κάτι τέτοιο, ανάμνηση σίγουρα από το βουκολικό παρελθόν τους. Παρατήρησα ότι κανείς τους δε φώναζε όλα γινόταν ήσυχα, δε μπορούσα να καταλάβω τι είδους χώρα ήταν αυτή, οι άνθρωποι συζητούσαν χαμηλόφωνα, δε μιλούσαν δυνατά, δεν κορνάριζαν, δεν έβριζαν, όλες οι χειρονομίες τους ήταν συγκρατημένες, έμοιαζαν να έχουν βγει από έναν λήθαργο μακροχρόνιο, μπορώ να σου πω ότι εγώ ήμουν ο πιο ζωηρός, όπως κοντραριζόμουν με τη γυναίκα επειδή όλα της φαίνονταν αξιοπερίεργα και δε σταματούσε να φωτογραφίζει ότι της χτυπούσε στο μάτι, δυο κοπέλες που μας πρόσεξαν έβαλαν τα γέλια, είχαμε γίνει θέαμα!

Τελευταία πήγαμε να δούμε την πιο μεγάλη τους εκκλησία, τον καθεδρικό τους ναό, ανεβήκαμε κάτι σκαλοπάτια, δρασκελίσαμε την είσοδο και είδαμε ένα χώρο τεράστιο με κάτι σαν δεσποτικό, πολύ ψηλό. Μπροστά στο τέμπλο άνθρωποι γονατιστοί στο πάτωμα προσεύχονταν ακούγοντας έναν παπά, από κάπου ερχότανε οι ήχοι μιας χορωδίας, δε μπορούσα να βρω από πού, τελικά ανακάλυψα τους τραγουδιστές στο υπερώο, σ ένα χώρο κρυμμένο κάπως σα καμαράκι μυστικό. Αυτό που μου φάνηκε αστείο πραγματικά ήταν οι τοιχογραφίες, ειδικά ο τρούλος, όλα ήταν ζωγραφισμένα σε ένα ύφος σαν αυτό στα βιβλία των ιεχωβάδων, δε περίμενα ποτέ ότι θα έβλεπα εκκλησία ζωγραφισμένη μ’ αυτόν τον τρόπο, πάντως ο χώρος όλος ήταν τεράστιος, επιβλητικός, υποβλητικός!

Μετά από εκείνη την τεράστια εκκλησία ήξερα ότι τα είχα δει όλα, είχα πάρει μια ιδέα της χώρας, διαισθητικά τα καταλαβαίνεις κάποια πράγματα, δε χρειάζονταν να δω περισσότερα. Το ίδιο ακριβώς μου είχε συμβεί και στην Αγγλία, με το που μπήκα στο βρετανικό μουσείο κατάλαβα ότι δε μ’ ενδιέφερε καθόλου κι ήθελα να φύγω από κει πέρα όπως ήμουνα! Και να τώρα πάλι είχα δει ότι ήθελα όμως δε μπορούσα να πω στους άλλους ότι εγώ είχα τελειώσει, αυτοί ήθελαν να δουν κι άλλα πράγματα οπότε έπρεπε να το βουλώσω και να μη μιλάω! Βασικά δεν την αντέχω τη ξενιτιά, οτιδήποτε μακριά από τον τόπο μου με κάνει άνω κάτω, δεν ένιωθα και πολύ καλά, ευχόμουν να τελείωνε γρήγορα όλο αυτό, από το άγχος ένοιωσα μια φιγούρα στο μπράτσο σαν να με είχε τσιμπήσει κάτι, ήταν το ψυχοσωματικό που μου έβγαινε, έμοιαζε σα να περπατά κάτι κάτω από το δέρμα μου δημιουργώντας εξανθήματα κόκκινα, ευτυχώς πέρασε γρήγορα.

Όπως είχε περάσει η ώρα κι είχαμε το δρόμο  της επιστροφής  πήραμε το τραμ για να γυρίσουμε στο πάρκινγ όπου είχαμε το αμάξι μας, τα βαγόνια  πήγαιναν  πολύ αργά στρίβοντας κάθε τόσο πάνω  στις  σιδερένιες ράγες, ένιωθα ανακούφιση που φεύγαμε επιτέλους, το τρενάκι σερνόταν για ώρα, η πόλη έμοιαζε ατέλειωτη,  έπρεπε να κατέβουμε κάπου και μετά από κάποια στιγμή ο Μπάμπης άρχισε ν’  ανησυχεί καθώς δεν ήταν σίγουρος για το που έπρεπε να κατεβούμε. Ρωτήσαμε τον οδηγό, κάποιους επιβάτες, μια κοπέλα ειδικά που έδειχνε να καταλαβαίνει λίγα πράγματα όμως δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, όλοι μιλούσαν μόνο τη γλώσσα τους, τίποτε’ άλλο,  ήταν κι εκείνες οι επιγραφές σε μια γλώσσα ακαταλαβίστικη που σε μπλοκάριζαν, δε σου θύμιζαν τίποτα, μα πόσο σπαστικό ήταν ρε φίλε, τελικά κατεβήκαμε κάπου καθώς ο Μπάμπης νόμιζε ότι είδε κάτι οικείο και βάλθηκε να γυρεύει το υπόγειο πάρκινγκ.

Αποδείχτηκε ότι δε θυμόταν τίποτα, είχε χρόνια να ταξιδέψει εκεί πέρα κι όλα του φαινόταν αλλαγμένα, διαφορετικά, παράξενα. Μπερδεύτηκε, αγχώθηκε, στρεσαρίστηκε, μας άγχωσε κι εμάς, γυρνούσε στα στενά σα χαμένος, έκανε κύκλους επιστρέφοντας συνέχεια στο σημείο απ’ όπου είχαμε ξεκινήσει, ρωτούσε τον κόσμο που περνούσε όμως δε μπορούσε να βρει άκρη. Τη στιγμή που είχαμε αρχίσει να κλονιζόμαστε  φώναξε ενθουσιασμένος: ‘’Αυτό είναι!’’   κι όλοι γυρίσαμε να δούμε : ‘’Εδώ ήταν που με είχαν χτυπήσει εκείνα τα καθάρματα με τη σιδερογροθιά, τότε ήταν ερημιά και τώρα τό χουν κάνει κυριλέ γι αυτό δε μπορούσα να γνωρίσω το μέρος, να αυτό το άγαλμα το τσιμεντένιο ήταν και τότε εδώ!’’ είπε δείχνοντας έναν τεράστιο στρατιώτη λίγο άγαρμπο,  ‘’  Όλη η πόλη ήταν  γεμάτη τέτοια αγάλματα τότε, μετά  γκρέμισαν  τα πιο πολλά!’’ Αφού είχε βρει εκείνο το σημείο μπορούσε να προσανατολιστεί πλέον και βρήκαμε εύκολα το γκαράζ, κατεβήκαμε στο υπόγειο, ήταν σκοτεινά, μόνο αυτοκίνητα έβλεπες, μια σιωπή καταλυτική απλώνονταν στο χώρο που θύμιζε ταινία αμερικάνικη. Βρήκαμε το αμάξι και οδηγήσαμε κατά την ανηφορική έξοδο όμως  όταν φτάσαμε εκεί η μπάρα δε σηκώνονταν, ο φύλακας,  ένας τύπος σωματώδης μ’ ένα μουσάκι βγήκε από το κουβούκλιο του, πλησίασε και μας ζήτησε κάτι.

Δε καταλαβαίναμε τι ήθελε, μάλλον τα χαρτάκια, τις αποδείξεις που είχαμε βγάλει όταν μπήκαμε στο γκαράζ, δεν μπορούσαμε να τις βρούμε, ψάχναμε στις τσέπες,  στα πορτοφόλια,  που στο διάβολο ήταν! Του δείχναμε τις ταυτότητες μας, κουνούσε το γιγάντιο κεφάλι του, προσπαθούσαμε να εξηγήσουμε, δε καταλάβαινε, μα τι τούβλο ρε φίλε! Αρχίσαμε να εκνευριζόμαστε, ο Μπάμπης έπιασε να φωνάζει, ο άλλος πήγε στο κουβούκλιο και βάρεσε το συναγερμό, εμφανίστηκαν  άλλοι δυο γίγαντες και μας είπαν να βγούμε απ’  το αμάξι ‘’’ Μπάμπη την έχουμε βαμμένη!’’ του είπα σκεπτόμενος ότι θα μας μπουζούριαζαν εκεί πέρα και θα μας κάνανε τόπι στο ξύλο, μπορεί και να μας φυλακίζανε όπως στα παλιά γκανγκστερικά έργα με τους κατασκόπους που δοκιμάζουν να βγάλουν από μια χώρα  φιλμάκια, όπλα,  κι άλλα μυστήρια, μπορεί και  να μας πήγαιναν  σε τίποτα μπουντρούμια σκοτεινά που είχαν μείνει απ'  την εποχή του κομουνισμού.  Κουρασμένοι από την ταλαιπωρία  της μέρας το μόνο που θέλαμε ήταν να σηκωθούμε να φύγουμε και να μη ξαναπατήσουμε εκεί πέρα αλλά άντε να  εξηγήσεις των ιλιθίων!  Τα είχαμε παίξει,  δε ξέραμε τι να κάνουμε,  το σύμπαν έμοιαζε να έχει συνωμοτήσει εναντίον μας, ο Μπάμπης που είχε υποστεί ξανά σκληρή μεταχείριση σ εκείνη τη χώρα βαστούσε ήδη το στερεωμένο με τις πλάκες τιτανίου ζυγωματικό του,   ‘’Μα τι άχρηστοι που είστε!’’ ακούστηκε μια φωνή  και είδαμε  τις  γυναίκες μας να πλησιάζουν κραδαίνοντας στο χέρι τα δυο χαρτάκια.

Δευτέρα 29 Μαΐου 2017

ΒΕΛΛΕΡΟΦΟΝΤΗΣ

Το κινητό μου γλίστρησε από τα χέρια  κι έπεσε  στην άσφαλτο ανάμεσα σε λάστιχα και ρόδες, το έβλεπα εκεί πέρα να κείτεται στο δρόμο κι από πάνω του να περνούν αμάξια και μοτοσικλέτες με ταχύτητα μανιασμένη σα να το στόχευαν,  παράτησα το ποδήλατο στο πεζοδρόμιο κι έτρεξα να το μαζέψω προτού το τσαλαπατήσει κανένα αυτοκίνητο, σήκωσα το χέρι για να κάνω σήμα, μερικοί σταμάτησαν, ένα μηχανάκι με αγνόησε σα να μην υπήρχα και πέρασε με φόρα από δίπλα μου, έσκυψα κάτω από ένα παρκαρισμένο αμάξι, εκεί όπου το είδα να κυλάει , από κει κάτω φαίνονταν οι μεταλλικές κοιλιές των αυτοκινήτων, τα πόδια των πεζών,  σε μια μεριά κείτονταν το τηλεφωνάκι μου, σύρθηκα και το μάζεψα γρήγορα- γρήγορα ανάμεσα σε κόλαση από κορναρίσματα όλων εκείνων που δεν καταλάβαιναν τι στην οργή έψαχνα, το κράτησα στα χέρια μου,  η οθόνη φαίνονταν εντάξει, από θαύμα είχε μείνει άθικτο.

Το είχα νιώσει στη τσέπη μου να χτυπά και δοκίμασα να το βγάλω, αυτό ήταν λάθος βέβαια, η τσέπη ήταν στενή και με δυσκόλευε, όπως προσπαθούσα να το τραβήξω με το ένα χέρι μου έφυγε, όταν είσαι πάνω σε δυο ρόδες δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Καθώς δεν υπήρχαν λεωφορεία για πάνω από μια βδομάδα χρησιμοποιούσα το ποδήλατο, είναι λέει η καλύτερη γυμναστική όμως ήταν πολύ κουραστικό ειδικά στην αρχή μέχρι να συνηθίσουν τα πόδια το πεντάλ που πρέπει να δουλεύει συνέχεια . Ένα κάρο δρομολόγια έπρεπε να κάνω από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη, οι ανηφόρες ήταν σκέτος σακατεμός, πιτσιρικάδες γυμνασμένοι με προσπερνούσαν κι εξαφανίζονταν, μια φορά μου βγήκε η αλυσίδα κι έτρεχα σ’ ένα συνεργείο να μου διορθώσουν το σύστημα με τις ταχύτητες και τα γρανάζια, έπρεπε να συνεχίσω το πρόγραμμα μου με κάποιο τρόπο, δε γινόταν διαφορετικά . Δεν ήξερα πως θα τα έβγαζα πέρα, πως θα έκανα όλα όσα είχα να τελειώσω, είχα πάντα μια καταραμένη αίσθηση ότι έμενα πίσω και τα πράγματα με προσπερνούσαν, σ’ ένα σημείο κάπου ανατολικά χρειάστηκε να περάσω από την αριστερή στη δεξιά μεριά του δρόμου, όπως ήμουν αφηρημένος δεν έλεγξα καλά πίσω κι ένας ταξιτζής κορνάρισε τρελαμένος ‘’Τι κάνεις εκεί ρε φίλε!’’ φώναξε από το ανοιχτό παράθυρο .

Αν συνεχίζονταν για μερικές μέρες ακόμα η απεργία δεν θα άντεχα, κάθε πρωί έβγαζα σηκωτό το ποδήλατο από το σκοτεινό υπόγειο όπου το κλείδωνα μη το πάρει κανένας, στο τέλος θα έκανα και μπράτσα! Κείνη την ώρα ο βενζινάς της γειτονιάς άνοιγε την αλυσίδα για να μπουν τα αμάξια στο πρατήριο του κι εγώ ξεκινούσα για το χάος της πόλης, μια φορά όπως περνούσα από τα έργα του μετρό ένα φορτηγό με στρίμωξε στις μπάντες, σχεδόν τις άγγιξα, μ έπιασε πανικός, αν χτυπούσα εκεί πέρα θα μ’ έπαιρναν παραμάζωμα όσοι έρχονταν από πίσω. Και σα να μην έφτανε που έτρεχα παντού με το ποδήλατο είχα και το αφεντικό που δε με πλήρωνε, μου είχε σπάσει τα νεύρα, όλη μέρα όσο δουλεύαμε σα μαύροι ήταν όλα καλά, το βράδυ που ήταν να δώσει το μεροκάματο έβρισκε ένα κάρο δικαιολογίες, σου μιλάω κάθε φορά η ίδια δουλειά, ‘’Ήρθε η ΔΕΗ και δεν μπορώ , μετά ήταν το ενοίκιο, η εφορία, η δόση, - άι στο διάβολο !’’ Μου την έδωσε, πες μου κάτι καινούριο ρε φίλε, όλη την ώρα το ίδιο τροπάρι, ένα βράδυ τον πήρα παραμάζωμα, τον έστειλα στον αγύριστο, δε καταλάβαινα τίποτα, αμέσως τσακίστηκε να βρει τα χρήματα, μου έδωσε και ρεπό στο καπάκι!

Μια παύση ήταν απαραίτητη αλλιώς θα γινόμουν κομμάτια, ήθελα να βγω καμιά βόλτα να δω λίγο τι κάνει ο κόσμος γύρω μου, έβρεχε συνέχεια εκείνες τι μέρες όμως το μεσημέρι έκανε μια ζέστη ασυνήθιστη. Το καλοκαίρι πλησίαζε φουριόζικο, το ένιωθες στην ατμόσφαιρα, τα μανάβικα φόρτωναν τους πάγκους με κεράσια τεράστια, κατακόκκινα απ’ τον Κολινδρό, στα σούπερ μάρκετ έφερναν καρπούζια απ’ την Πελοπόνησσο και στις λαϊκές πουλούσαν σαρδέλα μαγιάτικη που είναι η καλύτερη που υπάρχει όλο το χρόνο κατά πως λένε. Οι γυναίκες φορούσαν παντόφλες με χώρισμα στο μεγάλο δάχτυλο, άλλες ήταν ντυμένες μ’ αθλητικά ρούχα και άσπρα παπουτσάκια κι άλλες με παντελόνια δροσερά και φούστες χρωματιστές που ανέμιζαν γύρω απ’ τη μέση τους. Πολλές φορές σταματούσα στο μαγαζί κάποιου φίλου να πάρω μια ανάσα, είχε μαγαζί κάπου στη Βενιζέλου, μου έλεγε ότι κάτω από το δρόμο βρήκανε λέει μια τεράστια μπάλα από ψευδάργυρο, μαζεύτηκε εκεί κάτω από τα χαλκουργεία και τα εργαστήρια που υπήρχαν στην περιοχή από το Βυζάντιο, τον χρησιμοποιούσαν αιώνες πολλούς για να καθαρίσουν το ασήμι και τ’ άλλα μέταλλα από τις προσμείξεις, είχε κυλήσει με τα χρόνια και είχε μαζευτεί όλη η ποσότητα σε μια μάζα ενός τόνου κοντά που είναι τοξική κι επικίνδυνη και πρέπει λέει να την αποδομήσουν, ‘’Τι σημαίνει αυτό;’’ ρώτησα ‘’ Να την απομακρύνουν’’ μου είπε, τα είχε μάθει όλα αυτά από έναν μηχανικό που δούλευε εκεί πέρα .

Καλά εκείνα τα άτιμα τα έργα για το μετρό δεν έλεγαν να τελειώσουν, θα τραβούσαν για καιρό ακόμα μέχρι να ξεφορτωθούν τον ψευδάργυρο και να λύσουν όλα τα θέματα με την αρχαιολογία. Τα πράγματα δε πήγαιναν καλά στην αγορά, ο δικός μου έδειχνε ανήσυχος, πάντα έτσι νευρικός κι αδύνατος ήτανε βέβαια γι’ αυτό και δεν έβαζε κιλό. Είχε ένα παράστημα ωραίο, ένα στυλ περίεργο που μου άρεσε, δούλευε λαχειοπώλης κάποτε, τον πετύχαινα κάπου -κάπου τα καλοκαίρια στα στενά να πουλά ιδρωμένος τα λαχεία του ενώ γύρω επικρατούσε ερημιά κι αυτός έμοιαζε σα στοιχειό μες το καταμεσήμερο. Είχε παρατήσει πλέον τα λαχεία κι έφτιαχνε φερμουάρ και κουμπιά εκεί μέσα στην παλιά αγορά με τους θόλους, τις αψίδες και τις στοές, έκανε παράπονα ότι δεν είχε δουλειά, το μετρό και η κρίση τους είχαν σκοτώσει. Όσο μιλούσαμε καθισμένοι στον καναπέ που είχε στο μαγαζί  για να κοιμάται λίγο τα μεσημέρια, ο Βελλεροφόντης, ο τεράστιος γκρίζος γάτος του με την απαλή γούνα, άνοιγε τα τεράστια μάτια του και με κοιτούσε σα να έλεγε ‘’Τώρα τι θέλει αυτός εδώ πέρα!’’ Έπειτα ερχόταν στον καναπέ και πλάγιαζε ήσυχα ακουμπώντας τα μαλακά άσπρα ποδαράκια του στα γόνατα μου ‘’Μόνο σε σένα το κάνει αυτό!’’ μου έλεγε πάντα φίλος μου.


Μιλούσαμε περιμένοντας μήπως ο αέρας που ερχόταν από τη θάλασσα μας δροσίσει λιγάκι, ένα κτίριο με κόκκινα τούβλα κατάλοιπο λουτρών απ’ την τουρκοκρατία, φύτρωνε στη μέση του δρόμου κι έκοβε το ρεύμα. Άπειρες φορές είχαμε χαζέψει ανεπαίσθητα τα κεραμίδα, τα τούβλα, τα τοξωτά παράθυρα, τους αρμούς, όλες τις λεπτομέρειες από κείνο το κτίσμα που ήταν κάποτε λουτρά. Όλος εκείνος ο χώρος γύρω από την παλιά αγορά μου άρεσε, είχε κάτι γραφικό με τα προποτζίδικα όπου οι ρωσοπόντιοι κι οι Αλβανοί έπαιζαν κίνο και στοίχημα, έξω από τα πολυκατάστημα τα κορίτσια άνοιγαν κιβώτια ένα σωρό με καλλυντικά κι μπιχλιμπίδια διάφορα, γέμιζαν κατόπι τα ράφια με δαύτα, με τις βροχές το διπλανό παρκάκι είχε ξανανιώσει, περιστέρια που έψαχναν όλη την ώρα κάτι μες τα τριφύλλια και τις δροσοσταλίδες, δέντρα πράσινα φύλλωναν ανάμεσα στις πολυκατοικίες κι αν προχωρούσες λίγο παρακάτω μπορούσες να δεις στο βάθος την ασημένια η θάλασσα, όπως ήμουν ταλαιπωρημένος κι ένιωθα τα πόδια μου πιασμένα ευχαρίστως θα καθόμουν εκεί όλη μέρα.


Το διάλειμμα με το φίλο με είχε χαλαρώσει τόσο που μου βγήκε όλη η κούραση, τα πόδια μου άρχισαν να κόβονται όμως δεν είχα τελειώσει ακόμα! Υπήρχε το καθήκον της μέρας, έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο να δω τι γίνεται η μάνα μου που έπνεε τα λοίσθια εδώ και καιρό και δεν ήξερα τι θ’ απογίνονταν, ευτυχώς δεν την είχαν πάει μακριά, η κλινική της ήταν κάπου στο κέντρο κι η διαδρομή ήταν εύκολη. Στην είσοδο του νοσοκομείου δυο έλατα με βελόνες καταπράσινες, ολόφρεσκες, κι ένας ευκάλυπτος ξεραμένος απ’ την παγωνιά, δεν είχα ξανα πάει εκεί πέρα και δε μπορούσα να βρω που την είχαν μεταφέρει, σ’ εκείνο το κτήριο έχανες τον προσανατολισμό σου. Ανέβηκα κάτι ορόφους με το ασανσέρ, δοκίμασα να τηλεφωνήσω, δε λειτουργούσε τίποτα, ρώτησα κάτι νοσοκόμες, δε ξέρανε, κατέβηκα ξανά στο ισόγειο και πήγα στην υποδοχή όπως ήταν υπερυψωμένο το κτίριο ο ήλιος από τη θάλασσα με χτυπούσε κατευθείαν στο πρόσωπο και με τύφλωνε, καθώς χαμήλωνε προς τη δύση ερχόταν αντίκρυ κι όλα γινόταν ένα κουβάρι μπροστά στα μάτια , οι άνθρωποι, η θάλασσα, τα καράβια, οι σιδερένιοι γερανοί του λιμανιού, όλα μπερδεύονταν μες το μυαλό και γίνονταν ένα συνονθύλευμα. Ύστερα από ώρα την ανακάλυψα τη μάνα μου σ’ ένα θάλαμο, είχε αδυνατίσει αλλά ήταν σε καλή διάθεση, μιλούσαμε φωναχτά, ήθελα να τη δω καλά, ποιος ξέρει τι θα μας έβγαζαν εξετάσεις της και πως θα την έβρισκα την επομένη, δυο γιατροί μπήκαν και μας είπαν να μη φωνάζουμε, η μάνα μου έδειχνε ήσυχη κι εγώ είχα αρχίσει να ηρεμώ.


Τα πόδια μου εξακολουθούσαν να είναι κομμένα, το μόνο καλό ήταν ότι ο δρόμος από το νοσοκομείο για το σπίτι ήταν κατηφορικός, ξεκούραστος, το ποδήλατο κυλούσε μόνο του. Περνούσα ξυστά από τα πλαϊνά των αυτοκινήτων, πάνω από φρεάτια που προεξείχαν και σε τράνταζαν απότομα, αυτά ήταν και τα πιο επικίνδυνα, στις στροφές το μόνο που είχα να κάνω ήταν να γέρνω το σώμα προς τη μια μεριά έχοντας το νου μου στα φρένα μη βγει ξαφνικά κανένας βλάκας από τα στενά και καρφωθώ απάνω του. Κυλώντας στην άσφαλτο σκεφτόμουν τι με περίμενε , έπρεπε να ξεκουραστώ με κάθε τρόπο και να πλαγιάσω νωρίς, ποιος ξέρει τι θα έβγαζαν οι γιατροί για τη μάνα μου την άλλη μέρα. Όσο ήμουν στο νοσοκομείο  είχε ψιχαλίσει, οι δρόμοι ήταν μουσκεμένοι και γυάλιζαν αντανακλώντας τα κόκκινα και τα πράσινα φανάρια, σε μια διασταύρωση οι οδηγοί περίμεναν ανυπόμονα τους απέναντι να περάσουν προτού ξεχυθούν με φόρα προς όλες τις κατευθύνσεις, ονειρευόμουν ένα ζεστό μπανάκι, είχα ιδρώσει κι ο αέρας πάγωνε τον ιδρώτα στο σώμα μου, ένα κρυολόγημα τώρα θα ήταν ότι χειρότερο, όπως έτρεχα προσπαθώντας να συμβαδίζω με το ρεύμα των οχημάτων  έσφιξα το μπουφάν πάνω μου με το ένα χέρι όταν ακούστηκε το στρίγκλισμα κάποιων φρένων  κι  ένας όγκος τεράστιος από λαμαρίνα σκέπασε τα μάτια μου.

Δε θυμάμαι πολλά απ’  όσα έγιναν κατόπι, κάτι άνθρωποι μαζεύτηκαν   από πάνω μου, μερικοί φορούσαν  φόρμες και ήθελαν  να με βάλουν σ’ ένα φορτηγάκι, ‘’Είμαι καλά!’’ φώναξα  κι ας πονούσα παντού, δε φάνηκαν να πείθονται. Μετά βρέθηκε από κάπου εκείνος ο φίλος μου που έφτιαχνε φερμουάρ και με πήρε στο μαγαζί του, ξάπλωσα στον καναπέ του και  μου έφερε μια πορτοκαλάδα ή μια λεμονάδα κάτι τέτοιο κι ύστερα μου είπε ‘’Περίμενε λίγο, θα σε πάω εγώ σπίτι.’’Προσπαθούσα να καταλάβω τι  είχε συμβεί, γιατί δε μπορούσα ν’  ανακαλέσω τίποτα, τι είχα πάθει,  ήταν σαν κάποιος να  είχε αδειάσει ένα κομμάτι απ’  το μυαλό μου, κάτι είχε πάθει η μάνα μου αλλά  δεν ήξερα τι, ήπια λίγη πορτοκαλάδα νιώθοντας  ότι κάποιος με παρακολουθούσε,  ήταν  ο Βελλεροφόντης που με κοίταζε συνεχώς με τα τεράστια μάτια του...

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΣΧΑΣΗΣ

Μας είχε πιάσει  μια τέτοια πείνα που φάγαμε με μια ανάσα όλες τις σαλάτες και τα τυριά, ήπιαμε όλα τα νερά και τα ποτά προτού μας φέρουν τα κανονικά  πιάτα, δεν κρατιόμασταν ρε φίλε!

Και ήταν λογικό μετά από τέτοια  ταλαιπωρία, είχαμε ξεκινήσει το απόγευμα για να πάμε  στο  πανηγύρι, είχαμε καθυστερήσει  κι  ο ηλίθιος ο Χ καθόταν εκεί μια ώρα να καθαρίσει το καταραμένο το παρμπρίζ του που είχε γεμίσει σκοτωμένα μυγάκια, έψαχνε   νερό και πανιά σα να το έκανε επίτηδες ενώ ήξερε ότι βιαζόμασταν!  Κανονικά  έπρεπε να οδηγεί ο Νάσος  αλλά ο άλλος  που ήθελε  ν’ ανακατεύεται παντού  πετάχτηκε και ζήτησε να πάρει  το τιμόνι  ο ίδιος γιατί ήξερε λέει το δρόμο,  είχε πάει κάποτε υποτίθεται προς τα κει. Δεν τον χώνευα καθόλου τον Χ, μόνο που τον έβλεπα μου ανέβαινε η πίεση όμως οδηγούσε πραγματικά καλά που να τον πάρει,  μπορεί και να προλαβαίναμε να φτάσουμε προτού νυχτώσει. Στο δρόμο ο Νάσος έβαλε το JPS και μας καθοδηγούσε, το διαβολεμένο το μηχάνημα μας έλεγε που να στρίψουμε, προς τα πού να πάμε, πόση απόσταση έμενε, ήταν σαν κάποιος  να μας παρακολουθούσε από ψηλά.

Με το Νάσο ήξερα ότι θα περνούσαμε καλά, ήταν φοβερή παρέα. Είχα χρόνια να τον δω, μόλις είχε επιστρέψει  απ’ τη Γαλλία όπου είχε πάει  να πουλήσει κάτι πίνακες σε μια έκθεση, ζωγράφος ήτανε.  Δε τη γούσταρε καθόλου τη Γαλλία και ειδικά τη νότια , ‘’Όλοι σοβινιστές χαμένοι είναι κατά κει!’’  έλεγε. Θα περνούσαμε καλά  όπως  τότε που ήμασταν στο πανεπιστήμιο,  τότε που κολλούσαμε αφίσες και κάναμε φασαρίες κι άλλα  χαζά, εγώ τα είχα ξεχάσει αυτός όμως μου έλεγε ότι ήμουν αφασία και στον κόσμο μου, άκου να δεις τώρα. Εκείνον τον καιρό ήμασταν  αχώριστοι, κάθε βράδυ συναντιόμασταν σ’  ένα καφέ λίγο παρακμιακό μαζί με κάτι άλλους και τα λέγαμε για ώρες. Όταν τον είχα πρωτογνωρίσει ήξερε  τη πιάτσα, από  δεκάξι χρονών ήδη  ήταν στα μέσα και στα έξω, γνώριζε  όλες τις φίρμες κι όλους τους τυπάδες που κυκλοφορούσαν εκεί γύρω απ’  τη παραλία τότε που τα μαγαζιά φουλάριζαν από κόσμο μέχρι το ξημέρωμα, ‘’Τέσσερα μαγαζιά δούλευαν κάργα!’’ μου έλεγε αναφέροντας  ονόματα από ιδιοκτήτες,  πορτιέρηδες, γκόμενες της εποχής  κι αυτούς με τους οποίους είχε πλακωθεί κατά καιρούς, πολλοί από δαύτους  είχαν γίνει μεγάλοι και τρανοί, τους έβλεπες και στη τηλεόραση τα βράδια.

Ήταν ευχάριστο να τα θυμάμαι ξανά όλα αυτά, κι ακόμα πιο ευχάριστο  να βλέπω  ότι ο φίλος μου δεν είχε αλλάξει με τα χρόνια, ήταν όπως τον ήξερα, αυτό που δε  μπορούσα να καταλάβω ήταν  γιατί είχαμε πάρει μαζί μας τον Χ, μια χαρά θα περνούσαμε χωρίς αυτόν τον χαμένο!  Ευτυχώς είχαμε  τη γυναίκα του Νάσου, μια  εντυπωσιακή τύπισσα  που δε χάριζε κάστανα, μόλις ο βλάκας άρχισε να λέει  χαζομάρες  του   έβαλε τις φωνές, μιλάμε του έβαλε κάτι γκάζια, τον έπιασε απ’ το λαιμό, τον πήρε παραμάζωμα, δε καταλάβαινε τίποτα! Αυτός δεν την ήξερε, στην αρχή  τα έχασε, μετά τα χρειάστηκε, σου λέει τι ‘’Γίνεται εδώ, ποια είναι αυτή;’’ ,τρόμαξε, συγχύσθηκε , έτοιμος να πεταχτεί από το κάθισμα ήτανε.  Του έβαλε χέρι κανονικό, του τάχωσε για τα καλά,  μέσα μου σκεφτόμουν ‘’Πάρτα τώρα ιλίθιε !’’ μα μας είχε πρήξει, σιγά μη τον λυπόμουν, μετά με πιάσανε τα γέλια, με το ζόρι συγκρατιόμουν και  πρόσεχα μη με δει απ’ τον καθρέφτη,  ήθελα να του πω ‘’Φίλε βρήκες το μάστορα σου!

Από κείνη τη στιγμή ο άλλος έπαψε να μιλά και ησυχάσαμε, καλά που είχε φέρει ο Νάσος τη γυναίκα του, τώρα μπορούσα να κοιτάξω έξω από το αυτοκίνητο,  δεν είχα πάει ποτέ σ’  εκείνα τα  μέρη αλλά μου άρεσε το σκηνικό, μες απ’  τα χορτάρια πετάγονταν βράχοι επιβλητικοί, μια σανσιβιέρια τεράστια είχε φυτρώσει σ’ ένα ξέφωτο  προβάλλοντας τα άγρια αγκάθια της. Το καλοκαίρι βρισκόταν τις αρχές του, δεν είχαν πιάσει ακόμα εκείνες οι ζέστες οι καταραμένες που σε πεθαίνουν. Είναι  ωραία εποχή πραγματικά, οι ορίζοντες παίρνουν  να θολώνουν κι ο ήλιoς  δε σ’  αφήνει να δεις μακριά, μια διάθεση σα μελαγχολία σκορπάει  στην ατμόσφαιρα, τουρίστες κυκλοφορούν παντού στην πόλη με τα καπελάκια τους, μαυροπούλια τσιμπολογούν χοροπηδώντας στα γρασίδια, σκύλοι αδέσποτοι ξαπλώνουν στην άσφαλτο κι άλλοι περνούν αμέριμνα το δρόμο. Λένε ότι ο Μάιος είναι ο πιο ωραίος μήνας , όλα πρασινίζουν και λουλουδιάζουν και γίνονται υπέροχα,  εγώ πάλι τον φοβόμουν πάντα τον Μάιο γιατί  ακολουθεί  το καλοκαίρι που όλα είναι στον αέρα, δε ξέρεις τι θα προκύψει, που θα σε βρει, πως θα τελειώσεις, πως θ’ αντέξεις. Ήταν κι εκείνο που  είχα ακούσει κάπου  ότι τα άστρα λέει προέβλεπαν  περίεργα πράγματα αυτήν την εποχή κι όχι για καλό, μπορεί να μην είναι για  σένα  μα για κάποιον δικό σου,  δεν είναι να εφησυχάζεις, από κάπου θα σε χτυπήσει...

Στη διαδρομή έμαθα ένα κάρο νέα που αγνοούσα, η ώρα περνούσε ευχάριστα, στο χωριό όπου πήγαμε όλα ήταν πολύ καθαρά, στην επαρχία οι άνθρωποι είναι πολύ πιο νοικοκυρεμένοι από μας στις βρωμερές μας πόλεις. Στο εκκλησάκι όπου γινόταν το πανηγύρι όλα ταχτοποιημένα ήτανε, τα μάρμαρα γυαλισμένα στα πατώματα, τριαντάφυλλα και γκαζόν είχαν φυτέψει στο προαύλιο, πιο δίπλα κτήματα με κερασιές φορτωμένες κι άλλα δέντρα γεμάτα καρπό, ο απογευματινός αέρας φυσούσε δροσερά κι  όλο το τοπίο ξεκούραζε το μάτι.  Όταν νύχτωσε ο ουρανός δε  σκοτείνιασε,  παρέμεινε  φωτεινός όπως γίνεται το καλοκαίρι γύρω στο σούρουπο, κείνη την ώρα που υποχωρεί  η ζέστη,  όλα γίνονται πιο γλυκά,  μπορείς   επιτέλους ν΄  ανασάνεις…

Είχαμε όλοι ωραία διάθεση,  τελικά ήταν πολύ καλή ιδέα εκείνο το πανηγύρι, δεν το είχαμε μετανιώσει διόλου. Και μετά μας έπιασε απότομα μια τέτοια πείνα που δεν βλέπαμε μπροστά μας , θα πρέπει να δώσαμε κακή εντύπωση στους γύρω μας αλλά δεν κρατιόμασταν! Αφού ηρεμήσαμε  κάπως ο Νάσος έπιασε να μας μιλά για την ιστορία εκείνης της περιοχής, πότε είχε κατακτηθεί από του Τούρκους,  πότε είχαν περάσει οι Σλάβοι.  Είχε ψώνιο με την ιστορία,  μιλάμε ένα φοβερό πράγμα, ήξερε τα πάντα  ειδικά σε ότι αφορούσε  το μεσαίωνα, θυμόταν όλους τους βασιλιάδες, τους  βυζαντινούς ηγεμόνες και τους τοπικούς αξιωματούχους, άμα άρχιζε να μιλάει γι’  αυτά δε σταματούσε, μπορούσε να σου  αραδιάσει εκεί επί τόπου όλες τις δυναστείες κι όλες τις λεπτομέρειες , ποιος ήταν ωραίος, ποιος ήταν άσχημος, ποιος παντρεύτηκε ποια, βιβλία ολόκληρα είχε στο μυαλό του μιλάμε!

Κανονικά έπρεπε να είχε γίνει ιστορικός αλλά  για κάποιο λόγο  ακολούθησε τη ζωγραφική, όμως πάντα είχε τρέλα με τα ιστορικά, τελικά όμως είχε πάει να σπουδάσει στη Γαλλία μαζί με τη γυναίκα του,  αυτή  που  είχε πάρει παραμάζωμα τον Χ και μας είχε απαλλάξει από τις βλακείες του.  Η γυναίκα του ήταν μια ξανθιά,  όχι πολύ ψηλή αλλά μ’ ένα ταμπεραμέντο απίστευτο,  εκρηκτικό κι  άκου τώρα  να δεις πως την είχε γνωρίσει.  Ένα βράδυ που ήμασταν σε μια ταβέρνα κι είχαμε πιει λίγο καθόμασταν παράμερα σ’  ένα παγκάκι σκοτεινό, κάτω από κάτι δέντρα και μιλούσαμε. Εγώ είχα πάει μέχρι το περίπτερο να πάρω κάτι κι όταν γύρισα ο Νάσος  μου είπε ‘’Δε θα το πιστέψεις τι έγινε μόλις τώρα, όπως καθόμουν στα σκοτεινά ήρθε μια γυναίκα και με φίλησε,  φίλε ήταν υπέροχο,  ήταν τόσο απαλή,  τόσο γλυκιά,  τόσο  δροσερή, η ανάσα της μοσχοβολούσε. Με τύλιξε με τα μπράτσα της, χάιδεψε το λαιμό μου,  κι ύστερα έφυγε απότομα σα να την κυνηγούσαν, δε πρόλαβα να δω παρά  μόνο τη σιλουέτα της όπως έφευγε,  δε μπορώ να καταλάβω, πρέπει να με πέρασε για κάποιον άλλον,  νομίζω ότι τρόμαξε και λίγο’’’

Όλο το βράδυ  είχε χαλάσει τον κόσμο για να τη βρει, καθώς δεν την είχε δει καθαρά σχημάτιζε με το μυαλό του ότι ήθελε,  ότι του άρεσε  ρωτούσε παντού,  κοίταζε όλες τις κοπέλες στην ταβέρνα μήπως του θυμίσουν κάτι,  δεν ήταν  σίγουρος,  κι όταν νόμιζε ότι την είχε ανακαλύψει  δεν του άρεσε ‘’Δεν μπορεί να ήταν  αυτή!’’ έλεγε ‘’Είναι πολύ χάλια ρε φίλε !’’ Μέρες μου είχε φάει τ’ αυτιά να μου μιλά για κείνη, είχε σκάσει, ρωτούσε τους γνωστούς έναν προς έναν, εκείνη η κοπέλα η άγνωστη του είχε γίνει έμμονη ιδέα.  Στο τέλος είχε απελπιστεί, είχε κουραστεί, δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο και μια μέρα καλοκαιρινή που ο τόπος έβραζε , όπως διέσχιζε την άσφαλτο ένα μηχανάκι πέφτει απάνω του και τον ρίχνει κάτω , καθώς είναι ξαπλωμένος στο δρόμο ακούει μια φωνή ‘’Είστε καλά, συγνώμη δεν πρόσεχα!’’ ανασηκώνεται νιώθει ότι πονά κάπου στο πόδι , γυρνά,  βλέπει μια φιγούρα γυναικεία από πάνω  του να σκύβει και θυμάται ότι  το σκουλαρίκι που φορά, ένα κόκκινο ποτηστηράκι με πράσινο λαιμό, αυτό το σκουλαρίκι φορούσε εκείνη η γυναίκα που  τον φίλησε στην ταβέρνα.

Του φάνηκε ότι αυτό όλο ήταν γραφτό, δε γίνονται τυχαία  αυτά τα πράγματα, κάποια δύναμη ανώτερη πρέπει να τα είχε φτιάξει έτσι ώστε να συναντιώνται κάθε φορά με τον πιο απροσδόκητο τρόπο κι όταν όλα είναι κανονισμένα από κάπου εσύ δε μπορείς να κάνεις τίποτα ακολουθείς μόνο. Από τότε άρχισε να την κυνηγά παντού,  αυτήν ήταν από κείνες τις γυναίκες τις σκληρές που δε νοιάζονται καθόλου για τούς άντρες κι αυτό τους προκαλεί περισσότερο, εμένα δε μου άρεσε,  δε μπορούσα να καταλάβω τι της έβρισκε,  ίσως ήταν καλή στο κρεβάτι. Ο Νάσος από κείνη τη μέρα έχασε πια το μυαλό του, τον είχαμε χάσει, την ακολουθούσε παντού κι όταν αυτή είχε αποφασίσει να πάει στη Γαλλία πήγε μαζί της μολονότι δε ήθελε  με τίποτα να φεύγει στο εξωτερικό.

Το πιο δύσκολο ήταν στην αρχή όταν  του ζητούσε να της στείλει κάτι βιβλία για τις σπουδές της γιατί δε  μπορούσε λέει  να  τα βρει εκεί πέρα.  Μερικές φορές έπρεπε  να περιμένει ώρες ολόκληρες στα ξένα αεροδρόμια για ν’  αλλάξει αεροπλάνο, δεν ήξερε ποιον  να ρωτήσει,  όλα του φαίνονταν παράξενα,  αλλόκοτα,  οι άνθρωποι, οι ομιλίες, ο καιρός, τα κτήρια, ένα πιάνο που είχαν βάλει στη μέση του πουθενά σε μαι αίθουσα αναμονής,  του είχε φανεί το πιο παράξενο. Καθόταν εκεί  χαζεύοντας το πιάνο που στέκονταν βουβό,  για να περάσει η ώρα άνοιγε τα βιβλία της γυναίκας που σπούδαζε φυσική ή κάτι τέτοιο,  προσπαθούσε να καταλάβει τι λέγανε οι λέξεις των βιβλίων που  χόρευαν μπροστά στα μάτια του,  δεν μπορούσε να εννοήσει  εκείνους  τους όρους τους επιστημονικούς που λέγανε για αποσύνθεση των πυρήνων, για τα θραύσματα σχάσης, τις ενέργειες των νετρονίων,  τα εναλλασσόμενα μπλοκ ουρανίου, την κρισιμότητα του αντιδραστήρα.  Όλα έμοιαζαν τεράστια, κρύα, περίεργα,  ήταν σα να πήγαινε ταξίδι στον άλλο κόσμο, φοβόταν,  ήθελε να γυρίσει πίσω όπως ήτανε, να τα παρατήσει όλα και να φύγει από κει, τελικά το συνήθισε….

ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο,  από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός,  ξεχώριζε,  τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...