Κάποιοι λένε ότι θα πέσει πείνα και συγκεντρώνουν τρόφιμα όπως έκαναν κάτι γέροι στο χωριό μου που μάζευαν σακιά με αλεύρι και τενεκέδες με λάδι κι άλλα φαγώσιμα σ' ένα κελάρι μυστικό , υπόγειο. Στην Τσιμισκή κάτι τύποι με κοστούμια φωνάζουν και βρίζουν μιλώντας στα κινητά, στα γραφεία άνθρωποι καταρέουν πάνω στα χαρτιά τους εξαντλημένοι κι ένα μαγαζί πέτρινο, καταραμένο κάπου κοντά στη Δωδεκανήσσου δε λέει να σταυρώσει ενοικιαστή. Γυναίκες οδηγούν αμάξια μεγάλα σαν άρματα, είναι μακιγιαρισμένες άψογα και φορούν γυαλιά μαύρα όπου μπορείς να τσακίσεις το βλέμα σου αν τυχει και τις κοιτάξεις. Στις εισόδους των τραπεζών κάτι κλουβιά που φοβάμαι ότι δεν θα ανοίξουν και θα με κρατήσουν στα σαγόνια τους κάποια στιγμή, στα ταμεία τα χαρτονομίσματα στοίβες και μια γυναίκα χτυπά με δύναμη τα ρέστα πάνω στον πάγκο. Σ' ένα αστυνομικό τμήμα κάποιοι ψάχνουν ένα πορτοφόλι κλεμένο. Διάδρομοι στρωμένοι με μωσαικό , τοίχοι βρώμικοι, κάποιος που θέλω να αποφύγω οπωσδήποτε και κάπου στη γωνία πρέπει να βρίσκονται τα όπλα όπως στο στρατό. Στο δρόμο μια ξανθιά μ' ένα σακίδιο - μακριά απ' αυτήν-τύποι χοντροί τρέχουν να μαζέψουν τα διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητλα τους, κάποιοι άλλοι τους βρίζουν , ένας ζητιάνος τυλιγμένος μ' ένα σεντόνι στέκεται κάπου στην Ερμού και μια γριά έχει ένα πρόσωπο τόσο χαραγμένο σα να πρόκειται να τεμαχιστεί. Μέσα στα αστικά κάποιος φοβάται να καθήσει μπροστά σ' ένα γυάλινο χώρισμα από τότε που έσπασε σε ένα άλλο αστικό και τα κρυσταλλάκια σκόρπισαν πάνω του με δύναμη. Ο φωτεινός πίνακας τάχει παίξει και δείχνει αριθμούς και σύμβολα σαν ιερογλυφικά ακατανόητα. Τα αμορτισέρ έχουν γίνει σμπαράλια και μας τραντάζουν σε κάθε λακούβα. Τα βράδια γήπεδα μπάσκετ φωτισμένα κι έρημα, σκοτεινοί διάδρομοι στο Ιπποκράτειο,περιπτεράδες ξενυχτισμένοι κρατούν από τα ρέστα σου για την ταλαιπωρία που τραβούν όλη νυχτα, ένα πρεζόνι περνά σα χαμένο ανάμεσα στα αυτοκίνητα κοιτάζοντας ψηλά προς μια εκκλησία και κάνοντας το σταυρό του. Βενζίνη έχει πέσει στα πάτωμα του αστικού σαν κάποιος να θέλει να μας κάψει, τα παράθυρα ανοίγουν γιατί η μυρωδιά είναι ανυπόφορη και μπορείς να δεις το φεγγάρι από το οποίο έχει απομείνει μια κυρτή άσπρη γραμή. Στα κομωτήρια γυναίκες με αλουμινόχαρτα στο κεφάλι σα να πρόκειται να μπουν στο φούρνο και σ ένα άλλο μέρος ένα κορίτσι που φορά ένα γιλέκο πράσινο, μαλακό, βελούδινο με κοιτά με κάτι μάτια σα χάντρες γαλάζιες. Ένα τηλέφωνο χτυπά κι έχει για σήμα ένα τραγούδι παλιό'' η αγάπη αυτή με πεθαίνει ''. Όντως.
Τρίτη 6 Μαρτίου 2012
Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012
ΜΕΓΑ ΚΟΡΑΛΙΟΓΕΝΕΣ ΦΡΑΓΜΑ
Έχω μια μανία να κοιτώ πάντα μπροστά και να κάνω σχέδια. Άμα τύχει κι ερωτευτώ καμιά κοπέλλα- πλατωνικά κατα κανόνα- κάνω σχέδια και προγράματα για το πως θα είμαστε μαζί και πως θα ταξιδεύουμε σε θάλασσες κι ακτές και δρόμους ατέλειωτους. Θέλω να είμαι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά και να ζω από πρίν ότι μπερέσω, ότι προλάβω. Τα χριστούγεννα τα ζω από το Νοέμβριο, το Πάσχα κανένα μήνα πιο μπροστά και το Καλοκαίρι από τον Μάιο ή κι από τον Μάρτιο. Έτσι τώρα σκέφτομαι το Καλοκαίρι σ' ένα λιβάδι ξεχασμένο στους πρόποδες κάποιου βουνού, με τα καρπούζια μέσα στο τρεχούμενο νερό για να μείνουν δροσερά, εκεί όπου κάποιοι βόσκουν άλογα κι αγελάδες που για να ξεδιψάσουν χώνουν τα ρουθούνια τους στις γούρνες κάνοντας μπουρμπουλήθρες. Το καλοκαίρι με τη μυρουδιά του κομένου χόρτου στα θερισμένα τριφύλλια, και τα φαράγγια από όπου βλέπεις τα κοπάδια από ψηλά να χάνονται μες τη σκόνη καθώς ο ήλιος ανατέλει πίσω σου σα φλεγόμενος δίσκος
Το καλοκαίρι που κάποιες πέφτουν από τα πλοία όπως κατεβαίνουν τις σκάλες κι ενα σκοινί μπερδεύεται στο πόδι τους για να βυθιστούν στο διάφανο νερό κοιτάζοντας μια τσίχλα που μασούσαν να κυλά αργά προς το βυθό.
. Το καλοκαίρι με τα ανοιχτά μπαλκόνια από όπου πέφτουν νερά τη νύχτα στις γάτες που κλαίνε, τότε που οι λαχειοπώλες γυρίζουν σα στοιχειά στα στενά, τα γυφτάκια κοιμούνται στο τσιμέντο έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό, κάτι τύποι με μεγάλα μαχαίρια για να σκίζουν τα αλουμινένια κουτάκια ψάχνουν τους κάδους,τότε που κάποιοι άλλο τύποι καθισμένοι σ' έναν πάγκο πίνοντας κρύα μπύρα σου λένε ιστορίες για τον Κολτρέιν που έκανε πρόβες μοναχός του όλη νύχτα σκαρφαλωμένος πανω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Το καλοκαίρι που τα παιδιά διαβάζουν στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας με τη θάλασσα και τα Πιέρια απέναντι κι όταν σημάνει η τρομπέτα από το τρίτο σώμα για την υποστολή της σημαίας, το βραδάκι ένα απ' αυτά σηκώνεται όρθιο και χαιρετά όπως στο στρατό και τ' άλλα παιδιά γελούν. Τότε που διαβάζεις για τα μυαλά αυτών που βγήκαν από το Χάρβαρντ, σαν τον Μακναμάρα που λενε πως το ο εγκέφαλος του δούλευε σα μηχανάκι κι άμα είχε υσηχία μπορούσες ν' ακούσεις τα γρανάζια να δουλεύουν ασταμάτητα. Τα μυαλά αυτών των σοφών που σκέφτηκαν και διέταξαν βομβαρδισμούς με φλογοβόλες βόμβες στις ζούγκλες της Ινδονησίας κι αλλοτε δοκίμαζαν πυρηνικά στον Ειρηνικό στα μέρη εκείνα από όπου πέρασαν κάποτε θαλασσοπόροι τολμηροί για να κολήσουν στο μέγα κοραλιογενές φράγμα έξω από τα νερά της Αυστραλιανής Ηπείρου για την οποία μπορείς να διαβάσεις τραγούδια των Αβορίγινων που περιγράφουν ψάρια και νερά κι άλλα στοιχεία της φύσης. Μπορείς εκει πέρα να διαβάσει το Έπος του Γκίλγκαμες με τον άνθρωπο που είχε τα πόδια στην ποτίστρα για να δροσίζεται. Αυτόν που ανέλαβε να μυήσει στα μυστικά της ζωής μια γυναίκα - πάντα έτσι γίνεται-κι έπειτα παλεψε με το μαύρο τέρας μέσα στο δάσος με τους ψηλούς κέδρους την εποχή προτού τον κατακλυσμό. Μπορείς να διαβάσεις για χρονιές δίχως καλοκαίρι εξαιτίας μιας έκρηξης εξωπραγματικής σ'ένα ηφαίστειο , για εποχές που πάγωναν τα ποτάμια στη Βόρεια Ευρώπη και για τα ταξίδια των Βάσκων ψαράδων τα καλοκαίρια σαν έψαχναν τα κοπάδια των μπακαλιάρων στον Ατλαντικό.
Κι άμα θέλεις μπορείς να κοιτάξεις και τα τραγούδια των Ινδιάνων με τα απειλητικά νανουρίσματα όπου ο γέρο Τσάμπιο τρομάζει τα παιδιά που δεν υσηχάζουν ή τα άλλα, τα πολεμικά με τους πολεμιστές που πεθαίνουν στα χωράφια τα καυτά καλοκαίρια τραγουδώντας
'' Δέ μου μένει καιρός πια να ζήσω. Μάνα μπορείς να με κλάψεις''.
Το καλοκαίρι που κάποιες πέφτουν από τα πλοία όπως κατεβαίνουν τις σκάλες κι ενα σκοινί μπερδεύεται στο πόδι τους για να βυθιστούν στο διάφανο νερό κοιτάζοντας μια τσίχλα που μασούσαν να κυλά αργά προς το βυθό.
. Το καλοκαίρι με τα ανοιχτά μπαλκόνια από όπου πέφτουν νερά τη νύχτα στις γάτες που κλαίνε, τότε που οι λαχειοπώλες γυρίζουν σα στοιχειά στα στενά, τα γυφτάκια κοιμούνται στο τσιμέντο έξω από τον σιδηροδρομικό σταθμό, κάτι τύποι με μεγάλα μαχαίρια για να σκίζουν τα αλουμινένια κουτάκια ψάχνουν τους κάδους,τότε που κάποιοι άλλο τύποι καθισμένοι σ' έναν πάγκο πίνοντας κρύα μπύρα σου λένε ιστορίες για τον Κολτρέιν που έκανε πρόβες μοναχός του όλη νύχτα σκαρφαλωμένος πανω στη γέφυρα του Μπρούκλιν.
Το καλοκαίρι που τα παιδιά διαβάζουν στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας με τη θάλασσα και τα Πιέρια απέναντι κι όταν σημάνει η τρομπέτα από το τρίτο σώμα για την υποστολή της σημαίας, το βραδάκι ένα απ' αυτά σηκώνεται όρθιο και χαιρετά όπως στο στρατό και τ' άλλα παιδιά γελούν. Τότε που διαβάζεις για τα μυαλά αυτών που βγήκαν από το Χάρβαρντ, σαν τον Μακναμάρα που λενε πως το ο εγκέφαλος του δούλευε σα μηχανάκι κι άμα είχε υσηχία μπορούσες ν' ακούσεις τα γρανάζια να δουλεύουν ασταμάτητα. Τα μυαλά αυτών των σοφών που σκέφτηκαν και διέταξαν βομβαρδισμούς με φλογοβόλες βόμβες στις ζούγκλες της Ινδονησίας κι αλλοτε δοκίμαζαν πυρηνικά στον Ειρηνικό στα μέρη εκείνα από όπου πέρασαν κάποτε θαλασσοπόροι τολμηροί για να κολήσουν στο μέγα κοραλιογενές φράγμα έξω από τα νερά της Αυστραλιανής Ηπείρου για την οποία μπορείς να διαβάσεις τραγούδια των Αβορίγινων που περιγράφουν ψάρια και νερά κι άλλα στοιχεία της φύσης. Μπορείς εκει πέρα να διαβάσει το Έπος του Γκίλγκαμες με τον άνθρωπο που είχε τα πόδια στην ποτίστρα για να δροσίζεται. Αυτόν που ανέλαβε να μυήσει στα μυστικά της ζωής μια γυναίκα - πάντα έτσι γίνεται-κι έπειτα παλεψε με το μαύρο τέρας μέσα στο δάσος με τους ψηλούς κέδρους την εποχή προτού τον κατακλυσμό. Μπορείς να διαβάσεις για χρονιές δίχως καλοκαίρι εξαιτίας μιας έκρηξης εξωπραγματικής σ'ένα ηφαίστειο , για εποχές που πάγωναν τα ποτάμια στη Βόρεια Ευρώπη και για τα ταξίδια των Βάσκων ψαράδων τα καλοκαίρια σαν έψαχναν τα κοπάδια των μπακαλιάρων στον Ατλαντικό.
Κι άμα θέλεις μπορείς να κοιτάξεις και τα τραγούδια των Ινδιάνων με τα απειλητικά νανουρίσματα όπου ο γέρο Τσάμπιο τρομάζει τα παιδιά που δεν υσηχάζουν ή τα άλλα, τα πολεμικά με τους πολεμιστές που πεθαίνουν στα χωράφια τα καυτά καλοκαίρια τραγουδώντας
'' Δέ μου μένει καιρός πια να ζήσω. Μάνα μπορείς να με κλάψεις''.
KOYKΛΑΡΕΣ
Με ζάλισεη φίλη μου εκεί πέρα. Η ανηψιά της στη Γερμανία είναι λέει δεκαεπτά χρόνων, είναι πανέμορφη κι έρχεται τα Καλοκαίρια να συναντήσει το αγόρι της κι η κόρη της φίλης της είναι ένας άγγελος και αριστούχος στο πανεπιστήμιο και κάτι άλλες γνωστές της που ζουν στην Αγγλία δεν παίζονται λες και σ'εκείνον τον τόπο οι κουκλάρες φυτρώνουν από το χώμα. Έτσι απόφάσισα να πάω να δω τι γίνεται κατά κει .
Στα ΚΤΕΛ σ'εκείνη την κατασκευή με τα πλεγμένα σίδερα ο ήλιος εμπαινε από τα παράθυρα ψηλά και παντού διαχέονταν χρώματα κόκκινα και πορτοκαλιά. Τρεις αστυνομικοί με στολές μαύρες κοίταζαν τα χαρτιά μερικών ναρκομανων που κινούνταν σαν υπνωτισμένοι και κάτι Κινέζοι έπιναν καφέ καθισμένοι σε καρέκλες σιδερένιες. Πάνω στο λεωφορείο ο ήλιος χρύσιζε τα μαλιά μιας ξανθής κοπέλλας και γω άκουγα στο καινούριο mp3 μου κάτι ανάσες κοφτές να τραγουδούν ''I can't stop thinking of you..''. To SONY φαίνονταν ναδουλεύει καλά. Στη θάλασσα κάτι κηλίδες σκοτεινές διάσπαρτες παντού κι ένα ατέλειωτο τούνελ στο Σύμβολο σε οδηγεί θαρείς στον κάτω κόσμο αλλά στην έξοδό του φαίνεται η Θάσσος κι έχεις την εντύπωση από κει ψηλά, από τον Άγιο Ανδρέα ότι το όχημα μπορεί να πετάξει μέχρι τη Θάσσο απέναντι. Ο ήσκιος του λεωφορείου σαν πολιορκητικός κριός ανοίγει δρόμο πάνω στην άσφαλτο,κάτι μισογκρεμισμένα αρχαία παρατηρητήρια αχνοφαίνονται μακριά καθώς τα φώτα ανάβουν στην Εθνική οδό στις εξήμιση και κάποιοι κλαδεύουν ελιές κι αμπέλια. Στο εργοστάσιο με τα φωσφωρικά της Καρβάλης φωτισμένες μεταλικές σκαλωσιές εκεί από όπου βγαίνουν τα χημικά για να γεμίσουν τη γη και τις πηγές και τα ποτάμια και τις θάλασσες.
Όταν πάω στην επαρχία νιώθω σα να είμαι σ' άλλον πλανήτη. Όλα κινούνται αργά, στου τοπικούς σταθμούς ακούς Καζαντζίδη ''μου έκανες πάλι ζημιά και γω την πέρασα στο ντούκου'' κορίτσια βαμένα ανεβαίνουν στο λεωφορείο για το νυφοπάζαρο του Σαββάτου στα νυχτερινά μαγαζιά με τακούνια θεόρατα, κάτι φορέματα με την πλάτη ανοιχτή κι ο οδηγός με ρωτά αν κάνω το επόμενο νυχερινό δρομολόγιο.
Εκει όπου κοιμήθηκα ένα σπιτάκι εγκαταλειμένο απέναντί μου από το παράθυρο του οποίου ένας ανάπηρος κάποτε είδε ένα μωρό να πέφτει σε μια γούρνα, φώναξε ένα κορίτσι που άπλωνε ρούχα στην αυλή κι αυτό με κρύο μυαλό το έβγαλε , το απόθεσε στο χώμα για να αδειάσει το νερό από μέσα του κι ύστερα το άφησε κάτω για να φέρει κάτι και να το καθαρίσει . Έναςτύπος που περνούσε με το ποδήλατο είδε τη σκηνή, θάυμασε τηνψυχραιμία του κοριτσιού κι αναπαράστησε τη σκηνή στους γείτονες.
Τα κοκόρια λαλούν στις τρεισίμιση κι ύστερα στις έξι και τέταρτο για να μας ξυπνήσουν και να πάμε μ΄ ένα παιδί ανάπηρο στην εκκλησία. Κάθομαι στο πίσω κάθισμα δίπλα στις ρόδες από το καροτσάκι του και κοιτώ στον καθρέφτη τα άσπρα δόντια του όπως χαμογελά. Ένας παππάς βγαλμένος από τους πίνακες του Ρουμπλιώφ μας λέει για τον Λουκά που δεν μπορούσε να κοιτάξει την Παναγία κατα πρόσωπο κι αυτή στάθηκε δίπλα στη λίμνη για να τη ζωγραφίσει από τον καθρέφτη του νερού. Ο Σταύρος από τον Ίασμο μου 'δειξε πως περνάμε από την ύφεση του κε στη δίεση του ζω για να βγούμε σε άλλους τρόπους και ήχους και μέλη αρχαία ατέλειωτα όπου δεν πρέπει να χάνεις ποτέ το ρυθμό.
Για τις κουκλάρες που έχει κατα κει θα πω άλλη φορά, πάντως γνώρισα ανθρώπους εξαιρετικούς και τον Θοδωρή που βουτούσε έξω από το Αγίασμα για να ψαρέψει με ψαροντούφεκο. Μου είπε για έναν άλλο δύτη που έπαθε ανακοπή γιατί έπαιρνε αντιφλεγμονώδη. Ο Θοδωρής τον φορτώθηκε και τον έβγαλε με κίνδυνο της ζωής του κι ύστερα τού κανε τεχνητή αναπνοή για μισή ώρα αλλα ο άλλος είχε φύγει πια.Ο Θοδωρής μου είπε ότι είχε προαισθανθεί κάτι κακό γιατί όπως ο ήλιος χτυπούσε λοξά τη θάλασσα του φάνηκε κάτι να σαλεύει αδιόρατα κάτω απ'ο τα σκοτεινά νερά σα να παραμόνευε ο θάνατος εκεί κάτω και δεν βούτηξε. Από τότε λέει,ξέρει πως είναι να πεθαίνεις.
Στα ΚΤΕΛ σ'εκείνη την κατασκευή με τα πλεγμένα σίδερα ο ήλιος εμπαινε από τα παράθυρα ψηλά και παντού διαχέονταν χρώματα κόκκινα και πορτοκαλιά. Τρεις αστυνομικοί με στολές μαύρες κοίταζαν τα χαρτιά μερικών ναρκομανων που κινούνταν σαν υπνωτισμένοι και κάτι Κινέζοι έπιναν καφέ καθισμένοι σε καρέκλες σιδερένιες. Πάνω στο λεωφορείο ο ήλιος χρύσιζε τα μαλιά μιας ξανθής κοπέλλας και γω άκουγα στο καινούριο mp3 μου κάτι ανάσες κοφτές να τραγουδούν ''I can't stop thinking of you..''. To SONY φαίνονταν ναδουλεύει καλά. Στη θάλασσα κάτι κηλίδες σκοτεινές διάσπαρτες παντού κι ένα ατέλειωτο τούνελ στο Σύμβολο σε οδηγεί θαρείς στον κάτω κόσμο αλλά στην έξοδό του φαίνεται η Θάσσος κι έχεις την εντύπωση από κει ψηλά, από τον Άγιο Ανδρέα ότι το όχημα μπορεί να πετάξει μέχρι τη Θάσσο απέναντι. Ο ήσκιος του λεωφορείου σαν πολιορκητικός κριός ανοίγει δρόμο πάνω στην άσφαλτο,κάτι μισογκρεμισμένα αρχαία παρατηρητήρια αχνοφαίνονται μακριά καθώς τα φώτα ανάβουν στην Εθνική οδό στις εξήμιση και κάποιοι κλαδεύουν ελιές κι αμπέλια. Στο εργοστάσιο με τα φωσφωρικά της Καρβάλης φωτισμένες μεταλικές σκαλωσιές εκεί από όπου βγαίνουν τα χημικά για να γεμίσουν τη γη και τις πηγές και τα ποτάμια και τις θάλασσες.
Όταν πάω στην επαρχία νιώθω σα να είμαι σ' άλλον πλανήτη. Όλα κινούνται αργά, στου τοπικούς σταθμούς ακούς Καζαντζίδη ''μου έκανες πάλι ζημιά και γω την πέρασα στο ντούκου'' κορίτσια βαμένα ανεβαίνουν στο λεωφορείο για το νυφοπάζαρο του Σαββάτου στα νυχτερινά μαγαζιά με τακούνια θεόρατα, κάτι φορέματα με την πλάτη ανοιχτή κι ο οδηγός με ρωτά αν κάνω το επόμενο νυχερινό δρομολόγιο.
Εκει όπου κοιμήθηκα ένα σπιτάκι εγκαταλειμένο απέναντί μου από το παράθυρο του οποίου ένας ανάπηρος κάποτε είδε ένα μωρό να πέφτει σε μια γούρνα, φώναξε ένα κορίτσι που άπλωνε ρούχα στην αυλή κι αυτό με κρύο μυαλό το έβγαλε , το απόθεσε στο χώμα για να αδειάσει το νερό από μέσα του κι ύστερα το άφησε κάτω για να φέρει κάτι και να το καθαρίσει . Έναςτύπος που περνούσε με το ποδήλατο είδε τη σκηνή, θάυμασε τηνψυχραιμία του κοριτσιού κι αναπαράστησε τη σκηνή στους γείτονες.
Τα κοκόρια λαλούν στις τρεισίμιση κι ύστερα στις έξι και τέταρτο για να μας ξυπνήσουν και να πάμε μ΄ ένα παιδί ανάπηρο στην εκκλησία. Κάθομαι στο πίσω κάθισμα δίπλα στις ρόδες από το καροτσάκι του και κοιτώ στον καθρέφτη τα άσπρα δόντια του όπως χαμογελά. Ένας παππάς βγαλμένος από τους πίνακες του Ρουμπλιώφ μας λέει για τον Λουκά που δεν μπορούσε να κοιτάξει την Παναγία κατα πρόσωπο κι αυτή στάθηκε δίπλα στη λίμνη για να τη ζωγραφίσει από τον καθρέφτη του νερού. Ο Σταύρος από τον Ίασμο μου 'δειξε πως περνάμε από την ύφεση του κε στη δίεση του ζω για να βγούμε σε άλλους τρόπους και ήχους και μέλη αρχαία ατέλειωτα όπου δεν πρέπει να χάνεις ποτέ το ρυθμό.
Για τις κουκλάρες που έχει κατα κει θα πω άλλη φορά, πάντως γνώρισα ανθρώπους εξαιρετικούς και τον Θοδωρή που βουτούσε έξω από το Αγίασμα για να ψαρέψει με ψαροντούφεκο. Μου είπε για έναν άλλο δύτη που έπαθε ανακοπή γιατί έπαιρνε αντιφλεγμονώδη. Ο Θοδωρής τον φορτώθηκε και τον έβγαλε με κίνδυνο της ζωής του κι ύστερα τού κανε τεχνητή αναπνοή για μισή ώρα αλλα ο άλλος είχε φύγει πια.Ο Θοδωρής μου είπε ότι είχε προαισθανθεί κάτι κακό γιατί όπως ο ήλιος χτυπούσε λοξά τη θάλασσα του φάνηκε κάτι να σαλεύει αδιόρατα κάτω απ'ο τα σκοτεινά νερά σα να παραμόνευε ο θάνατος εκεί κάτω και δεν βούτηξε. Από τότε λέει,ξέρει πως είναι να πεθαίνεις.
Σάββατο 3 Μαρτίου 2012
ΣΑΛΤΟ ΜΟΡΤΑΛΕ
Στο ίντερνετ καφέ όπου πάω έχει κάτι τύπους περίεργους. Ένας κάθεται και μιλά στο φέισμπουκ με μια γυναίκα ξανθιά που είναι κάπου στο Βέλγιο. Του λέω να μη φωνάζει κι αυτός μου λέει '' Αδερφέ υπάρχει αίσθημα άμα θες άλλαξε θέση΄΄. Η ανάσα του μυρίζει αλκοόλ. Χαμογελώ και σκέφτομαι '' αυτός είναι δκός μας''. Σε μια γωνιά σκοτεινή, στο πίσω μέρος κάτι παιδιά καπνίζουν. Ένας τύπος με πολλά δαχτυλίδια στα χέρια σα σιδερογροθιά, μου δείχνει πως να κατεβάσω ένα κομάτι. Ένα άλλο κορίτσι ξενυχτισμένο που η ανάσα του μυρίζει καφέ και με στρεσάρει μου λέει κάτι για τα σίξτις αλλά δεν ξέρει και πολλά. Μια άλλη γυναίκα ψάχνει κάτι αγγελίες και μου λέει για τα τρία της κοριτσάκια . Συγκρατώ το όνομά της γιατί είναι αυτό της αδερφής μου.
Ότι δεν προλαβαίνω να τελειώσω στο καφέ το συνεχίζω στα σπίτια των μαθητών μου. Στον υπολογιστή της Θεανώς μια φωτογραφία της ανάμεσα σε μαξιλάρια άσπρα , η προσωποποίηση της αθωότητας μ' εκλεινο το παιδικό βλέμμα, αν κι εγώ ξέρω ότι δεν είναι τόσο αθώα. Έχει και μια άλλη φωτογραφία τραβηγμένη στον καθρέφτη της ντουλάπας της καθισμένη στο πάτωμα ανάμεσα σε κόκκινα θολά χρώματα- πως το κάνει αυτό το πράγμα; O Γιάννης μου δείχνει το καινούριο κινητό αφής και συναγωνιζόμαστε στο τρέξιμο έξω από το σπίτι του. Με περνά για λίγο στο τέλος αλλά ο φίλος κάνει προπόνηση κάθε μέρα με την ομάδα του ενώ εγώ εξασκούμαι κυνηγωντας τα αστικά. Ένας σκύλος σα δαίμονας έξω από το σπίτι του με γαυγίζει και ταυτόχρονα γλείφεται σαν του πετώ κανένα κομάτι τοστ. Κοτσύφια με κίτρινα ράμφη κουνούν τις ουρές τους νευρικά ανάμεσα στα δέντρα εκεί πάνω και στις κατηφόρες του Φιλύρου κάτι σκύλοι αδέσποτοι έλιωσαν από το κρύο όλο το Χειμώνα. Κρύσταλλα κρέμονται από βράχους και κάτι παιδιά από το παιδικό χωριό κρέμονται από τον οδηγό που γελά ενώ η άσφαλτος γυαλίζει. Στο σπίτι της Χριστίνας αυτή μου λέει για το καλοκαίρι που θα χορτάσει κολύμπι ήλιο και θάλασσα με την καινούρια βάρκα που πήρε ο πατέρας της κι ακόμα ότι θα παίζει όλη μέρα ρακέτες στην αμμουδιά.
Ο Παναγιώτης στα Μετέωρα θα μου πει για το χωριό του στο Κιλκίς όπου χιόνισε και ήταν υπέροχα αλλά δεν μπόρεσε να τραβήξει φωτογραφίες γιατί η μαμά του έβαλε στο πλυντήριο το κινητό μαζί με το παντελόνι του. Μου λέει όμως ότι έριξε κάμποσες τουφεκιές με το όπλο του πατέρα του την τελευταία μέρα του κυνηγιού και πέτυχε όλους τους στόχους κάτι μαύρες σακούλες. Μου δείχνει και το μελανιασμένο του μπράτσο από το σημείο που χτυπούσε το όπλο προς τα πίσω καθώς έριχνε. Μου λέει ακόμα ότι στην Ιταλία όπου πήγαν εκδρομή η πόλη και τα αρχαία είχαν μια μυρωδιά ιδιαίτερη και μάλλον κάθε χώρα θα έχει μια διακιά της μυρωδιά κι ακόμα ότι στο καράβι που διέσχιζε την Αδριατική δε σταμάτησε να παίζει ηλεκτρονικά σε κάτι φωτεινά μηχανήματα.
Στο δωμάτιο του Σήφη ακούμε παράξενα τραγούδια με βρισιές για κάτι μηχανάκια πειραγμένα Καλαματιανά που κάνουν κόντρες πάνω στις ράγιες των τρένων τη νύχτα. Ο Σήφης μου λέει ότι όταν πάει στρατό θα εμφανιστεί με βερμούδες και φραπέ και θα τους πει να πάνε να πνιγούν. Τέλος σαν πάω στη Γεωργία , εκεί κάτω στην Ιωνία πρέπει να μαι προσεχτικός γιατί δεν σηκώνει και πολλά. Μου λεει παντως για τα νυχτερινά μαγαζιά όπου πάνε φωρώντας τα δωδεκάποντα τακούνια και δεν τρώνε για να μη φαίνονται οι κοιλιές τους κι ανεβαίνουν στα τραπέζια όταν βγαίνει ο Καρράς μετά τις δύο. Μου λέει και για το σάλτο μορτάλε της τότε που γλύστρησε από μια υδατοδεξαμενή σ' ένα εγκαταλειμένο στρατόπεδο. Έβλεπε τότε στον αέρα την τσάντα της να πέφτει μαζί της και σκέφτονταν ότι έπρεπε να καλύψει το κεφάλι της. Έπεσε με τα χέρια τσακίζοντάς τα κι έκανε γκελ στο τσιμένο για να σπάσει και τη μέση της. Και δεν έκλαψε ούτε μια στιγμή, δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, σαν πήρε τηλέφωνο τη μαμά της για να τη μαζέψει κι έσπασε μονάχα όταν ο γιατρός μετά τις εγχειρίσεις της ζήτησε να κουνήσει το ποδαράκι της.
Ότι δεν προλαβαίνω να τελειώσω στο καφέ το συνεχίζω στα σπίτια των μαθητών μου. Στον υπολογιστή της Θεανώς μια φωτογραφία της ανάμεσα σε μαξιλάρια άσπρα , η προσωποποίηση της αθωότητας μ' εκλεινο το παιδικό βλέμμα, αν κι εγώ ξέρω ότι δεν είναι τόσο αθώα. Έχει και μια άλλη φωτογραφία τραβηγμένη στον καθρέφτη της ντουλάπας της καθισμένη στο πάτωμα ανάμεσα σε κόκκινα θολά χρώματα- πως το κάνει αυτό το πράγμα; O Γιάννης μου δείχνει το καινούριο κινητό αφής και συναγωνιζόμαστε στο τρέξιμο έξω από το σπίτι του. Με περνά για λίγο στο τέλος αλλά ο φίλος κάνει προπόνηση κάθε μέρα με την ομάδα του ενώ εγώ εξασκούμαι κυνηγωντας τα αστικά. Ένας σκύλος σα δαίμονας έξω από το σπίτι του με γαυγίζει και ταυτόχρονα γλείφεται σαν του πετώ κανένα κομάτι τοστ. Κοτσύφια με κίτρινα ράμφη κουνούν τις ουρές τους νευρικά ανάμεσα στα δέντρα εκεί πάνω και στις κατηφόρες του Φιλύρου κάτι σκύλοι αδέσποτοι έλιωσαν από το κρύο όλο το Χειμώνα. Κρύσταλλα κρέμονται από βράχους και κάτι παιδιά από το παιδικό χωριό κρέμονται από τον οδηγό που γελά ενώ η άσφαλτος γυαλίζει. Στο σπίτι της Χριστίνας αυτή μου λέει για το καλοκαίρι που θα χορτάσει κολύμπι ήλιο και θάλασσα με την καινούρια βάρκα που πήρε ο πατέρας της κι ακόμα ότι θα παίζει όλη μέρα ρακέτες στην αμμουδιά.
Ο Παναγιώτης στα Μετέωρα θα μου πει για το χωριό του στο Κιλκίς όπου χιόνισε και ήταν υπέροχα αλλά δεν μπόρεσε να τραβήξει φωτογραφίες γιατί η μαμά του έβαλε στο πλυντήριο το κινητό μαζί με το παντελόνι του. Μου λέει όμως ότι έριξε κάμποσες τουφεκιές με το όπλο του πατέρα του την τελευταία μέρα του κυνηγιού και πέτυχε όλους τους στόχους κάτι μαύρες σακούλες. Μου δείχνει και το μελανιασμένο του μπράτσο από το σημείο που χτυπούσε το όπλο προς τα πίσω καθώς έριχνε. Μου λέει ακόμα ότι στην Ιταλία όπου πήγαν εκδρομή η πόλη και τα αρχαία είχαν μια μυρωδιά ιδιαίτερη και μάλλον κάθε χώρα θα έχει μια διακιά της μυρωδιά κι ακόμα ότι στο καράβι που διέσχιζε την Αδριατική δε σταμάτησε να παίζει ηλεκτρονικά σε κάτι φωτεινά μηχανήματα.
Στο δωμάτιο του Σήφη ακούμε παράξενα τραγούδια με βρισιές για κάτι μηχανάκια πειραγμένα Καλαματιανά που κάνουν κόντρες πάνω στις ράγιες των τρένων τη νύχτα. Ο Σήφης μου λέει ότι όταν πάει στρατό θα εμφανιστεί με βερμούδες και φραπέ και θα τους πει να πάνε να πνιγούν. Τέλος σαν πάω στη Γεωργία , εκεί κάτω στην Ιωνία πρέπει να μαι προσεχτικός γιατί δεν σηκώνει και πολλά. Μου λεει παντως για τα νυχτερινά μαγαζιά όπου πάνε φωρώντας τα δωδεκάποντα τακούνια και δεν τρώνε για να μη φαίνονται οι κοιλιές τους κι ανεβαίνουν στα τραπέζια όταν βγαίνει ο Καρράς μετά τις δύο. Μου λέει και για το σάλτο μορτάλε της τότε που γλύστρησε από μια υδατοδεξαμενή σ' ένα εγκαταλειμένο στρατόπεδο. Έβλεπε τότε στον αέρα την τσάντα της να πέφτει μαζί της και σκέφτονταν ότι έπρεπε να καλύψει το κεφάλι της. Έπεσε με τα χέρια τσακίζοντάς τα κι έκανε γκελ στο τσιμένο για να σπάσει και τη μέση της. Και δεν έκλαψε ούτε μια στιγμή, δεν ξέρω πως γίνεται αυτό, σαν πήρε τηλέφωνο τη μαμά της για να τη μαζέψει κι έσπασε μονάχα όταν ο γιατρός μετά τις εγχειρίσεις της ζήτησε να κουνήσει το ποδαράκι της.
Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012
AΚΟΥΣΤΙΚΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ
Ώστε πάει λοιπόν η κυρία Ελένη που μού δειχνε πως να φτιάχνω μανέστρα και στραπατσάδα και φακές και μας είχε δώσει μια συνταγή για αρνί στη γάστρα με την οποία ο Νίκος είχε τρελλαθεί και μού λεγε '' μήν τη χάσεις''. Η κυρία Ελένη που έφτιαχνε τα Χριστουγεννιάτικα κρέατα με γιαούρτι για να τα αλαφρώσει και κανταίφια σαν αυτά της μάνας μου. Αυτή που καθόμουν γονατιστός - πως αλλιώς μπορείς να σταθείς απέναντι σ' έναν τέτοιον άνθρωπο- για να της εξηγήσω τη γραματική γιατί σαν ξεκινούσε τα μαθήματα ύστερα από καιρό δεν πατούσε καλά κι έπρεπε να μαι προσεχτικός και υπομονετικός. Αυτήν για την οποία έψαχνα κάτι λεκάνες πήλινες για να ζυμώνει το ψωμί μέσα τους και κάτι χάλκινα ταψιά για να ψήνει πίτες και που είχα πάει στο Δεκαβάλα για να μου φτιάξει μια κιθάρα κοματιασμένη που ήθελε να την κάνει δώρο στα γενέθλια της κόρης της. Η κυρία Ελένη με το αρχοντικό προφίλ και την μαλακή φωνή που μου λεγε να μη στεναχωριέμαι γαι μια γυναίκα γιατί ο θεός φροντιζει για όλα τα πουλιά του ουρανού κι ότι ο έρωτας με έρωτα περνάει. Κι όταν το χρειαζόμουν μου είχε πει να της τηλεφωνώ οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας, έτσι είναι οι φίλοι. Αυτή που μου είχε εμπιστευθεί κάτι κέιμενα κρυμένα σ' ένα πατάρι και κάθονταν απέναντι στον κύριο Γιώργο για να μας πει ο τελευταίος για το φροντηστήριο'' Η βάση''που είχε κάποτε κι οι μαθητές έκαναν ουρές στα σκαλοπάτια του. Ο Κύριος Γιώργος που είχε κλειστεί στο Πολυτεχνείο εδώ στη Σαλονίκη μ΄άλλα παιδιά στη δικτατορία κι άκουσε έναν τύπο με αστρα και κορώνες στον ώμο να φωνάζει ''βγείτε και δεν θα σας ακουμπήσουμε στο λόγο της στρατιωτικής μου τιμής'' κι ήταν αυτός ο αστεράτος που τον σκότωσε πρώτος στο ξύλο. Πάει η κυρία Ελένη με τον στρατιώτη του Τσαρούχη στον τοίχο αυτή που τρελαίνονταν για τις θυγατέρες της κι όταν ήταν χάλια έβαζε τα ακουστικά αυτοκτονίας , όπως έλεγε κάτι θανατηφόρα τραγούδια της Βιτάλη. Κι αυτό που μου τη δίνει πιο πολύ απ' όλα είναι ότι ένας ένας φεύγουν από κοντά μου ανθρωποι άξιοι κι αγαπημένοι παίρνοντας ένα κομάτι από πανω μου για πάντα την ίδια στιγμή που κάτι ραμολιμέντα στέκονται γαντζωμένα με μανία στη μίζερη ζωή τους . Δεν είναι δίκαιο.
Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012
ΓΚΝΤΑΝΣΚ
Βαρέθηκα το Χειμώνα κι ακόμα έχει κρύο γιατί ο Μάρτης όπως λένε κι οι παλιοί μπορεί να βγάλει βροχές παγωνιές και χιόνια και να μαρμαρώσει γριές και γέρους τσομπάνηδες με τα κοπάδια τους που τα βλέπεις να χάσκουν έξω από χωριά ανάμεσα σε βράχια και πουρνάρια. Χάλασε και το Μp3 κι ακόμα ένα μηχανηματάκι όπου έγραψα ένα σωρό κομάτια, πεταμένο στο συρτάρι. Πάει κι ο Τonwεs Van Zandt με το '' sometimes I don' t know where this dirty road is taking me. . .'', πάει κι ο J. J. Cale με το '' ... that lonesome old highway seems to be our way no doubt..''.
Στην τηλεόραση μαμάδες κλαίνε για τα παιδιά τους που μαγειρεύουν και γέροι δακρύζουν ακούγοντας τραγούδια από τα μέρη τους όπου απόμειναν μονάχα τοίχοι κι αγριόχορτα. Στα έργα του μετρό δουλεύουν τη νύχτα πίσω από παραπετάσματα σιδερένια και βλέπεις κράνη μόνο και στολές φωσφορίζουσες σαν κάποιοι να περιεργάζονται ένα UFO που έπεσε στην πόλη σα μετεωρίτης τη νύχτα και το είδε ένα παιδί μονάχα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί νόμιζε ότι κάτι θα βγει από τη ντουλάπα του.
Άντε νάρθει η Άνοιξη για να πλυμμηρίσουν τα πάρκα από μαυροπόυλια με καφετιά στιγματα κι η Μεγάλη Παρασκευή με τους Γάλλους τουρίστες να σε ρωτούν στον Άγιο Δημμήτριο για τα μάρμαρα , τα λείψανα και τις αγιογραφίες. Η Άνοιξη με τους επιτάφιους και τις βιόλες που μαζεύαμε από τον κήπο της κυρα Χριστοδουλιάς που μας χαμογελούσε δείχνοντας τα χρυσά της δόντια, τότε που πηδούσαμε από γιαπιά πάνω σε σωρούς άμμου κι ανακατεύαμε σιμιγδάλι κίτρινο σ' ένα ταψί πάνω από τη φωτιά για να γίνει χαλβάς. Άντε νάρθει η Άνοιξη εκεί κάτω στα Αλώνια όπου παίζαμε μπάλλα με κάτι βράχους όρθιους για εστίες, κοντά στο εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, τους πολεμιστές με τους θώρακες και τις ασπίδες, εκεί που έχει κερασιές και μια γέφυρα όπου ο Νίκος έμπλεκε τα πόδια σε κάτι κάγκελα κι έριχνε το κεφάλι του στο κενό ενώ εγώ έψαχνα για μέντα με τα βιολετιά λουλουδάκια που φύτρωνε ανάμεσα σε πέτρες κόκκινες, εκέι όπου υπηρχαν πλέγματα για να κρατούν τις σαθρές πέτρες και κάτι φούρνοι αρχαίοι με πέτρες στρογγυλεμένες, εκεί όπου βάζαμε αεροζόλ μέσα στα τεράστια λάστιχα των τρακτέρ για να τα δούμε από μακρια να ανατινάζονται με κρότο στον αέρα.
Κι ύστερα νάρθει το Καλοκαιράκι με τα πανηγύρια στον Αι Γιάννη όπου από το ξημέρωμα έβραζαν κρέατα στα μπακιρένια καζάνια κι έψηναν πατάτες σε μεγάλα ταψιά κι έφερναν σταφύλια από τα αμπέλια κάτω εκεί στα Μπουργκάζια. Το καλοκαίρι που μαζεύονταν στο καφενείο κάτι τύποι αξύριστοι, έπιναν ούζο από το πρωί κι ύστερα καβαλούσαν κάτι γαλάζια τρακτέρ θεόρατα ενώ τη νύχτα έπαιζαν στα χαρτιά τα λεφτά των επιδοτήσεων.
Το καλοκαίρι που ο ήλιος δέρνει ανελέητα το Βορινό μου διαμέρισμα και τα κοράκια σκοτώνουν τα παραδείσια πουλιά μέσα στα κλουβιά τους το ξημέρωμα εκεί σ' ένα μπαζωμένο ρέμα στην Ηλιούπολη. Το καλοκαίρι που ο ήλιος φλέγει τα Φλογητά κι ο κύριος Μηνάς στο μαγαζί του εκεί στο Βαρδάρη μας λεει ιστορίες για τότε που πήγαινε στη Σουηδία μέσω Δανίας μ' ένα κάρο προμήθειες κι οι τελωνειακοί έψαχναν σαλταρισμένοι μέσα στα τάπερ και τις πετσέτες κι άλλοτε ήθελε να πάει στην Στοκχόλμη για να δουλέψει στο'' ΑΛΕΞΑΝΤΡΑ ''όπου τραγουδούσαν οι ΑΒΒΑ Κι ο Ροντ Στιούαρτ και δοκίμασε το δρόμο μέσω Γκντανσκ, το λιμάνι με τα ναυπηγεία όπου δούλευε ο Βαλέσσα εκεί πάνω στη Βαλτική Θάλασσα για να καταλήξει στο Ανατολικό Βερολίνο με κάτι τρένα προιστορικά που έκαιγαν κάρβουνο, όπου τον ανάκριναν τρία μερόνυχτα σ' ένα κελί εφιαλτικό κάτι ξανθοί τύποι και παραλίγο να τον κρατήσουν πίσω από το παραπέτασμα για πάντα.
Στην τηλεόραση μαμάδες κλαίνε για τα παιδιά τους που μαγειρεύουν και γέροι δακρύζουν ακούγοντας τραγούδια από τα μέρη τους όπου απόμειναν μονάχα τοίχοι κι αγριόχορτα. Στα έργα του μετρό δουλεύουν τη νύχτα πίσω από παραπετάσματα σιδερένια και βλέπεις κράνη μόνο και στολές φωσφορίζουσες σαν κάποιοι να περιεργάζονται ένα UFO που έπεσε στην πόλη σα μετεωρίτης τη νύχτα και το είδε ένα παιδί μονάχα που δεν μπορούσε να κοιμηθεί γιατί νόμιζε ότι κάτι θα βγει από τη ντουλάπα του.
Άντε νάρθει η Άνοιξη για να πλυμμηρίσουν τα πάρκα από μαυροπόυλια με καφετιά στιγματα κι η Μεγάλη Παρασκευή με τους Γάλλους τουρίστες να σε ρωτούν στον Άγιο Δημμήτριο για τα μάρμαρα , τα λείψανα και τις αγιογραφίες. Η Άνοιξη με τους επιτάφιους και τις βιόλες που μαζεύαμε από τον κήπο της κυρα Χριστοδουλιάς που μας χαμογελούσε δείχνοντας τα χρυσά της δόντια, τότε που πηδούσαμε από γιαπιά πάνω σε σωρούς άμμου κι ανακατεύαμε σιμιγδάλι κίτρινο σ' ένα ταψί πάνω από τη φωτιά για να γίνει χαλβάς. Άντε νάρθει η Άνοιξη εκεί κάτω στα Αλώνια όπου παίζαμε μπάλλα με κάτι βράχους όρθιους για εστίες, κοντά στο εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, τους πολεμιστές με τους θώρακες και τις ασπίδες, εκεί που έχει κερασιές και μια γέφυρα όπου ο Νίκος έμπλεκε τα πόδια σε κάτι κάγκελα κι έριχνε το κεφάλι του στο κενό ενώ εγώ έψαχνα για μέντα με τα βιολετιά λουλουδάκια που φύτρωνε ανάμεσα σε πέτρες κόκκινες, εκέι όπου υπηρχαν πλέγματα για να κρατούν τις σαθρές πέτρες και κάτι φούρνοι αρχαίοι με πέτρες στρογγυλεμένες, εκεί όπου βάζαμε αεροζόλ μέσα στα τεράστια λάστιχα των τρακτέρ για να τα δούμε από μακρια να ανατινάζονται με κρότο στον αέρα.
Κι ύστερα νάρθει το Καλοκαιράκι με τα πανηγύρια στον Αι Γιάννη όπου από το ξημέρωμα έβραζαν κρέατα στα μπακιρένια καζάνια κι έψηναν πατάτες σε μεγάλα ταψιά κι έφερναν σταφύλια από τα αμπέλια κάτω εκεί στα Μπουργκάζια. Το καλοκαίρι που μαζεύονταν στο καφενείο κάτι τύποι αξύριστοι, έπιναν ούζο από το πρωί κι ύστερα καβαλούσαν κάτι γαλάζια τρακτέρ θεόρατα ενώ τη νύχτα έπαιζαν στα χαρτιά τα λεφτά των επιδοτήσεων.
Το καλοκαίρι που ο ήλιος δέρνει ανελέητα το Βορινό μου διαμέρισμα και τα κοράκια σκοτώνουν τα παραδείσια πουλιά μέσα στα κλουβιά τους το ξημέρωμα εκεί σ' ένα μπαζωμένο ρέμα στην Ηλιούπολη. Το καλοκαίρι που ο ήλιος φλέγει τα Φλογητά κι ο κύριος Μηνάς στο μαγαζί του εκεί στο Βαρδάρη μας λεει ιστορίες για τότε που πήγαινε στη Σουηδία μέσω Δανίας μ' ένα κάρο προμήθειες κι οι τελωνειακοί έψαχναν σαλταρισμένοι μέσα στα τάπερ και τις πετσέτες κι άλλοτε ήθελε να πάει στην Στοκχόλμη για να δουλέψει στο'' ΑΛΕΞΑΝΤΡΑ ''όπου τραγουδούσαν οι ΑΒΒΑ Κι ο Ροντ Στιούαρτ και δοκίμασε το δρόμο μέσω Γκντανσκ, το λιμάνι με τα ναυπηγεία όπου δούλευε ο Βαλέσσα εκεί πάνω στη Βαλτική Θάλασσα για να καταλήξει στο Ανατολικό Βερολίνο με κάτι τρένα προιστορικά που έκαιγαν κάρβουνο, όπου τον ανάκριναν τρία μερόνυχτα σ' ένα κελί εφιαλτικό κάτι ξανθοί τύποι και παραλίγο να τον κρατήσουν πίσω από το παραπέτασμα για πάντα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Ήταν το αγαπημένο της παιδί, το πιο έξυπνο, από τότε που γεννήθηκε ο γιος της ήταν ζωηρός, ξεχώριζε, τον σήκωνε στα χέρια τη ς κι εκείνος...
-
«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,...
-
Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγε...
-
Πρέπει να κολυμπούσαν πάνω από δεκατέσσερις ώρες, βρίσκονταν στο νερό όλη νύχτα κοιτάζοντας κατά την ακτή όπου υπήρχαν λίγα φώτα που το...