Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

NOCTURNO

 

Όλες οι αίθουσες του τεράστιου  αεροδρομίου ήταν έρημες, κάτι ξέμπαρκες Ασιάτισσες   είχαν βγάλει τα παπούτσια τους κι είχαν φορέσει ακουστικά καθώς θα περνούσαν εκεί τη νύχτα τους, τα μαγαζιά ήταν κλειστά κι επικρατούσε μια ησυχία παράξενη. Σέρνοντας τις βαλίτσες τους που έτριζαν αλλόκοτα  μέσα στην απόλυτη σιωπή, ακολούθησαν τους μπροστινούς ψάχνοντας για την έξοδο. Πρώτη φορά ταξίδευε νύχτα με αεροπλάνο  και της είχε φανεί πολύ κουραστικό, η ώρα σ’ εκείνο το καταραμένο κλουβί που τραντάζονταν συνεχώς δεν έλεγε να περάσει. Είχαν ξεκινήσει αργά εξαιτίας μιας καθυστέρησης,  κι έφτασαν μετά  τα μεσάνυχτα για να προσγειωθούν  στο μεγάλο αεροδρόμιο,  ένα χαοτικό κατασκεύασμα που εξυπηρετούσε εκατομμύρια κόσμου. Εκεί χρειάστηκε να περιμένουν  ένα ατελείωτο διάστημα ώσπου  να φτάσουν στην πύλη τους  καθώς ο πιλότος  ελίσσονταν   στον απέραντο ελικοειδή αεροδιάδρομο μέχρι να φτάσει στο κτήριο όπου κατέβηκαν περπατώντας μέσα στη φυσούνα.  

Σχεδόν κάθε χρόνο ταξίδευε   με τα παιδιά  για να δουν  τον  αδερφό της  που είχε ξενιτευτεί. Της άρεσε  να ταξιδεύει στην Ευρώπη, της έδινε μια ανάσα απόδρασης κι   έβλεπε ότι οι κόρες της κυκλοφορούσαν στο εξωτερικό σαν ψάρια μέσα στο νερό,  αυτό ήταν πολύ όμορφο.  Στην έξοδο του αεροδρομίου τους περίμενε μια ορδή από λευκά  ταξί με φωνακλάδες οδηγούς  έτοιμους  ν’  αρπάξουν τον κόσμο, εκείνη τη στιγμή έφτασε κι  ο αδερφός  της που την αγκάλιασε ευτυχισμένος, φαινόταν σε πολύ καλή κατάσταση, σχεδόν έλαμπε,  «θέλω να κάνω ένα τσιγάρο»  του είπε «οκ» έγνεψε εκείνος φιλώντας τα δυο της κορίτσια κι αγκαλιάζοντας τον άντρα της. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή αλλά δεν έκανε κρύο, «πάμε μια βόλτα »  της είπε γελώντας  « μ αρέσει πολύ η πόλη τη νύχτα » -«ναι μαμά πάμε!» φώναξαν τα παιδιά,  «εντάξει  αλλά όχι πάνω από μια ώρα,  αύριο έχουμε να δούμε  ένα σωρό μέρη» τους είπε αυστηρά κι έσπευσε να χωθεί μέσα στο αμάξι καθώς άρχιζε να ψιχαλίζει .«Μας σάπισε στις βροχές  εδώ πέρα» είπε ο αδελφός της όπως φορούσε τη ζώνη του» - « κι εμάς το ίδιο, το ξέρεις ότι οι πηγές στο χωριό έσπασαν πάλι και τα ψάρια ανεβαίνουν από το ποτάμι όπως παλιά για να γεννήσουν» του είπε, «έλα ρε!» -« ναι σου λέω, πρέπει να έρθεις να τις  δεις το Πάσχα» -«μη μιλάτε μια στιγμή να προσανατολιστώ γιατί θα χαθούμε» τη διέκοψε ο αδερφός της που στριφογυρνούσε μέσα στο  χαοτικό  πάρκινγκ αναζητώντας την έξοδο για το  μεγάλο περιφερειακό δρόμο . Παλιά προσγειώνονταν σ’ ένα μικρό αεροδρόμιο, στην άλλη άκρη της πόλης, όμως τώρα βρισκόταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κι έπρεπε  να καλύψουν μια απόσταση μεγάλη. Κοιτάζοντας τα αρχαία  και τα μεσαιωνικά  μνημεία που υπήρχαν παντού  προσπαθούσε να προσανατολιστεί, όλα έμοιαζαν διαφορετικά μέσα στο σκοτάδι, οι εκκλησίες και  τα κτίρια   φάνταζαν απειλητικά, συναγερμοί κι ασθενοφόρα έσκιζαν τον αέρα με τους γκρινιάρικους ήχους τους,  στο φως των προβολέων έβλεπε  τα σύννεφα να τρέχουν πάνω από τον όγκο κάποιου  βουνού και   σε κάποιο σημείο είδε μερικές  πόρνες που έκαναν  πιάτσα στο πλάι του δρόμου, φαινόταν τρομαχτικές καθώς φορούσαν κάτι δικτυωτά καλτσόν επιδεικνύοντας  τους τεράστιους γλουτούς τους,  ευτυχώς τα παιδιά δεν τις πρόσεξαν.

«Μήπως πεινάτε;» ρώτησε ο αδερφός της και τα παιδιά πετάχτηκαν  «ναι μαμά ας σταματήσουμε κάπου!» - «το μόνο που είναι ανοιχτό τέτοια ώρα είναι ένα φαστφουντάδικο»-« πάμε- πάμε!»  φώναξαν  τα κορίτσια που ήθελαν να δοκιμάσουν τις γεύσεις εκεί πέρα.  Το μαγαζί ήταν ένας μεγάλος  χώρος με κάτι φωτάκια χρωματιστά σαν χριστουγεννιάτικα και μερικούς πελάτες που καθόταν γύρω.  Πήραν κάτι μικρούτσικα σάντουιτς σε μια συσκευασία παιδική που συνοδεύονταν από πατάτες κι ένα μπουκαλάκι με κάτι σαν επιδόρπιο,  όταν ζήτησαν  νερό ένας νεαρός που ήταν εκεί πέρα και κοιτούσε κάτι κατάστιχα  ούτε που γύρισε να τους κοιτάξει,  μονάχα τους έγνεψε κατά που ήταν τα ψυγεία,  «πολύ ζώο!» σχολίασε  η μικρή της κόρη. Μασουλώντας τα μικρούτσικα σάντουιτς που τους φάνηκαν πανάκριβα,  προχώρησαν κατά  το μεγάλο σιντριβάνι όπου παλιά υηρχε κάποιο υδραγωγείο για να τροφοδοτεί με νερό  ολόκληρη την περιοχή.  Ακολούθησαν ένα καλντερίμι προσπαθώντας να διαβάσουν τις λατινικές  επιγραφές έξω από τα κτίσματα  καις στάθηκαν περιμένοντας να περάσει   ένα  συνεργείο του δήμου  με κάτι μικρά οχήματα που μάζευε σκουπίδια στα στενά γκρινιάζοντας.  Η  πόλη έμοιαζε  βρώμικη, περισσότερο βρώμικη απ’ ότι θυμόταν,  «νομίζω ότι η Αθήνα είναι πιο καθαρή»  μουρμούρισε ο άντρας της.  Στο τέλος ενός στενού αντίκρυσαν το μεγάλο σιντριβάνι που της φάνηκε κάπως ψεύτικο και κακοσυντηρημένο,  τα αγάλματα είχαν αρχίσει να μαυρίζουν από τα καυσαέρια κι όλο το σύνολο δεν έμοιαζε να δένει καλά με τον περίγυρο,  έμοιαζε σαν να είχε στριμωχτεί χωρίς   χώρο να ανασάνει. Μερικές δεκάδες τουριστών  έβγαιναν φωτογραφίες ρίχνοντας νομίσματα στη στέρνα του, ένα κορίτσι είχε σκαρφαλώσει σε μια κολώνα απλώνοντας τος σώμα της κι ο φίλος της τη φωτογράφιζε. Ενώ οι άλλοι κοιτούσαν τις Νηρηίδες και τους θαλάσσιους θεούς που είχαν σκαλιστεί στο μάρμαρο την εποχή του μπαρόκ, εκείνη έριξε μια ματιά στις φωτισμένες βιτρίνες.  Ήξερε ότι θα έβρισκε κάποιο καλό κομμάτι, κανένα βραχιόλι, κανένα δαχτυλίδι,  καμιά τσάντα, ά  σ’ αυτά ήταν  μανούλες οι τύποι κι έφτιαχναν πολύ ωραία πράγματα που δεν τα έβρισκες πουθενά αλλού. Οι τιμές ήταν εξωφρενικές όμως πρόσεξε  σε μια γωνιά ένα καταπληκτικό κολιέ  με λευκά  πετράδια, αστραφτερά,  αμέσως ένιωσε μια τεράστια λαχτάρα  μέσα της να το αγοράσει αν γινόταν εκεί επί τόπου!  Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε στον εαυτό της «την άλλη φορά θα έχω οπωσδήποτε λεφτά για κάτι τέτοιο».

«Ελάτε  θα σας πάω στο ποτάμι!»  ακούστηκε ο αδερφός της που ήταν σαν να θυμήθηκε τα φοιτητικά του χρόνια, τότε που κάθε βράδυ  ξενυχτούσαν χωρίς να τους νοιάζει τίποτα.   «Πάμε στις γέφυρες να σας δείξω πως έχει γίνει το ποτάμι  μετά  από τόσες βροχές» . Τα γεφύρια και το νησί στη μέση του ποταμού  ήταν το αγαπημένο της σημείο στην πόλη,  έφτασαν  εκεί περνώντας κάτω από μια συστάδα  δέντρων πανύψηλων,   ένα αρχαίο στάδιο ήταν  σκεπασμένο από τα νερά της βροχής και κάτι τοίχοι πανύψηλοι δέσποζαν στο χώρο, τα ερείπια  αρχαίων λουτρών που είχε φτιάξει κάποιος αυτοκράτορας τότε που όλος ο πλούτος του κόσμου μαζεύονταν σ’  εκείνη την πόλη. Είχε πρωτοδεί το νησί  καλοκαίρι  που η νύφη της γέννησε τον ανιψιό της στο νοσοκομείο που ήταν χτισμένο εκεί πέρα,   είχε σκεφτεί τότε  ότι το χειμώνα που θα ανέβαινε η στάθμη του ποταμού θα πρέπει να ήταν πολύ πιο ωραίο και πράγματι έτσι ήταν. Τα ποτάμια ήταν το πιο ενδιαφέρον αξιοθέατο που παρατηρούσε σε πολλές πόλεις όπου είχαν ταξιδέψει, αυτά τα μεγάλα κανάλια διέσχιζαν τον αστικό ιστό  εξασφαλίζοντας τη σύνδεση  με την ενδοχώρα ή τη θάλασσα. Στο Λονδίνο είχε εντυπωσιαστεί από τον Τάμεση και τα τεράστια μαύρα, μαρμάρινα λιοντάρια έξω από τα αποικιοκρατικά κτήρια,  στη Βιέννη είχαν πάει κρουαζιέρα στο Δούναβη αντικρίζοντας τους ουρανοξύστες,  στο Παρίσι παρατηρούσε τον κόσμο που έστηνε τις ομπρέλες του στις όχθες του Σηκουάνα μέσα στη ζέστη του Αυγούστου.   Το ποτάμι ήταν μια όαση στο τσιμέντο της πόλης, μια λωρίδα ζωής στη θάλασσα του γκρίζου, μια υπενθύμιση ότι η φύση υπήρχε κι εκεί πέρα, ένα στοιχείο ζωντανό που άλλαζε στη διάρκεια των εποχών και  σου επέτρεπε να  σχηματίσεις   μια εικόνα για πως ήταν παλιά οι πόλεις προτού γίνουν  τέρατα αστικοποίησης.

Από το ύψος της παλιάς γέφυρα έβλεπε  τα νερά  του ποταμού του έτρεχαν αφρισμένα και σκοτεινά μέσα στη νύχτα παρασέρνοντας ότι έβρισκαν μπροστά τους,  το θέαμα  ήταν κάπως τρομαχτικό,  θύμιζε τον Σηκουάνα όπου έπεσε μια νύχτα ο Ιαβέρης αδυνατώντας να πιστέψει ότι ο Γιάννης Αγιάννης αποδείχτηκε ανώτερος του. Στην αρχή του γεφυριού υπήρχε μια αρχαία εκκλησία του αγίου Βαρθολομαίου με μια πύλη πολύ ψηλή και στη μέση του ποταμού ήταν χτισμένο το  νοσοκομείο περιστοιχισμένο από τοιχία πέτρινα.  Οι θάλαμοι του έφεγγαν μέσα στο σκοτάδι και μερικά  ασθενοφόρα  βρίσκονταν παρκαρισμένα έξω από την είσοδο. Ένα ηλικιωμένος τύπος  έβγαζε βόλτα το σκύλο  του μέσα στην ερημιά και τους κοίταζε περίεργα ενώ οι λάμπες δίπλα στις κοίτες έφεγγαν παράξενα φωτίζοντας τα υπόλοιπα κτήρια και τα σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι τις όχθες.

«Φτάνει για απόψε κορίτσια» είπε σε μια στιγμή, «βγάλατε ένα σωρό φωτογραφίες και βίντεο  θέλω να πάω για ύπνο» -  «μαμά ήταν πολύ ωραία  να βγούμε κι αύριο το βράδυ»  είπαν τα παιδιά «καλά θα δούμε»  είπε ενώ ένιωθε έτοιμη να σωριαστεί από την εξάντληση, είχε αρχίσει να της  βγαίνει η κούραση όλων των ημερών . «Θέλω να σωριαστώ στο κρεβάτι όπως είμαι » είπε σε μια στιγμή  όταν από το πουθενά πέρασε από  μπροστά τους μια  γυναίκα εντυπωσιακή, τυλιγμένη με  μια γούνα που φορούσε στο λαιμό ένα κολιέ καταπληκτικό σαν εκείνο που είχε δει στη βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου.  Ήθελε να τη ρωτήσει «από που το πήρατε;»  κι όπως σκεφτόταν πως να της μιλήσει  άκουσε μια κραυγή,  γύρισε και είδε τη γυναίκα να τρέχει κρατώντας το λαιμό της ενώ μπροστά ένας νεαρός έτρεχε σαν δαίμονας. Σαν να παρακολουθούσαν τη σκηνή εμφανίστηκαν αμέσως δυο αστυνομικοί  κι άρχισε να τρέχουν πίσω από το νεαρό, εκείνος  πήδηξε μια αλυσίδα που υπήρχε μπροστά στις σκάλες,  κατέβηκε μέχρι κάτω με τρεις δρασκελιές τεράστιες,  πέρασε κάτω από τη γέφυρα και χάθηκε. Οι αστυνομικοί που πρέπει να ήταν αθλητές γιατί έτρεχαν με μια  ταχύτητα απίστευτη , ξεχύθηκαν πίσω του.  «Καλά τι κάνετε, τραβάτε βίντεο ,μπορεί να βρούμε κανένα μπελά!»  φώναξε στα κορίτσια που είχαν ανοίξει τις κάμερες των κινητών κι  που έμοιαζαν να διασκεδάζουν -«δες μαμά βγαίνουν από την άλλη μεριά» είπαν αυτά, και πράγματι ο κλέφτης εμφανίστηκε από την άλλη πλευρά  της γέφυρας,  πρέπει να είχε βρει κάποια διέξοδο κι ερχόταν κατά το μέρος  τους. Ο άντρας της τράβηξε τα παιδιά στο πλάι και καθώς ο νεαρός  περνούσε από μπροστά τους εκείνη άπλωσε λίγο το πόδι της. Ο κλέφτης σκόνταψε, έκανε μια εντυπωσιακή βουτιά κι έπεσε με το πρόσωπο στο λιθόστρωτο  αμέσως  σηκώθηκε σαν αίλουρος, σαν να ήταν φτιαγμένος από λάστιχο όμως οι αστυνομικοί πρόλαβαν να τον αρπάξουν και να του πάρουν το κολιέ,  ύστερα τον έσυραν στα σκοτεινά ψάχνοντας για τη γυναίκα με τη γούνα που δεν φαινόταν πουθενά. Μη πιστεύοντας αυτό που έκανε  γύρισε κατά το μέρος των κοριτσιών που έδειχναν ενθουσιασμένα,  «δεν πιστεύω να μην το τραβήξατε!» φώναξε.

 

 

 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ

Στο διάδρομο του νοσοκομείου είχε συναντήσει έναν καλόγερο, «ο αδερφός σου δεν έπρεπε να έρθει εδώ!» του είχε πει κι εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε, «μα ήταν άρρωστος,  θα πέθαινε» -«ο θεός θα φρόντιζε»  είπε ο καλόγερος «είναι τρελός»  σκέφτηκε μέσα του, « δεν εξηγείται αλλιώς» - « μα ξέρετε  ο αδερφός μου είναι στην εντατική. Αν δεν τον φέρναμε θα σταματούσαν να λειτουργούν τα πνευμόνια του!» - «και γιατί δεν του έδωσαν τα μονοκλωνικα αντισώματα που δίνουν σε κάποιους;» - «μα εσείς δεν είστε γιατρός» -« έχω όμως διαβάσει άλλωστε το λένε και  επιστήμονες διάσημοι. Έχω εδώ να σας δείξω άρθρα » είπε ο καλόγερος ανοίγοντας μια μαύρη τσάντα που κρατούσε»- « μα η δουλειά σου άνθρωπε μου είναι να μιλάς για το θεό, να εξομολογείς, να κάνεις λειτουργίες, να κοινωνείς τον κόσμο, να προσεύχεσαι, γιατί ανακατεύεσαι σε δουλειές που δεν γνωρίζεις, αν ήθελες να γίνεις γιατρός ας πήγαινες στην ιατρική σχολή»- « όχι δεν είναι έτσι!»  επέμεινε ο καλόγερος μιλώντας με τέτοιο πάθος και σιγουριά ενώ τα μάτια του γυάλιζαν σαν να ήταν ένας μικρός θεός που μπορούσε να αποφασίσει για το ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο άρχισε να μιλά για τη οργή του θεού αραδιάζοντας προφητείες που έκαναν  λόγο για τους αριθμούς του διαβόλου που πάνε να εμφυτευτούν στο σώμα μας με τις ενέσεις, για  το τέλος του  κόσμου,  για τον άγγελο της Εφέσου που θα  έστελνε το μήνυμα της αποκάλυψης, «μετανόησον οὖν· εἰ δὲ μή, ἔρχομαί σοι ταχὺ καὶ πολεμήσω μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῇ ῥομφαίᾳ τοῦ στόματός μου!» φώναζε ο καλόγερος βγάζοντας κάτι χαρτιά από την τσάντα του. Κάποιοι επισκέπτες του νοσοκομείου είχαν σταθεί και τον άκουγαν . Ο καλόγερος άρχισε να τρέμει και η γενειάδα του έτρεμε κι αυτή , «ο άνθρωπος είναι παλαβός,  δεν υπάρχει περίπτωση» έκανε τη σκέψη. Όπως  τον έβλεπε εκεί μπροστά του να τρέμει  τον είχε πιάσει τέτοιος θυμός που ήθελε να τον αρπάξει από τη μακριά γενειάδα του αλλά κρατήθηκε. Έφυγε κατασυγχυσμένος από το νοσοκομείο ενώ μέσα του προσπαθούσε  να καταλάβει πως ήταν δυνατόν ο αδερφός του μετά από τόσες σπουδές, μετά από τόσο διάβασμα και μελέτη κωδίκων και νόμων, βιβλίων και συγγραμμάτων είχε φτάσει στο σημείο να εμπιστεύεται έναν τέτοιο αγύρτη,  δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του.

Εδώ και εβδομάδες παρακαλούσαν τον αδερφό του  να πάει στο νοσοκομείο,  η γριά μητέρα τους τον ικέτευε  όμως εκείνος ήταν κάθετος,  μέχρι την τελευταία στιγμή που άρχισε να του κόβεται η αναπνοή επέμενε πεισματικά να αρνείται και μόνο όταν άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του δέχτηκε απρόθυμα  όμως ο κορονοϊός είχε προχωρήσει,  για μέρες χαροπάλευε στην εντατική. Όταν τον είδε δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Δεν είχαν ειδωθεί για τουλάχιστον δυο δεκαετίες,  οι δρόμοι τους ήταν εντελώς διαφορετικοί,  εκείνος δούλευε εργάτης στο εργοστάσιο ενώ ο αδερφός του είχε σπουδάσει νομικά και είχε γίνει ανακριτής όμως παρ’ όλες τις γνώσεις του ήταν πάντα μονοκόμματος. Πίστευε όλες τις θεωρίες για εχθρούς κρυμμένους παντού που συνεδρίαζαν σε λέσχες σκοτεινές,  διάβαζε βιβλία για παράξενα  σχέδια ανθρώπων που επιθυμούσαν  την καταστροφή της γης και την εξαφάνιση μεγάλων κομματιών του πληθυσμού αδυνατούσε να κατανοήσει  πως γινόταν ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος να σκέφτεται τόσο ανορθολογικά.  Φαίνεται ότι οι γνώσεις δεν του είχαν δώσει καμιά σοφία.   Όπως καθόταν στην είσοδο του θαλάμου έβλεπε τον μικρό τoυ αδερφό αδυνατισμένο και  σκέφτοταν πως είχαν περάσει τόσα χρόνια,  πως είχαν αλλάξει και οι δύο,  πως είχαν εξελιχτεί ακολουθώντας πορείες   διαφορετικές,  όλα τούτα τα γεγονότα,  όλη αυτή η εξέλιξη ήταν τόσο περίπλοκη που δυσκολεύονταν να την αναλύσει με τη σκέψη του. «Σε πειράζει να μένω κι εγώ  καμιά φορά   στο κτήμα;» του είπε  ο αδερφός του όπως τον χαιρετούσε,  «έμαθα ότι έφτιαξες  το πέτρινο σπίτι»- «εντάξει» είπε αυτός,  « μπορείς να έρθεις όποτε θέλεις ».

Το πέτρινο σπίτι το  είχε χτίσει ο παππούς του  πριν από έναν αιώνα, τότε που είχαν εγκατασταθεί σε κείνη την περιοχή αφήνοντας  τη Θεσσαλία. Ο παππούς του δούλευε στα τρένα, έφτιαχναν τις γραμμές τότε και δουλεύοντας εκεί πέρα είχε διαπιστώσει ότι ήταν μια περιοχή εύφορη, πήρε λοιπόν την οικογένεια του κι εγκαταστάθηκε στον κάμπο απ’ όπου περνούσε το τρένο.  Δουλεύοντας στα χωράφια  έβγαζε όλων των ειδών τα λαχανικά,  αγαπούσε πολύ τούτη τη δουλειά, τότε λοιπόν είχε χτίσει και το παλιό πέτρινο σπίτι. Όπως επέστρεφε από το εργοστάσιο σταματούσε πολλές φορές στο κτήμα του παππού του,  καθόταν εκεί στο παλιό μπαλκόνι και  σκέφτονταν τη ζωή του. Εκεί είχε γεννηθεί πριν μετακομίσουν στο κέντρο της κωμόπολης και πονούσε κάθε φορά που το έβλεπε παρατημένο.  Κανείς δεν νοιάζονταν για κείνο το γκρέμισμα όμως εκείνος έβλεπε σε κάθε γωνιά την παιδική του ηλικία, το τσιμέντο όπου είχε γράψει το όνομα του, μια πέτρα που χρησίμευε σαν σκαλοπάτι στην πόρτα του στάβλου, τον παλιό φούρνο όπου έψηναν ψωμιά, όλα κάτι του θύμιζαν.

Σιγά-σιγά, έτσι για να σκοτώσει την ώρα του, είχε αρχίσει να το φτιάχνει χωρίς να έχει κανένα σκοπό, διόρθωνε τους τοίχους, έβαφε τα δωμάτια έτσι για να μην τα βλέπει να καταρρέουν, έριξε λίγο τσιμέντο στην παλιά αυλή,  τοποθέτησε μια  σόμπα και είδε ότι λειτουργούσε θερμαίνοντας το χώρο,  άρχισε να σκέφτεται ότι θα μπορούσε να το φτιάξει εκείνο το σπιτάκι που το ‘είχε αφήσει σε κείνον ο πατέρας του επειδή  κανένας  δεν το ήθελε. Κανείς δεν είχε σκεφτεί ότι είχε κάποια αξία έτσι όπως κείτονταν έξω από την κατοικημένη περιοχή όμως αυτός το ένιωθε σαν ένα κομμάτι του ζωντανό. Ένα βράδυ χειμωνιάτικο δοκίμασε να κοιμηθεί εκεί πέρα,  άναψε τη σόμπα και ήταν μια χαρά, έστησε  ένα κρεβάτι εκστρατείας και ξάπλωσε κοιτάζοντας τις φλόγες από το πορτάκι της σόμπας. Κάποια στιγμή βγήκε έξω και χάζεψε τα άστρα που φαίνονταν καθαρά στον ουρανό, για πολλά χρόνια δεν είχε σηκώσει το κεφάλι του να δει τι γίνεται εκεί ψηλά κι αυτό του έκανε μεγάλη εντύπωση. Όσο περνούσε ο καιρός  αισθάνονταν  όλο και περισσότερο το μέρος εκείνο σαν δεύτερο σπίτι του,  καθόταν μέσα στην ερημιά χωρίς να κάνει τίποτα, απλά άδειαζε το μυαλό του απ’  όλες τις σκέψεις και τα προβλήματα, όταν γυρνούσε στο σπίτι η γυναίκα του καταλάβαινε,  «πήγες πάλι  στο κτήμα ;» τον ρωτούσε. «Θα πάω να μείνω στο πέτρινο σπίτι »  έλεγε στη γυναίκα του που γελούσε μαζί του και δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά.  «Άμα δεν θες εσύ μείνε εδώ με τα παιδιά. Θα έρχομαι να σας βλέπω.  Εκεί πέρα θα κερδίσω δέκα χρόνια ζωής. Δεν μπορώ άλλο εδώ πέρα. Έχει γεμίσει κόσμο κι αυτοκίνητα που παρκάρουν παντού και με πνίγουν. Εγώ έχω μάθει στην ησυχία». 

Κι εκεί λοιπόν που είχε αρχίσει να φτιάχνει το παλιό  σπίτι και να κάνει σχέδια  εμφανίστηκε από το πουθενά  ο αδερφός του με τις τρελές θεωρίες και τους ηλίθιους καλόγερους που συναναστρέφονταν,  «τι στο δαίμονα θέλει τώρα αυτός;» σκεφτόταν όλη την ώρα καθώς δούλευε στο εργοστάσιο . Ο άλλος είχε ρίξει μαύρη πετρά με τις σπουδές και τα δικαστήρια του τόσα χρόνια και τώρα να σου τον φίλο  που θυμήθηκε τα πατρογονικά του, «που ήσουν τόσον καιρό  μάγκα μου;»  ήθελε να του πει. Όταν είχε φύγει για να σπουδάσει στην πόλη εκείνος  δούλευε στα χωράφια μέχρι τα δεκαοχτώ του, μέσα στο κρύο και στη ζέστη, μέσα στα  χώματα και  τις λάσπες να βγάλουν ντομάτες και πράσα,  φασόλια και πεπόνια όμως όταν  πήγαινε στη λαχαναγορά για να πουλήσει έβλεπε  τους χονδρέμπορους να τον κλέβουν εκεί  μπροστά στα μάτια του,  έτσι σηκώθηκε κι έφυγε απ’ τα χωράφια  κι αφού δούλεψε στις οικοδομές παίρνοντας πέντε λεωφορεία κάθε μέρα  τελικά κατέληξε στο εργοστάσιο, έκλεινε πια 35 χρόνια σε τούτη τη δουλειά και του φαίνονταν απίστευτο ότι είχε αντέξει τόσο πολύ. Στο εργοστάσιο φτιάχνανε ψωμιά και πίτες όλων των ειδών, στο πόστο του  έπρεπε να παίρνει μια μεγάλη λαμαρίνα με τα αρτοσκευάσματα και να την τοποθετεί μέσα στο φούρνο,  το χέρι του είχε πάθει τενοντίτιδα κι αναγκάζονταν να το δένει μ’ ένα πανί. Του έμεναν μερικά χρόνια μέχρι να βγει στη σύνταξη κι αναρωτιούνταν πως θα έμενε εκεί πέρα, η υπόθεση με το παλιό σπίτι θα του έδινε μια παράταση που χρειάζονταν και να τώρα ο καταραμένος ο αδερφός του μπορούσε να τα χαλάσει όλα, εκείνος έπαιρνε γερή αμοιβή ως δικαστής και είχε φτιάξει περιουσία, μπορούσε να αγοράσει ότι επιθυμούσε,  γιατί δεν τον άφηνε ήσυχο, έπρεπε να βρει κάποιον τρόπο να τον ξεφορτωθεί .  

Ένα απόγευμα που καθόταν αμέριμνος στο μπαλκόνι του παλιού σπιτιού είδε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει από τον χωματόδρομο, «καλησπέρα!» του φώναξε ο αδερφός του κατεβαίνοντας από το αμάξι ενώ από τη άλλη μεριά του οχήματος βγήκε ο καλόγερος με τη μακριά γενειάδα,  «ωχ!» έκανε μέσα του «θα έχουμε ιστορίες». «Ρε συ τόχεις κάνει πολύ ωραίο μπράβο!» του είπε ο ανακριτής  που φαινόταν ευδιάθετος και υγιής ενώ ο καλόγερος χαμήλωσε το κεφάλι σαν να τον χαιρετούσε. «Είμασταν   στον άγιο Μάρκο, την κλινική. Ο αδελφός από δω έκανε  κάποιες εξετάσεις για μια επέμβαση και είπαμε να σταματήσουμε λίγο να σε δούμε».  Προσπάθησε να κρατηθεί όμως δεν άντεξε και ξεστόμισε, «μπα, το έλεος του θεού δεν πιάνει τον α αδελφό από δω, χρειάζεσαι και επίγεια βοήθεια; »  ο καλόγερος που έδειχνε ήσυχος άρχισε να μιλά ασταμάτητα σαν να ήταν κουρντισμένος ενώ η γενειάδα του έτρεμε κι αυτή όπως τότε στο νοσοκομείο. «Πως τολμάς ασεβή και ανάγωγε! Ο γιατρός που πήγα είναι κι εκείνος αδελφός κι όλοι εσείς δεν έχετε ιδέα για το σχέδιο του τριαδικού θεού. Όπως είπε ο Άγιος Παϊσιος έρχεται η ώρα που θα μαρκάρουν όλους τους ανθρώπους μέσα από τις κάρτες και θα τους σφραγίσουν όπως λέει η αποκάλυψη μέσα από τα εμβόλια!» «Πιστεύεις όλες αυτές τις βλακείες;» ρώτησε τον αδερφό του, ο ανακριτής δεν απαντούσε,  καθόταν εκεί σαν άβουλο ον και τους κοίταζε,  εν τω μεταξύ ο καλόγερος που είχε ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του έδειχνε πιο ήρεμος «πάμε να φύγουμε»  είπε, ο ανακριτής έσπευσε να τον ακολουθήσει κι αυτός έμεινε μόνος του στο μπαλκόνι του παλιού σπιτιού να τους κοιτά.  

Είχε καιρό να καπνίσει άλλα σκέφτηκε ότι ένα τσιγάρο δεν θα του έκανε μεγάλη ζημιά.  Όπως έβγαζε τον αναπτήρα του είδε ένα γκρι πουλάκι, μικρούτσικο, να πλησιάζει στα κάγκελα του μπαλκονιού και να τον κοιτά, ύστερα πήδηξε σ’ ένα κλαδάκι κι άρχισε να σφυρίζει ελαφρά σαν να του έλεγε «μα πόσο βλάκες είστε,  η ζωή περνά από δίπλα σας κι αντί να τη χαρείτε τρέχετε σαν παλαβοί και σκοτώνεστε μεταξύ σας,  μα πόσο χαζοί είστε». Καθόταν εκεί και κοιτούσε το πουλάκι που είχε κατέβει κάτω στα χορτάρια βρίσκοντας κάτι αόρατο για να φάει, τσιμπολογούσε όλη την  ώρα κι ύστερα στρέφονταν και τον κοιτούσε σφυρίζοντας  σαν να του  έλεγε, «μα πόσο χαζοί είστε».   

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΔΙΚΗΝ ΧΕΙΜΕΡΙΩΝ ΝΙΦΑΔΩΝ

«Είναι πολύ δυνατός σεισμός!» έκανε τη σκέψη   καθώς έτρεχε έξω  από την πόρτα του μοναστηριού βλέποντας πίσω του τις μαρμάρινες κολώνες να δονούνται, πέτρες και ξύλα έπεφταν από τις οροφές, ο τόπος ολόκληρος γέμισε με σκόνη που σκέπασε τα πάντα.  Για κάμποση ώρα δεν μπορούσες να δεις τίποτα, ύστερα άρχισαν να ακούγονταν τα βογγητά των πληγωμένων κι όσων είχαν καταπλακωθεί,  η γη σταμάτησε να τρέμει κι όλοι έτρεξαν να βοηθήσουν όσους είχαν θαφτεί  κάτω από τα χαλάσματα, οι οροφές πολλών  κτηρίων είχαν καταρρεύσει,  μονάχα η εκκλησία στο κέντρο του μοναστηριού δεν είχε πειραχτεί κι όλοι είχαν μαζευτεί γύρω της,  σταυροκοπιούνταν λέγοντας  ότι είχε συμβεί  μεγάλο θαύμα.

Ήταν Χειμώνας, είχαν περάσει τα Χριστούγεννα κι  έκανε κρύο διαβολεμένο, ο ουρανός είχε μαυρίσει κι  άρχισε να ρίχνει χιόνι ψιλό. Οι σεισμόπληκτοι συγκεντρώθηκαν  στον  αυλόγυρο του μοναστηριού,  κοντά σ’ έναν  τοίχο που είχε μείνει όρθιος. Είχαν ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν,  κάποιος είχε βάλει μια χύτρα πήλινη πάνω στις φλόγες ρίχνοντας  μέσα κομμάτια από μήλο και κυδώνι, όλοι έφερναν τα κύπελα τους για  να τα γεμίσουν με το ζεστό ρόφημα κρατώντας στο άλλο χέρι ένα ξερό κομμάτι ψωμί που τους είχε φέρει ο επίσκοπος του μοναστηριού, ο Νικόδημος, ο ηγούμενος της μονής,  ένας πανύψηλος άντρας που χαμογελούσε συνεχώς  κάτω από τα γένια του ενθαρρύνοντας τον κόσμο. Σ’ ένα παράπηγμα, κάτω από μια πρόχειρη σκεπή, δυο τρεις χωρικοί  έψηναν ένα γουρουνάκι που είχε καταπλακωθεί από τα γκρεμίσματα,  η μυρουδιά του κρέατος απλώνονταν μέσα στον παγωμένο αέρα και τρυπούσε τα ρουθούνια. Οι καλόγεροι κι οι προσκυνητές που είχαν βρεθεί στο μοναστήρι  ανυπομονούσαν να δοκιμάσουν το ψητό κρέας σαν να ήθελαν να ξεχάσουν μ’ αυτό το φόβο  του σεισμού, « θα έρχεστε ένας- ένας με τη σειρά!» φώναξε άγρια ο Νικόδημος τραβώντας  έναν ζητιάνο που ήθελε να φάει πρώτος, καταλάβαινε ότι αν δεν επιβάλλονταν εκεί πέρα θα επικρατούσε χάος, «δεν θέλω αταξίες και φασαρίες!» συμπλήρωσε, «όποιος δεν σεβαστεί την τάξη  δεν θα φάει!» Η απειλή ήταν πολύ σοβαρή, όλοι ήξεραν ότι  ο Νικόδημος δεν αστειεύονταν,  κανείς δεν ήθελα να τα βάλει μαζί του,  έτσι  περίμεναν με τη σειρά τους να πάρουν το κομμάτι που τους αναλογούσε.  Ο ηγούμενος  έκοβε μ’ ένα μεγάλο μαχαίρι κομμάτια από το ψητό και τα τοποθετούσε σε κάτι σκεύη πήλινα  ρίχνοντας μπόλικο αλάτι από πάνω  ενώ με κάποιον τρόπο είχε εξοικονομήσει από το κελάρι του μοναστηριού  λίγο τυρί και κρασί κόκκινο από κάτι βαρέλια παλιά ,  το γεύμα έμοιαζε αρχοντικό και σύμφωνο με τις μέρες των Χριστουγέννων, όλοι έμοιαζαν ευχαριστημένοι καθώς μασουλούσαν το κρέας τους σε κάποια γωνιά.

«Αλλ’ ουχ ο ύψιστος εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί» είπε ο ηγούμενος στην ομήγυρη που είχε μαζευτεί κοντά  του μετά το φαγητό, «ο θεός μας έδωσε τις κατοικίες και τους ναούς κι αυτός πάλι μας τα χαλά, μή στενοχωριέστε αδερφοί μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του γιατί όπως λέει η γραφή ο θεός δεν κατοικεί σε ναούς και παλάτια, ο ουρανός μοι θρόνος , η δε γη υποπόδιον των ποδών μου. Κι αν τα κακά πέφτουν πάνω μας δίκην χειμερίων νιφάδων,  σαν τις νιφάδες του χιονιού δηλαδή,  άπειρο είναι το έλεος του θεού για τα τέκνα του»  έκλεισε τη σύντομη ομιλία του  κι όλοι ένιωσαν τα λόγια του βαθιά μες την καρδιά τους.  Κι ήταν εκείνα τα λόγια το ίδιο χορταστικά όπως  το κρέας και το κρασί που είχαν γευτεί. Έπρεπε να σκεφτούν που θα μείνουν και πως θα χτίσουν πάλι τις καλύβες και τους αχυρώνες  τους όμως αισθάνονταν  ότι είχαν έναν αρχηγό που θα τους έδειχνε το δρόμο και θα τους καθοδηγούσε. Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι ο καθένας  έψαχνε  κάποιο σημείο προστατευμένο από την παγωνιά για να πλαγιάσει  και να περάσει  το βράδυ. Όταν  τακτοποιήθηκαν κι έγινε ησυχία, ο Καστροφύλακας πλησίασε τον Νικόδημο.  Τον ήξερε από τότε που ήταν παιδί κι ανέβαινε στο αναλόγιο του μοναστηριού, ο Νικόδημος είχε από τότε τη φήμη του καλύτερου ψάλτη  της περιοχής και  πίστευε ότι ο μικρός που ερχόταν  κοντά του   θα γίνονταν παππάς,   «τι γίνεται στην πόλη;» τον ρώτησε,  «τι κάνετε με τον τρισκατάρατο πατριάρχη  τον Ιερεμία; Το ξέρεις ότι κάθε βράδυ είναι εδώ;    Έρχεται με τη συνοδεία  στο υποστατικό του μονόφθαλμου του Μανουήλ και κάθονται εκεί μέσα για ώρες πολλές».

«Γι αυτό ακριβώς είμαι εδώ!» είπε χαμηλόφωνα  ο Καστροφύλακας κοιτάζοντας  γύρω του για να βεβαιωθεί  ότι δεν τους άκουγε κανένας.  «Στο παλάτι επικρατεί αναβρασμός» εξήγησε στον Νικόδημο, «Ο βασιλιάς έχει περιπέσει σε ασωτίες, όλη μέρα γυρνά στα καπηλειά πίνοντας με την παρέα του,  αμελεί όλες τις υποθέσεις του κράτους, οι Σέρβοι κι οι Βούλγαροι περνούν κάθε μέρα τα σύνορα  κι αυτός το μόνο που σκέφτεται είναι το κυνήγι.  Έχει εκατοντάδες σκυλιά και γεράκια, φαλκόνια όπως τα λέει,  και μ’ αυτά καταπιάνεται συνέχεια,  φεύγει το πρωί και  κανείς δεν τον βλέπει μέχρι το σούρουπο που γυρνά κατάκοπος και πέφτει για ύπνο. Όλα ξεκίνησαν  από τότε που  η κόρη του πέθανε στη γέννα, ήταν ένα κορίτσι πολύ όμορφο,  δεκαοχτώ χρονών,  όλοι ήταν χαρούμενοι που θα γεννούσε όμως κάτι πήγε  στραβά,  ακούγεται  ότι οι γιατροί έκαναν  λάθος και τράβηξαν απότομα το μωρό προκαλώντας ζημιά στην κοπέλα.  Κάποιοι λένε ότι όλο αυτό δεν ήταν τυχαίο,  οι γιατροί λένε, είναι άνθρωποι του Μανουήλ, του σφετεριστή αδερφού του, ο Μανουήλ  έχει βάλει στο μάτι το θρόνο και μιλά με τη βασίλισσα Ειρήνη που αποδείχτηκε φίδι. Μαζί τους συνωμοτεί κι  ο Πατριάρχης  ο Ιερεμίας.  Συναντιούνται εδώ κοντά στο υποστατικό του Μανουήλ, αν μπορούσαμε να μάθουμε τι σχεδιάζουν  θα ήταν μεγάλη βοήθεια στον βασιλιά. «Θα το φροντίσω» είπε ο Νικόδημος αποφασιστικά. «Αυτό το μίασμα ο Μανουήλ δεν πρέπει με κανένα τρόπο να αναλάβει τη διοίκηση της χώρας. Όσο για τον Πατριάρχη αυτός κι αν είναι η προσωποποίηση του δαίμονα. Όποτε έρχεται εδώ με αποφεύγει γιατί ξέρει ότι εγώ δεν  τον φοβούμαι και του μιλώ κατά πρόσωπο» .

Ο Νικόδημος ήταν λοιπόν με το μέρος τους κι αυτό ήταν πολύ θετικό. Περιμένοντας τις πληροφορίες του  ο Καστροφύλακας επισκέφτηκε έναν άλλο φίλο του, τον Πολύκαρπο  το,  σιδερά, «εκεί θα έχει ζέστη»  σκέφτηκε. Ο σιδεράς ενθουσιάστηκε που τον είδε «κάτσε  δίπλα στο καμίνι» του είπε όπως σφυροκοπούσε ένα  δρεπάνι για να το κάνει κυρτό,  εκεί τον βρήκε κατά το μεσημέρι ο Νικόδημος. «Τη νύχτα θα μπουν στο δωμάτιο του βασιλιά για να  τον σκοτώσουν»  του είπε ψιθυριστά ο Νικόδημος,  «είσαι σίγουρος;»- «όπως το ακούς. Έχω άνθρωπο μέσα. Το σχέδιο το έχει καταστρώσει ο Μανουήλ μαζί με την Ειρήνη.  Σκοπός τους είναι να στέψουν τον Μανουήλ κατηγορώντας τον βασιλιά ως μέθυσο και ανίκανο,  όλα θα γίνουν απόψε». Οι συνωμότες βιάζονταν κι αυτός έπρεπε  τώρα να κινηθεί γρήγορα. Ο σιδεράς του έδωσε το άλογο του και ξεκίνησε αμέσως για το παλάτι την ώρα που  άρχιζε να σουρουπώνει. Έκανε κρύο που σε τρυπούσε  κι  ο αέρας δεν έλεγε να σταματήσει, φυσούσε δαιμονισμένα ταρακουνώντας τα δέντρα που έγερναν προσπαθώντας να αντισταθούν στη μανία του. Όπως κάλπαζε κοιτούσε ψηλά κατά τον ουρανό βλέποντας το χιόνι να πέφτει ενώ σκεφτόταν εκείνη τη φράση του Νικοδήμου ‘’δίκην χειμερίων νιφάδων’’,  πολύ του είχαν αρέσει εκείνα τα λόγια. Ώστε η Ειρήνη ήταν με τον Μανουήλ,  πάντα την υποπτεύονταν κι άλλωστε όλοι οι αυλικοί την μισούσαν εξαιτίας της αλαζονικής της συμπεριφοράς. Ήταν μια γυναίκα σπάνιας ομορφιάς που μπορούσε να γοητεύει τους πάντες όμως η καρδιά της ήταν πιο κρύα κι από τον πάγο του χειμώνα.  Όπως κάλπαζε προς  το παλάτι σκεφτόταν το σχέδιο του, η μόνη που μπορούσε να εμπιστευθεί μέσα στο παλάτι ήταν η  βασιλομήτωρ, η Άννα. Αυτή  θα έπειθε τον γιο της να μην κοιμηθεί στο βασιλικό του δώμα,  ο Καστροφύλακας  μαζί με δυο αφοσιωμένους  άντρες  θα κοιμούνταν στη θέση του περιμένοντας την βραδινή εισβολή.

Εκεί κοντά στα μεσάνυχτα πήραν θέση δίπλα στο στρώμα του βασιλιά που κοιμόταν  κατά τη συνήθεια του στο πάτωμα έχοντας απλώσει μια σειρά από  στρώσεις δερμάτων. Κάτω από τα δέρματα είχαν  τοποθετήσει μαξιλάρια ώστε να φαίνεται ότι κάποιος κοιμόταν εκεί. Από τα παράθυρα κοίταζαν τον ουρανό που ήταν  κατασκότεινος ενώ  ο καταραμένος αέρας δεν έλεγε να ησυχάσει σαν να προμήνυε μια συμφορά που πλησίαζε. Τα μάτια του βάραιναν και κάποια στιγμή τον πήρε ο ύπνος έτσι όπως στέκονταν όρθιος  βαστώντας το ξίφος του μαύρου Όλαφ. Ένας θόρυβος ανεπαίσθητος   ακούστηκε,  όλοι τινάχτηκαν και πήραν θέση μάχης όμως το μόνο που είδαν να περνά το κατώφλι του  δώματος ήταν μια γάτα,  τριγύριζε αμέριμνη στους θάλαμος του παλατιού αγνοώντας επιδεικτικά όλες τις συνομωσίες που λάμβαναν χώρα εκείνο το βράδυ που λυσσομανούσε ο αέρας. «Μήπως ξεγέλασαν τον Νικόδημο;»  σκεφτόταν ο Καστροφύλακας. «Μήπως ο κακός καιρός είχε ανατρέψει τα σχέδια τους; Μήπως είχε διαρρεύσει ότι τους περίμεναν και είχαν ξενυχτήσει άδικα;» Η κούραση τον είχε εξαντλήσει όμως αυτό που τον κρατούσε ΄ήταν η επιθυμία του να εκδικηθεί για τον χαμό του ΄καλύτερου του φίλου του Μερκούριου, ενός  παλληκαριού  από τα πιο άξια που είχε γνωρίσει ο στρατός της αυτοκρατορίας.  ο Μανουήλ πάντα γλυκοκοίταζε τη γυναίκα του Μερκούριου., για να τον ξεφορτωθεί λοιπόν τον έστειλε σε μια μάχη αυτοκτονική απέναντι στον στρατό των Βουλγάρων που όχι απλά ήταν υπεράριθμοι  αλλά απαρτίζονταν κι από τον  ο ανθό των βασιλικών τους ταγμάτων. Ο  Μερκούριος δεν είχε καμιά τύχη κι ο Καστροφύλακας  που τον είχε συνοδέψει τον είχε δει να σκοτώνεται εκεί μπροστά στα μάτια του,  εκείνος είχε γλιτώσει μόνο από τύχη όταν οι Βουλγάροι χύμηξαν ν’ αρπάξουν την αστραφτερή πανοπλία του Μερκούριου που ήταν φτιαγμένη από χαλύβδινες πλάκες και δέρμα.

Λίγο προτού ξημερώσει ετοιμάζονταν να διατάξει τους στρατιώτες να φύγουν  όταν από το βάθος του θαλάμου που έβγαζε στην  αυτοκρατορική τραπεζαρία ακούστηκαν  ήχοι από βήματα πάνω στις πλάκες .  «Μην κουνηθεί κανείς  μέχρι να δώσω το σύνθημα!»  ψιθύρισε  στους άλλους δύο που συμφώνησαν μ’ ένα νεύμα.  Οι συνωμότες μπήκαν βιαστικά σπρώχνοντας  την πόρτα, φώναξαν  «θάνατος στον μέθυσο!»  και με όλη τους τη δύναμη άρχισαν να μπήγουν τα μαχαίρια στο στρώμα όπου υποτίθεται κοιμόταν ο βασιλιάς.  «Τώρα!» Ούρλιαξε  ο Καστροφύλακας όπως άρπαζε τον αρχισυνομώτη από το λαιμό ενώ οι άλλοι δύο χτυπούσαν δεξιά κι αριστερά τους εισβολείς που πρέπει να ήταν καμιά δεκαριά  όμως είχαν αιφνιδιαστεί και προσπαθούσαν να δραπετεύσουν τρομαγμένοι κρατώντας τα πληγωμένα σώματα τους. Ο Καστροφύλακας έστησε στον τοίχο  τον Μανουήλ, τον κοίταξε βαθιά μέσα στο μοναδικό του μάτι που έδειχνε τρομαγμένο και ταυτόχρονα τόσο άγριο σαν  να είχαν μαζευτεί  μέσα του όλα τα στοιχεία της κόλασης,  «αυτό για τον Μερκούριο!»  του  φώναξε καθώς τον κάρφωνε.  

 

 

 

 

 

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Εκεί κατά τα μέσα Νοέμβρη άρχιζε να νιώθει κάπως διαφορετικά, ξεκινούσε  η περίοδος των Χριστουγέννων, στην πόλη άρχιζαν να στολίζουν και τα βράδια έβλεπες τα λαμπάκια ν’  αναβοσβήνουν μέσα στην ομίχλη, η ατμόσφαιρα άλλαζε καθώς ο χειμώνας προχωρούσε κι οι νύχτες γίνονταν όλο και μεγαλύτερες, ολόκληρη η πόλη μεταμορφώνονταν . Κάτω στην παραλία ήταν το πιο ωραίο με τα καράβια  που στέκονταν ακίνητα και τα σύννεφα που έτρεχαν πέρα μακριά τον ορίζοντα. Το βράδυ όλες οι επιφάνειες στραφτάλιζαν  μετά τη βροχή και τα άστρα ψηλά έμοιαζαν με τα μάτια του θεού που παρακολουθούσαν  τι συμβαίνει κάτω στον κόσμο. Μετά τη βροχή ήταν η ιδανική ώρα για μια βόλτα δίπλα στη θάλασσα,  τα κτίρια άλλαζαν μορφή τότε και δεν έμοιαζαν τόσο άσχημα ,  ά ο χειμώνας στην πόλη ήταν ωραίος! Δεν ένιωθες απροστάτευτος, ο παγωμένος αέρας σταματούσε μπροστά στους όγκους των πολυκατοικιών, μπορούσες να μπεις σ’  όποιο μαγαζί ήθελες και να πιείς κάτι ζεστό,  το πλήθος έδειχνε πιο συμπαθητικό όπως σε προσπερνούσε, στα πεζοδρόμια οι περαστικοί χαμογελούσαν ευγενικά, ήταν σαν όλοι να ένιωθαν ότι πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι έπρεπε να δείξουν τον καλύτερο τους εαυτό.

 Μετά τη δουλειά, πήγαινε πάντα για τρέξιμο σ’ ένα πάρκο,  εκεί κοντά στο σπίτι του, καθώς έτρεχε δίπλα σε κάτι σχάρες  άκουγε τον βόμβο του νερού που κυλούσε στους σωλήνες της ύδρευσης  κάτω από τα πόδια του. Στην άκρη του πάρκου υπήρχε ένα μέρος λίγο περίεργο όπου έμεναν κάτι ξένοι, μαυριδεροί. Μέσα  από τα χαλάσματα όπου κατοικούσαν,  πετάγονταν δυο τρία μικρά  κοκοράκια  με τα πολύχρωμα φτερά τους ψάχνοντας να φάνε κάτι  στα χορτάρια που φύτρωναν. Συχνά έβλεπε  κι έναν σκύλο  που γαύγιζε  όποτε είχε όρεξη, όποτε πάλι έβρεχε και είχε μουσκέψει ούτε που του έδινε σημασία μονάχα τον παρατηρούσε με τα μεγάλα μάτια τους όπως περνούσε τρέχοντας δίπλα του. Σπάνια έβλεπε τους ανθρώπους που έμεναν εκεί, μόνο κάτι φιγούρες σκοτεινές σάλευαν  πίσω από τα τζάμια, μια φορά   είχε δει έναν τύπο λίγο ασυνήθιστο, αδύνατο με ξανθά μαλλιά και χαρακτηριστικά που θύμιζαν άνθρωπο από τη βόρεια Ευρώπη , «τι γυρεύει αυτός εδώ πέρα ;»είχε κάνει τη σκέψη. «Τι θες και περνάς από κει μέσα στα σκοτεινά;» του έλεγε η γυναίκα  του όμως εκείνος δεν φοβόταν καθόλου, ίσα ίσα του άρεσε αυτή η παρακμιακή  νότα μέσα στη ρουτίνα της πόλης. Ένιωθε καλά, ήταν η πιο ωραία περίοδος,  είχε κάνει τις προσπάθειες του στη διάρκεια του χρόνου που είχε περάσει, το είχε παλέψει όσο μπορούσε και τώρα είχε το δικαίωμα να ανασάνει λίγο, είτε είχε πετύχει τους στόχους του είτε όχι. H διάθεση του ήταν θαυμάσια όμως από το πουθενά ακούστηκε ότι στην εταιρεία του θα γίνονταν εκκαθαρίσεις κι όλα έγιναν άνω κάτω.

 Στα ανώτερα κλιμάκια είχε αρχίσει ν’  απλώνεται μια αναταραχή  που περνούσε προς τα κάτω,  κανείς δεν ήξερε τι του ξημέρωνε, ποιος θα χάνονταν και ποιος θα επιζούσε την επόμενη χρονιά. Στα γραφεία όλοι τριγυρνούσαν ανήσυχοι, αδυνατούσε να καταλάβει  τι πραγματικά συνέβαινε, όλο αυτό  τον είχε χαλάσει, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί ούτε να πάει για τρέξιμο το βράδυ στο πάρκο με τις σχάρες και τους περίεργους ξένους. «Έχουμε μια συνάντηση στην Αθήνα, εκεί θα παρθούν όλες οι αποφάσεις» του είπε μια μέρα ο προϊστάμενος του. «Ωχ!» σκέφτηκε «ο κύβος ερίφθη». Η συνάντηση θα γινόταν τη δευτέρα το απόγευμα, «αν φύγω νύχτα με το αμάξι θα είμαι κάτω τα ξημερώματα» είπε στη γυναίκα του. Θα κοιμόταν λίγο στο σπίτι του γιου του που σπούδαζε στην πρωτεύουσα και το απόγευμα θα πήγαινε στα κεντρικά.

Είχε καιρό πολύ να ταξιδέψει  νύχτα,  με όλα αυτά που γινόταν τελευταία δεν κοιμόταν καλά , νύσταζε  και ήξερε ότι πρέπει να προσέχει. Αφού είχε διανύσει καμιά εκατοστή χιλιόμετρα ένιωσε μια κούραση σαν να λύνονταν τα μέλη του, όλη μέρα ήταν νηστικός, το μόνο που είχε βάλει στο στόμα του ήταν ένα σακουλάκι φιστίκια ενώ είχε πιει  και μια κόκα κόλα μικρή, αυτό ήταν το γεύμα του.  Έβαλε να παίξουν στο ηχοσύστημα  κάτι χριστουγεννιάτικες, μεσαιωνικές μουσικές  που  άκουγε το τελευταίο διάστημα,  ψάχνοντας έναν περισπασμό που θα τραβούσε  την προσοχή του ώστε να μην κοιμηθεί όμως οι μουσικές εκείνες του έφερναν  ύπνο. Παρακολουθούσε την κεντρική λωρίδα του δρόμου  παλεύοντας να μη χάσει την πορεία του. Σε μια στιγμή,  δίχως να το καταλάβει, βρέθηκε  δίπλα στις μπάρες και τον έπιασε πανικός, τον είχε πάρει ο ύπνος  για μερικά δευτερόλεπτα, θα μπορούσε να είχε  σκοτωθεί, κρύος ιδρώτας τον έλουσε, αμέσως σταμάτησε στην άκρη του δρόμου,  και κοιμήθηκε για κανένα μισάωρο σ’  ένα σκοτεινό σημείο, είχε ακούσει ότι αυτό το κάνουν οι ταξιτζήδες που εκτελούν νυχτερινά δρομολόγια,  «αν κοιμηθώ πέντε  λεπτά  είμαι  εντάξει, μπορώ να  οδηγώ για ώρες»  τους είχε πει ένας τύπος εκεί πάνω στον Έβρο όπου υπηρετούσε τη θητεία του κι  έτρεχαν σαν παλαβοί  να κερδίσουν χρόνο στην άδεια τους. Αυτός ο σύντομος ύπνος είχε καθαρίσει το μυαλό του και  μπορούσε  να συνεχίσει .

Θα πρέπει να είχε φτάσει στο μισό της διαδρομής, έψαχνε κανένα σημείο να αγοράσει λίγο καφέ και να ξεμουδιάσει.  Μπροστά του φάνηκαν κάτι φώτα. Κάποιο μαγαζί  διανυκτέρευε.   Ήταν καλό σημείο για μια στάση. Ετοιμάζονταν να στρίψει στην έξοδο της εθνικής όταν πρόσεξε την τελευταία στιγμή κάτι να σαλεύει πάνω στο οδόστρωμα, ένας άνθρωπος βρισκόταν   ξαπλωμένος εκεί στη μέση του δρόμου σαν φάντασμα,  τι στο διάβολο ήθελε μέσα στην ερημιά, φρενάρισε απότομα και κατέβηκε να δει τρομαγμένος . Γύρω  δεν υπήρχε ψυχή σαν να είχε πέσει βόμβα εξαφανίζοντας κάθε ίχνος ζωής,  μόνο τα φανάρια  από το μαγαζί που διανυκτέρευε  έφεγγαν και μπορούσε να δει τι γινόταν. Στη μέση του δρόμου ήταν σωριασμένος ανάσκελα ένας άντρας. Κοίταξε  το πρόσωπο του, δύσκολα καταλάβαινες  την ηλικία του,  τα γένια  κάλυπταν τη μορφή του, υπολόγιζε ότι θα πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα – σαράντα. Όπως τον πρόσεχε διαπίστωσε ότι  ήταν ολόιδιος με τον παράξενο βορειοευρωπαίο  που έβλεπε στο συνοικισμό  των ξένων, εκεί στο πάρκο όπου έτρεχε, πως στο δαίμονα είχε βρεθεί εκεί πέρα !  «Είσαι  καλά;» τον ρώτησε,  ο άλλος έγνεψε «καλά- καλά». Δοκίμασε το τηλέφωνο του να καλέσει βοήθεια όμως σ’ εκείνο το καταραμένο σημείο δεν είχε καθόλου σήμα, ήταν σαν να βρισκόταν σε μια νεκρή ζώνη όπου τα πάντα είχαν μείνει μετέωρα, «τι γίνεται απόψε;» φώναξε μιλώντας στον  εαυτό του.

Έσκυψε και  βοήθησε τον άνθρωπο να σηκωθεί ενώ ταυτόχρονα ψαχούλευε το σώμα του μήπως είχε κρυμμένο κανένα όπλο ή μαχαίρι.  «Έχεις  νερό;» του είπε ο άλλος,  φαινόταν αδύναμος. «Ρε φίλε παραλίγο να σε λιώσω, είσαι τρελός, πως βρέθηκες εδώ πέρα,  τι κάνεις, από που έρχεσαι, που πηγαίνεις;»- « Είμαι με το φορτηγάκι μου, εκεί μένω, ήρθα για καφέ, κάτι έπαθα και ζαλίστηκα » του είπε ο ξένος καθώς άδειαζε  με μεγάλες γουλιές  ένα  πλαστικό μπουκάλι. «το φορτηγάκι μου έπαθε ζημιά, μπορείς να με πάρεις μέχρι την Αθήνα;»  -«άντε έλα» του είπε ενώ  μέσα του σκέφτονταν ότι έπρεπε να προσέχει  όμως  χρειαζόταν κάποιον να του μιλά ώστε  να μείνει ξύπνιος. σε περίπτωση που χρειαζόταν να παλέψουν τον είχε οπωσδήποτε,  όπως τον έκοβε  δεν υπήρχε περίπτωση να τον αιφνιδιάσει, αν έβλεπε  καμιά ύποπτη κίνηση θα τον πετούσε όπως ήταν  στην ερημιά κι ας έκοβε το κεφάλι του, δεν θα έσκαγε. 

Με τον ξένο δίπλα του μπήκε  στο μαγαζί που διανυκτέρευε, το μέρος έμοιαζε άδειο, δεν υπήρχε κανείς πίσω από τον πάγκο μόνο σε μια σκοτεινή γωνιά δυο φιγούρες καθόταν γύρω από ένα τραπέζι σιωπηλές.  «Είναι κανείς από το μαγαζί εδώ μέσα;» τους ρώτησε και τότε οι φιγούρες  σηκώθηκαν και κινήθηκαν προς το μέρος του. Ήταν αστυνομικοί.  Αγνοώντας τον εντελώς πλησίασαν προς τον ξένο κι ο ένας αστυνομικός ο πιο νεαρός,  το άρχισε να του ζητά τα στοιχεία του,  μιλούσε πολύ επιθετικά  και σε κάποια στιγμή άρχισε να τον βρίζει. «Μη του μιλάς έτσι!»  του φώναξε αυτός όμως ο αστυνομικός σαν να ερεθίστηκε περισσότερο και του είπε «σκάσε και κοίτα τη δουλειά σου!».  Το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι, όλη η ένταση των ημερών σαν να βγήκε απότομα από μέσα κι όρμησε στον αστυνομικό, τον έπιασε από το γιακά  και του φώναξε «μη του μιλάς έτσι!»  εκείνη τη στιγμή όμως ήρθε ο δεύτερος  αστυνομικός που φαίνεται ότι είχε μια δύναμη τεράστια, και τον έσπρωξε μακριά σαν να ήταν μια άδεια χαρτοσακούλα, έκπληκτος κοίταξε τον δεύτερο αστυνομικό που του είπε ήρεμα «κάτσε ήσυχα φίλε, δεν υπάρχει θέμα πάρε το δικό σου και φύγετε».

Έμειναν οι δυο τους και μπήκαν στο αμάξι, είχαν ακόμα δυο τρις ώρες ταξίδι. Αφού είδε ότι ο ξένος   δεν ήταν και πολύ ομιλητικός  άνοιξε τη μουσική που έπαιζε πάλι ύμνους χριστουγεννιάτικους. «Ακούς τέτοια πράγματα;» είπε ο ξένος «ξέρεις τι είναι αυτά, εμείς  τα ακούμε τα Χριστούγεννα,  είναι τραγούδια  παλιά,  τα άκουγα στο σπίτι του παππού μου  όταν ήμουν μικρός και μαζευόμασταν στο χωριό, ξέρεις τι λέει το τραγούδι, «Χαρείτε! Ο Χριστός γεννιέται από την Παρθένο Μαρία !»  εκεί πάνω  έχουμε χιόνι πολύ τα Χριστούγεννα, ένα μέτρο, δύο μέτρα». Οι μουσικές είχαν ξυπνήσει τον ξένο που άρχισε να μιλά σαν να ξυπνούσε από κάποιο λήθαργο. «Τέτοιες  μέρες όταν ήμουν στην πατρίδα βγαίναμε με τους φίλους και γυρίζαμε στα σπίτια κρατώντας ένα ποτό που το λέμε βάσαϊ. Βάζουμε  τα καλύτερα υλικά, υδρομέλι και άγρια μήλα,  άλλοι βάζουν  μπράντι,  κανέλα και μοσχοκάρυδο. Η γιαγιά μου ήξερε την καλύτερη συνταγή κι έφτιαχνε το πιο γλυκό ποτό με σέρι,  ένα κρασί από άσπρα σταφύλια της Ισπανίας, έριχνε μέσα και  κομμάτια ψωμί που έψηνε στο φούρνο,  το δίναμε στους γείτονες, τραγουδούσαμε και καλούσαμε τον κόσμο να πιει από  το ποτό και να ευχηθεί μέσα στο χιόνι και στην παγωνιά, όλοι ήταν  χαρούμενοι, ά ήταν πολύ όμορφα !

Προχωρούσαν μέσα στο σκοτάδι ενώ αυτός προσπαθούσε να φανταστεί πως ήταν τα Χριστούγεννα εκεί πάνω στο βορρά.  «Τι λέει τώρα αυτός ο ύμνος;» ρώτησε τον ξένο, ο «ά αυτός μιλά για την Παναγία, πύλη του παραδείσου, άστρο της θάλασσας, εσύ που δέχτηκες τον  χαιρετισμό του Γαβριήλ, ελέησε εμάς του αμαρτωλούς»  εξήγησε  ο ξένος  κι εκείνη τη στιγμή είδαν μπροστά τους  τα φώτα της πόλης,  όλα γύρω φωτίστηκαν σαν να έπεφτε  κάποιος μετεωρίτης  από τον ουρανό,  το φεγγάρι βγήκε μέσα από τα σύννεφα που ξαφνικά σαν να άνοιξαν,  ο ξένος άρχισε πάλι να  άρχισε να τραγουδά δυνατά,  «χαρείτε χαρείτε ο χριστός γεννιέται από την παρθένο Μαρία»  ήθελε να τραγουδήσει κι αυτός  μαζί του όμως δεν ήξερε τα λόγια .

 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΔΙΑ

Από το ματάκι της πόρτας έβλεπε τη γυναίκα του επάνω διαμερίσματος να παλεύει αγκομαχώντας καθώς κουβαλούσε ένα καροτσάκι με ψώνια από τη λαϊκή.  Καμιά φορά έβγαινε να τη βοηθήσει όμως άλλες φορές την άφηνε να τυραννιέται και να ιδρώνει , πρέπει να ζύγιζε πάνω από εκατό κιλά. Της το κρατούσε από τότε που  είχε πλημμυρίσει το διαμέρισμα της,  «πρόσεχε  το καζανάκι,  το ακούω όλη νύχτα που τρέχει, σίγουρα έχει διαρροή» της είχε πει, όμως η Τούλα, έτσι λέγανε τη γειτόνισσα,  το άφηνε σαν να επιζητούσε να προκαλέσει τη ζημιά ώσπου το νερό πέρασε από τον τοίχο και πλημύρισε το σπίτι της. Έλειπε σε διακοπές  εκείνο το διάστημα κι όταν  γύρισε δεν μπορούσε να το πιστέψει, τσαλαβουτούσε στα νερά που είχαν γεμίσει το διαμέρισμα της, τα ντουλάπια της   κουζίνα είχαν ανοίξει  από την υγρασία,  πέρασε μια ολόκληρη μέρα αδειάζοντας κουβάδες μέχρι να στεγνώσει τα πατώματα, τα έπιπλα καταστράφηκαν ,  είχαν κάνει μεγάλο καυγά τότε και η Τούλα είχε  δεχθεί να πληρώσει το ποσό για την επισκευή της κουζίνας όμως το σοκ ήταν μεγάλο. Πρόβλημα είχε και με τον σκύλο της γειτόνισσας, ένα λυκόσκυλο με τεράστιο στόμα και κάτι μάτια που γυάλιζαν σα να ήταν δαιμονισμένο.  Γαύγιζε όλη την ώρα  επειδή δεν το βγάζανε έξω. Ήταν ένα περίεργο σκυλί, η φάτσα του σε τρόμαζε  όμως ήταν πολύ ήρεμο κι όποτε το συναντούσε  ερχόταν  για να  χαϊδέψει το μαλλιαρό λαιμό του κι εκεί  κάτω από το σαγόνι . Πολλές φορές έπεφτε πάνω του  στην είσοδο, την κοιτούσε  μ’ εκείνα τα διαπεραστικά μάτια του περιμένοντάς ν’ ανοίξει  την εξώπορτα που την κλείδωναν επειδή η στην περιοχή κυκλοφορούσαν διαρρήκτες. Ποτέ της δεν είχε δει τη γειτόνισσα να κατεβάζει το σκυλί,  το αμολούσε εκεί πέρα κι εκείνο αφού βολόδερνε στα σοκάκια επέστρεφε πάλι περιμένοντας κάποιον να το βάλει μέσα.  Τα βράδια   το λυκόσκυλο στέκονταν  στο μπαλκόνι του πάνω ορόφου ατενίζοντας  το βάθος του δρόμου ακίνητο σαν σφίγγα αρχαίας προμετωπίδας.

Κάποια νύχτα   άκουγε κάτι ήχους  που έβγαιναν από τους τοίχους του πάνω διαμερίσματος σαν κάποιος να πονούσε ή να υπέφερε, ήξερε ότι επισκέπτονταν τη γειτόνισσα ο ανιψιός της,  ένας τύπος ύποπτος που έφερνε μάλιστα μαζί και τους φίλους του, δυο τρεις κοκαλιάρηδες νεαρούς που ανέδυαν μια μυρωδιά παράξενη,  κάτι ανησυχητικό μαγειρεύονταν . Όπως μεγάλωναν οι νύχτες κι αργούσε να ξημερώσει σηκώνονταν εκεί λίγο μετά τα μεσάνυχτα ακούγοντας  συρσίματα στους τοίχους,  ψίθυρους κι ομιλίες,  προσπαθούσε να καταλάβει τις κουβέντες όμως δεν έβγαζε άκρη. Μια νύχτα μάλιστα είχε ακούσει φωνές ενός κοριτσιού που έμοιαζε να ζητά βοήθεια  και να λέει σε κάποιον «άφησε με ήσυχη, μη με πλησιάζεις!»  φοβήθηκε  και σκέφτηκε να χτυπήσει το κουδούνι της γειτόνισσας   όμως ύστερα από  λίγο όλα σταμάτησαν και σκέφτηκε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό.

Εκείνο το διάστημα τα νεύρα της ήταν τεντωμένα όλη την ώρα, είχε ζοριστεί πάρα πολύ. Η μητέρα της  της ήταν άρρωστη κι έτρεχε να τη δει μετά τη δουλειά.  Τα αδέρφια της έπαιρναν κανένα τηλέφωνο,  ερχόταν καμιά φορά να δουν τη μάνα τους,  να πιούν κανένα καφέ μαζί της κι ύστερα εξαφανίζονταν,  κανείς δεν ήθελε να αναλάβει τη ζόρικη φροντίδα της τώρα που γερνούσε. Οι φίλες της τηλεφωνούσαν να πάνε σε κάτι καζάνια, σ’ ένα χωριό όπου  έβγαζαν τσίπουρο αυτήν την εποχή, οργάνωναν εκδηλώσεις κι έφερναν όργανα,  γίνονταν  πανηγύρια που είχαν πολύ χαβαλέ  όμως εκείνη  δεν μπορούσε να πάει πουθενά.  Καθόταν εκεί να περιμένει τη μητέρα της να φάει κι έπειτα έπρεπε να πλύνει τα πιάτα, να σκουπίσει,  να τακτοποιήσει,  να ελέγξει τα χάπια,  έφευγε αργά το απόγευμα κι όταν έφτανε στο σπίτι έπεφτε ξερή να κοιμηθεί. Το φθινόπωρο πλησίαζε στο τέλος του κι  οι νύχτες  γινόταν ολοένα  μεγαλύτερες. Όπως ξυπνούσε το πρωί για να πάει στη δουλειά αναπολούσε το καλοκαίρι, είχε καταφέρει να πάει  ένα ταξιδάκι σ’  ένα μέρος ορεινό που είχε πολύ δροσιά μέσα στον Αύγουστο. Θυμόταν τα δάση και  το παγωμένο νερό μιας πηγής που ανέβλυζε εκεί πάνω σ’ ένα τοπίο γεμάτο με βράχους τεράστιους. Σήκωνε τη φούστα της και περπατούσε στην άμμο που είχε σχηματιστεί στο βυθό του ρυακιού χαλαρώνοντας καθώς το κρύο νερό κυλούσε γύρω από τα γόνατα της.  Ύστερα έβγαζε φωτογραφίες τα άγρια λουλούδια που φύτρωναν εκεί πάνω κι έψαχνε να βρει τις ονομασίες τους στο google lens  μόλις κατέβαινε από το βουνό και είχε σήμα στο κινητό. Είχε μάθει ένα σωρό πράγματα για τα φυτά που φύονταν  σ’  εκείνο το υψόμετρο κι ήταν  ενθουσιασμένη, πιο μεγάλη εντύπωση της είχαν κάνει κάτι μικρά, κατακόκκινα αγριογαρύφαλλα που  έμαθε ότι τα λένε «άνθη του Δία». «Του χρόνου θα έρθω οπωσδήποτε εδώ πάνω ξανά» έλεγε μέσα της…  

Ένα  βράδυ Σαββάτου είχε πέσει από νωρίς να κοιμηθεί όταν ένιωσε  μια φωνή μέσα στον ύπνο της κι αμέσως μετά  ακούστηκε ένας γδούπος υπόκωφος σαν να έσκαγε κάποιο  σώμα ανθρώπινο πάνω στο πάτωμα. Σηκώθηκε και  κοίταξε από το ματάκι της πόρτας,  δεν φαινόταν τίποτα μονάχα κάποιος σκύλος  γαύγιζε σιγανά σαν να κλαψούριζε, σίγουρα το λυκόσκυλο της Τούλας . Άνοιξε με προσοχή και προχώρησε στο διάδρομο μέχρι τα σκαλιά.  Είδε κάτι να κινείται  στον πάνω όροφο κι έπειτα ένα χέρι παχουλό  σαν να απλώθηκε και να κρεμάστηκε στο κενό εντελώς άψυχο, ήταν σίγουρα  η Τούλα,  «πρέπει να καλέσω την αστυνομία»  σκέφτηκε. Φοβόταν να προχωρήσει , στη μικρή πολυκατοικία δεν μπορούσε κανείς  να τη βοηθήσει ,  τα κορίτσια που έμεναν   στο διπλανό διαμέρισμα,  κάτι φοιτήτριες από την επαρχία,  είχαν βγει  έξω, κι ο παππούς που νοίκιαζε το διαμέρισμα το ισογείου ήταν εντελώς κουφός.

«Τούλα είσαι καλά;»   φώναξε αλλά  δεν πήρε απάντηση. Έκανε ένα βήμα προς τα σκαλιά,  «αχ θε μου τί έγινε;» άκουσε τη φωνή της να ψιθυρίζει βλέποντας ένα μικρό αυλάκι από αίμα που κατέβαινε. «Τούλα τι έγινε;» ρώτησε πάλι  κι από το κεφαλόσκαλο άκουσε κάτι ασυνάρτητα λόγια, προχώρησε προσεκτικά όταν εντελώς απροειδοποίητα ένας άντρας εμφανίστηκε στην κορυφή της σκάλας και μόλις την είδε όρμησε κατά πάνω της,  φοβήθηκε ότι θα τη χτυπούσε όμως εκείνος ούτε που της έδωσε σημασία,  απλά  την προσπέρασε σπρώχνοντάς την βίαια  και ξεχύθηκε προς την εξώπορτα,  στο ισόγειο. Πρόλαβε μια στιγμή να δει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του,  ήταν αξύριστος με αραιά μαλλιά και μάτια κατακόκκινα σαν να  είχε να κοιμηθεί ένα μήνα, «πρέπει να θυμάμαι το πρόσωπο του»  έκανε τη σκέψη,  «μπορεί να μου ζητήσουν να τον περιγράψω στην αστυνομία όπως συμβαίνει στα σίριαλ του Netflix».

Ο αξύριστος άντρας έφτασε  στο ισόγειο όμως  δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα που ήταν κλειδωμένη,  πάλευε με το χερούλι κοιτάζοντας  γύρω σαν χαμένος, κλωτσούσε με μανία το γυαλί, έμοιαζε με ζώο που το είχαν στριμώξει  όταν ήρθε σαν φάντασμα το λυκόσκυλο της γειτόνισσας και του επιτέθηκε.  Άρχισαν να παλεύουν  εκεί στην είσοδο,  μπροστά από τη γυάλινη εξώπορτα, ο σκύλος είχε σηκωθεί στα δυο του πόδια και προσπαθούσε να τον  αρπάξει από το πρόσωπο  ενώ ο άντρας τον κρατούσε μακριά κραδαίνοντας κάτι που κρατούσε στο χέρι του, το σκυλί γαύγιζε αγριεμένο, πρέπει να είχε λυσσάξει,  δε φαίνονταν να νιώθει   τίποτα από τα χτυπήματα του άντρα ο οποίος ήταν μεγαλόσωμος και είχε πανικοβληθεί,  έβριζε ότι μπορούσες να φανταστείς κοιτώντας όλη την ώρα κατά την έξοδο,  ήταν μια σκηνή εντελώς χαοτική. Σε μια φάση το σκυλί τον έριξε κάτω αρπάζοντας το πόδι του  όμως εκείνος κατάφερε να απελευθερωθεί, κλώτσησε την πόρτα με όλη του τη δύναμη και το τζάμι επιτέλους έσπασε,  πέρασε μέσα από τα γυαλιά   σκίζοντας τη μπλούζα του κι   άρχισε να τρέχει στον κατηφορικό δρόμο που υπήρχε έξω από την πολυκατοικία ενώ  ο σκύλος  πέρασε κι εκείνος μέσα από το σπασμένο τζάμι και ξεχύθηκε σαν μανιασμένος πίσω από  τον άντρα. 

«Ωχ ξέχασα την Τούλα!»  είπε  φωναχτά σαν να μιλούσε σε κάποιον, η σκηνή την είχε απορροφήσει εντελώς και  γύρισε αλαφιασμένη να δει πως ήταν η γειτόνισσα . Τη βρήκε ξαπλωμένη μπρούμυτα,  το αίμα της έτρεχε συνέχεια όμως  δε φαινόταν να έχει κάποια μεγάλη πληγή.  Έτρεξε αμέσως στο διαμέρισμα της και κάλεσε  ασθενοφόρο, «ελάτε γρήγορα!»  τους είπε,  «φωνάξτε  και την αστυνομία σας παρακαλώ,  μια γυναίκα έχει χτυπήσει άσχημα!» Ανέβηκε πάλι τις σκάλες και είδε τη γειτόνισσα να έχει γυρίσει ανάσκελα,  ήταν ζωντανή,  πρόσεξε ότι το αίμα είχε σταματήσει να τρέχει από την πληγή που είχε στο χέρι της κι αυτό ήταν άλλο ένα ενθαρρυντικό σημάδι, έσκυψε να τη βοηθήσει όμως τραβήχτηκε, είχε ακούσει ότι δεν πρέπει να πειράξεις κάποιον χτυπημένο γιατί μπορεί να τον κάνεις χειρότερα, φοβόταν  να ακουμπήσει το σώμα της πεσμένης γυναίκας. Καθώς οι τραυματιοφορείς αργούσαν να εμφανιστούν κοίταξε γύρω. Πρόσεξε ότι η πόρτα της γειτόνισσας  ήταν ανοιχτή, έσκυψε λίγο και είδε μια  σκιά  να κινείται μέσα στο σπίτι. Δοκίμασε να πλησιάσει περισσότερο  όταν ένοιωσε κάτι  να την αρπάζει από το πόδι,  «όχι μην πας μέσα!»  ούρλιαξε  η  Τούλα που είχε βρει τις αισθήσεις της, δεν έπρεπε να το  πει γιατί τώρα  έπρεπε να δει οπωσδήποτε τι υπήρχε μέσα στο διαμέρισμα. Σπρώχνοντας προσεχτικά με το πόδι της άνοιξε την πόρτα πολύ προσεκτικά έκανε  ένα, δύο, τρία, βήματα και τότε είδε μια νεαρή  γυναίκα,  άγνωστη,  γεμάτη αίματα να κρατά ένα μαχαίρι  της κουζίνας και να την κοιτά  μ’ ένα βλέμμα εντελώς παλαβό. Ένιωσε μια τσιρίδα να βγαίνει από το στόμα της καθώς άκουγε  μια φωνή από κάτω, από την είσοδο, «Εσείς καλέσατε στο τηλέφωνο;»  

 

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Από τότε που η κόρη του είχε έρθει να μείνει μαζί του είχε χάσει την ισορροπία του, δεν κοιμόταν καλά, ήταν σε μια διαρκή ένταση. Είχαν φύγει με τη μάνα της στο εξωτερικό  τότε που χώρισαν,  και δεν μπορούσε να τη δει, είχε χαλάσει τον κόσμο όμως η γυναίκα του για να τον εκδικηθεί έκανε ότι μπορούσε να μην έρχεται σε επαφή με το παιδί, μονάχα στις γιορτές τον άφηνε να το βλέπει κι έτσι δεν είχε χάσει την εικόνα του. Εκείνο το διάστημα είχε πεθάνει και η αδερφή του που αγαπούσε πολύ και είχε ζοριστεί άσχημα. Για χρόνια  έστελνε στη γυναίκα και στην κόρη του χρήματα κι όταν ενηλικιώθηκε το παιδί έχασε κάθε επαφή . Έτσι όταν  μια μέρα του είπε ότι θα έρθει να μείνει στην Ελλάδα αιφνιδιάστηκε. Το κορίτσι ήθελε να σπουδάσει στην Αθήνα κι όταν τελείωσε ήθελε να έρθει κοντά του,  στη Θεσσαλονίκη,  «μπαμπά θα μείνω  για λίγο μαζί σου μέχρι να τελειώσω το μεταπτυχιακό» - «εντάξει» της απάντησε «θα το πληρώσω εγώ μην ανησυχείς»  όμως ήταν λίγο περίεργο. Είχε ξεχάσει πως είναι να ζεις με κάποιον άλλον,  πόσο μάλλον μ’ ένα κορίτσι που πλησίαζε τα τριάντα. Το σπίτι του ήταν μικρό, δυο δωμάτια όλα κι όλα,  το κορίτσι βολεύτηκε στην κρεβατοκάμαρα κι αυτός κοιμόταν στον καναπέ της κουζίνας. Ήταν πολύ διακριτική, πολλές φορές χάνονταν και την έψαχνε, ήξερε ότι πήγαινε να μείνει με το φίλο της . Όταν γυρνούσε  προσπαθούσε να μην κάνει θόρυβο, καμιά φορά μαγείρευε, του είχε λείψει το σπιτικό φαγητό.  Ένα σαββατοκύριακο τον πήρε μαζί της να ψωνίσουν από τα μαγαζιά, « καλό είναι αυτό μπαμπά;»  τον ρωτούσε κάθε φορά που δοκίμαζε ένα  φόρεμα κι από την έκφραση του καταλάβαινε.  Όταν την είδε ντυμένη μ’ ένα ωραίο άσπρο φουστάνι  της έκανε νόημα ότι της πήγαινε πολύ,  το κορίτσι  χάρηκε, «μπαμπά  έχεις γούστο,  θα το πάρω εντάξει;»,  οκ ένευσε αυτός.

Τον περίμενε κάθε φορά να γυρίσει,  της είχε λείψει η επαφή μαζί του και προσπαθούσε να καλύψει το κενό. Περνούσε πολλές ώρες διαβάζοντας στο γραφείο του ενώ παράλληλα ταχτοποιούσε ό,τι έβλεπε.  Καθάρισε την κουζίνα,  το μπάνιο, γυάλισε τα μπαλκόνια που είχαν χρόνια να πλυθούν,  δεν μπορούσε να πιστέψει ότι το σπίτι του ήταν τόσο καθαρό.  «Μπαμπά τι είναι εκείνος ο κατάλογος με  τις ταινίες που έχεις πάνω στο γραφείο σου;» τον ρώτησε μια μέρα, « ά είναι ταινίες,  ντοκιμαντέρ και σειρές που έχω ξεχωρίσει.  Όποτε έχω χρόνο  κάθομαι και βλέπω καμιά ταινία ή καμιά σειρά,  είναι το χόμπι μου». Το κορίτσι καθόταν και χάζευε τον κατάλογο,  μερικές ταινίες ήταν παλιές, ασπρόμαυρες, «είναι καλές μπαμπά;» - « πολύ καλές,  άμα θέλεις να καθίσουμε να  δούμε καμιά,  πολλές τις βρίσκεις δωρεάν  κι αν βάλεις  υποτίτλους είναι μια χαρά» -«πάντως μπαμπά είδα και κάτι ντοκιμαντέρ με δολοφόνους  και ανώμαλους, δεν είναι πολύ σκληρά αυτά;» - « ναι αυτά μη τα βλέπεις καλύτερα,  είναι λίγο ψυχοπλακωτικά,  εγώ τα παρακολουθώ όταν  είμαι σε καλή διάθεση αλλιώς με ρίχνουν πολύ, με χαλάνε,  δεν είναι εύκολο να βλέπεις τον κάθε διεστραμμένο»-  « μπαμπά είναι αλήθεια ότι ο κόσμος ήταν τόσο άγριος παλιά,  υπήρχαν τόσο πολλοί δολοφόνοι;» - « κοίτα,  τότε όλα έμοιαζαν πιο ήσυχα αλλά ο κακοί υπήρχαν πάντοτε.  Κι όπως ο κόσμος ήταν  πιο αθώος τότε μπορούσαν να κάνουν τα αίσχη τους πιο άνετα». «Μπαμπά τις έχεις δει στο σινεμά αυτές τις  ταινίες,  πως ήταν  τότε;» «Ήταν κάπως περίεργα.  Στο κέντρο είχε ένα σωρό κινηματόγραφους,  μπορούσες να δεις όσα έργα ήθελες . Πολλές φορές  πήγαινα μόνος μου.  Αν δε μου άρεσε  το έργο σηκωνόμουν   κι έφευγα στη μέση της ταινίας. Καθόμουν πάντα στα πίσω καθίσματα για να μην ανησυχώ τον κόσμο, αυτή ήταν η τακτική μου». Τις στιγμές που  μιλούσε στο παιδί του  για το παρελθόν  η ζωή περνούσε μπροστά από τα μάτια του, ήθελε  να το ρωτήσει πως τα περνά,  τι σκέφτεται, τι θέλει που πηγαίνει όταν λείπει  όμως πάντα κάτι τον σταματούσε αν  και είχε την αίσθηση ότι κάτι του έκρυβε...

Με το κορίτσι στο σπίτι όλα είχαν ζωντανέψει,  είχε χάσει τη ρουτίνα  και την άνεση του, δεν κοιμόταν καλά τα βράδια και για κάποιο λόγο σκεφτόταν συνέχεια την αδελφή του που είχε πεθάνει  εκεί κοντά στα σαράντα. Την έβλεπε στον ύπνο του  όπως τότε που ήταν ένα πανέμορφο ξανθό παιδάκι κι η μάνα τους του έλεγε να την προσέχει.  Καθόταν τότε  και την κοιτούσε να παίζει  με κάτι  χρυσά παιχνίδια που έβγαζε  όλη την ώρα από το  συρτάρι μιας μικρής  ντουλάπας . Ο ερχομός του κοριτσιού είχε  χαλάσει τις ισορροπίες του, δεν μπορούσε να ησυχάσει,  χρειαζόταν κάποιον  περισπασμό για να ξαναβρεί τον εαυτό του  κι όταν του είπαν απ’  το γραφείο ότι θα πήγαινε να εκπαιδεύσει μια καινούρια ομάδα σε κάποια πόλη γειτονική , το θεώρησε ως μια καλή ευκαιρία να ξεφύγει λίγο.   Τις πρώτες μέρες  χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο  όμως σε κάποιο ταξίδι έβγαλε ένα πρόβλημα με τη μηχανή,  το πήγε στο συνεργείο όπου του είπαν ότι δεν μπορούσαν να βρουν την αιτία , έτσι τώρα  έπρεπε να παίρνει το  λεωφορείο  των ΚΤΕΛ . Οι οδηγοί τον είχαν μάθει κι έπιαναν  κουβέντα μαζί του.  Εκτός από τα λεωφορεία είχαν και χωράφια έξω, στην επαρχία,  και  του έλεγαν ένα σωρό πράγματα, πως πότιζαν τα καλαμπόκια, πως τα ράντιζαν με τα ντρόοουν, πως οδηγούσαν τα καινούρια τρακτέρ που πρέπει  να τα ρυθμίσεις σωστά  αλλιώς σου σβήνουν και πρέπει να κάνεις επανεκκίνηση . Του έλεγαν για τις τιμές του σιταριού και του ηλιόσπορου,  για το πώς περιποιούνταν τα αμπέλια τους, για τον καιρό και το μικροκλίμα που επικρατούσε σ’  εκείνη τη περιοχή,  για τις βροχές και για τα χώματα,  για την υγρασία  που μάζευε το καλαμπόκι και χρειάζονταν   τον αέρα για να στεγνώσει.  Του εξηγούσαν  πως ξεκούραζαν τα χωράφια φυτεύοντας  ζωοτροφές  κάθε τρία τέσσερα χρόνια για να  καθαρίσουν  το χώμα από τα ζιζάνια και να το εμπλούτιζαν με άζωτο,  παρατηρούσαν τον καιρό  μέσα από ιστοσελίδες,  μιλούσαν με γεωπόνους και δοκίμαζαν καινούρια  λιπάσματα, όλα αυτά του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση.

Τα ταξίδια εκείνα κι οι συζητήσεις με τους οδηγούς  τον βοηθούσαν να ξεχαστεί,  να ξεφύγει από τις σκέψεις του. Είχε συνηθίσει να ζει μόνος του,  έπρεπε  να μάθει πως είναι να είσαι πατέρας κι επιπλέον η εταιρεία του περνούσε μια δύσκολη περίοδο . Το δάνειο του σπιτιού του  έτρεχε, στα σούπερ μάρκετ όλα έμοιαζαν πιο ακριβά,  οι λογαριασμοί ερχόταν  ο ένας πίσω από τον άλλον χωρίς τελειωμό, έπρεπε  να είσαι προσεκτικός και μετρημένος υπολογίζοντας το καθετί αλλιώς  ήσουν καταδικασμένος. Όλοι γύρω του γκρίνιαζαν, κανείς δεν έμοιαζε ευχαριστημένος,  μιλούσαν άσχημα για τους πολιτικούς και για τις κυβερνήσεις,  έβγαζαν ένα μίσος απίστευτο για τους ξένους,  ήθελαν να τους  κρεμάσουν, να τους πετσοκόψουν, να ρίξουν αλάτι στις πληγές τους. Όσοι είχαν μάθει από παλιά  να ξοδεύουν και να περνούν καλά έδειχναν  χαμένοι,  χρειάζονταν ένα κάρο λεφτά,  έπρεπε να πουλήσουν σπίτια και να αδειάσουν λογαριασμούς,  όλοι δούλευαν αγωνιώντας, το μέλλον έμοιαζε αβέβαιο,  δεν ήταν εύκολη εποχή.

Μια  μέρα η κόρη του έφερε στο σπίτι το φίλο της, έναν τύπο με μακριά μαλλιά και μούσι, θα τρώγανε όλοι μαζί.   Ο  τύπος σπούδαζε διεθνείς σχέσεις  και του  άρεσε η μπύρα,  είχε πιει δυο ποτήρια όταν  πιάσανε κουβέντα για τον πόλεμο της Ουκρανίας,  ο μακρυμάλλης υποστήριζε τους ρώσους,  έπρεπε να μην  αφήσουν το ΝΑΤΟ έλεγε, να πλησιάσει στη Ρωσία, « και γιατί θα πρέπει οι ουκρανοί να τους δώσουν λογαριασμό ;»   του είχε αντιτείνει αυτός κι ο άλλος έδειχνε να τα χάνει , τα επιχειρήματα του  έμοιαζαν σαθρά, τι στο καλό σπούδαζαν αυτά τα παιδιά;  Η συζήτηση έδειχνε  να ξεφεύγει και πρόσεξε ότι το μουστάκι  του νεαρού  είχε αρχίσει  να ιδρώνει καθώς ζορίζονταν ενώ η κόρη του χαμογελούσε πνιχτά όπως κρατούσε με τα χέρια μια μπριζόλα.  «Καλά του  τα είπες μπαμπά !»  του είπε αργότερα, έμοιαζε ευχαριστημένη που ο πατέρας της είχε τον είχε βάλει στη θέση του.  

Όταν έμεινε μόνος του σκεφτόταν τη σκηνή με τον τύπο που ίδρωνε. Δεν του άρεσε αλλά δεν ήθελε να το πει στη κόρη του όμως από την άλλη ίσως θα έπρεπε  να πει κάποια κουβέντα,  να καθοδηγήσει το παιδί του,  τι στο καλό έκαναν οι άλλοι γονείς σε τέτοιες περιπτώσεις; Βγήκε στο μπαλκόνι να καπνίσει κοιτάζοντας το δέντρο που άπλωνε τα φύλλα του μπροστά στην πολυκατοικία, εκείνο το διάστημα άλλαζε η εποχή,  είχε αρχίσει να φυσά τα μεσημέρια εκείνος ο κρύος αέρας που δρόσιζε τα χέρια σου, το νερό της βρύσης κρύωνε  κι οι νύχτες μεγάλωναν επιτέλους.  Το πρωί που πήγαινε στα ΚΤΕΛ αργούσε να ξημερώσει κι εκείνος  χάζευε  τους  αλβανούς  ελαιοχρωματιστές με τις ξασπρισμένες φόρμες,  αγόραζαν καφέδες και νερά από τα μαγαζιά που έμεναν ανοιχτά όλη νύχτα,  κι έπειτα καθόταν στα πεζοδρόμια με τις τσάντες τους περιμένοντας τα αμάξια που  τους έπαιρναν κάθε μέρα για τη δουλειά.

«Άμα γίνει κανένας πόλεμος εσείς  στην πόλη θα πεινάσετε!»  του είπε  ένας  χοντρός οδηγός εκείνη τη μέρα και σκεφτόταν όλη την ώρα τούτη τη φράση . Του άρεσε η επαρχία όμως οι άνθρωποι εκεί πέρα  έμοιαζαν να νιώθουν φθόνο κι απέχθεια για τους ανθρώπους της πόλης που τα είχαν όλα στα πόδια τους. Είχε συγχυστεί με τον οδηγό κι όταν γύρισε στο σπίτι δεν είχε όρεξη για τίποτα.  Άνοιξε το ψυγείο και πήρε να φάει μια πάστα για να γλυκάνει το στόμα του. Η  πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν κλειστή,  η κόρη του ίσως να κοιμόταν, «άστην να κοιμηθεί»  είπε μέσα του,  όμως  αφού πέρασε λίγη ώρα σκέφτηκε ότι ίσως το κορίτσι ήθελε να βγει καμιά βόλτα και το είχε πάρει ο ύπνος. Άνοιξε μαλακά  την πόρτα  και δεν πίστευε αυτό που έβλεπε.  Ένα κοριτσάκι, ολόιδιο με την  αδερφή του  όπως τη θυμόταν μικρή,  καθόταν στη μέση του κρεβατιού έχοντας ένα σεντόνι τσαλακωμένο δίπλα του.  Τα μαλλιά του ήταν ξανθά κι έπεφταν σε μπούκλες στη δεξιά μεριά ακριβώς όπως της αδερφής του. Φορούσε  ένα ροζ φορεματάκι  και δε μιλούσε μοναχά τον κοίταζε στα μάτια.  Ήθελε να το ρωτήσει «ποια είσαι, πως βρέθηκες εδώ, που είναι η μαμά σου;»  ενώ ταυτόχρονα δεν ήθελε να το τρομάξει όπως το έβλεπε εκεί πέρα να τον κοιτάζει  σαν να  ήταν η προσωποποίηση μιας αθωότητας  απέραντης που αντικρίζει  για πρώτη φορά τον κόσμο. Έκλεισε μια στιγμή τα μάτια προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε,  όλο αυτό ήταν παρά πολύ για το μυαλό  του που δεν μπορούσε να το χωρέσει .

 

 

 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΕΛΑΦΙ

«Έ τραγουδιστή πες μας ένα σκοπό !» του φώναξαν κι εκείνος  αφού κούρδισε μια στιγμή το όργανο του, έναν ταμπουρά με χορδές από έντερα ζώου,  άρχισε να παίζει και να τραγουδά με μια φωνή τραχιά που είχε όμως  αίσθημα και σου περνούσε μια ανατριχίλα :

 

Για φάτε, πιέτε, φίλοι μου κι εγώ σας μολογάω

Στης Αλεξάντρας το βουνό στο σκοτεινό τον τόπο,

εκεί που πέντε δεν περνούν και δέκα δεν διαβαίνουν

περνούν πενήντα κι εκατό κι εκείν’ αρματωμένοι.

Κι εγώ ο μαύρος πέρασα πεζός κι αρματωμένος

και πέτυχα και βάρεσα το στοιχειωμένο λάφι,

πούχε σταυρό στα κέρατα κι αστέρι στο κεφάλι,

κι ανάμεσα στις πλάτες του είχε την Παναγία.

Όλοι σταμάτησαν ότι έκαναν για ν’ ακούσουν  κι  ο Καστροφύλακας  ένιωσε  να τρέχουν δάκρυα στα μάγουλα του, αυτό ήταν το τραγούδι που έλεγαν όταν φυλούσαν σκοπιά, τότε που ήταν νέος ακόμα.

Βγήκε από την ταβέρνα και πήγε κατά το ποτάμι να πλύνει το πρόσωπο του, ύστερα  κάθισε σε μια πέτρα να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει .  Οι στρατηγοί του είχαν αναθέσει να κλέψει  το χρυσό κύπελλο, τα ασημένια ποτήρια  και τα μαλαματένια κηροπήγια του βασιλιά  των κελτών σταυροφόρων    που είχαν εισβάλει στην περιοχή τους. Είχαν μάθει ότι τα σκεύη εκείνα  ήταν από τα πιο πολύτιμα και ακριβά που υπήρχαν,  φτιαγμένα από τους καλύτερους  χρυσοχόους της οικουμένης,   ειδικά το χρυσό δισκοπότηρο  είχε κατασκευαστεί στα περίφημα  εργαστήρια των κελτών   που  είχαν  δώσει στον ατόφιο χρυσό ένα χρώμα κοκκινωπό,  χρησιμοποιώντας μια τεχνική σφυρηλάτησης που κανένας δεν γνώριζε. Πάνω στο κύπελλο  είχαν  δέσει μαργαριτάρια και κομμάτια από ορείτη κρύσταλλο  τόσο όμορφα που σου έπαιρναν το νου όταν τα κοιτούσες. Τα ποτήρια ήταν κι εκείνα εξαίρετης τέχνης με λαβες από μαλαχίτη και μαρμαρυγία. Ο  Κέλτης   ηγεμόνας  τα είχε  πάντα μαζί του γιατί  πίστευε ότι του έφερναν τύχη κι αν  κατάφερνε  να τα αρπάξει και να τα φέρει στο παλάτι  θα τους έλυναν ένα σωρό προβλήματα. Τα ταμεία τους είχαν   αδειάσει,  δεν είχαν χρήματα για να πληρώσουν τους στρατιώτες, τη μισθοφορική φρουρά  και τους δανειστές τους.  Αν είχαν τα πολύτιμα σκεύη  θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν ως ενέχυρα,  να τα λιώσουν και να πάρουν το χρυσό τους ή να τα πουλήσουν, δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρουν αγοραστή για τόσο σπουδαία κομμάτια.

Ο σταυροφόρος   βασιλιάς είχε εγκατασταθεί  στο μεγάλο χάνι  που ήταν κτισμένο γύρω από την ταβέρνα όπου έπαιζε ο τραγουδιστής . Το μέρος ήταν γνωστό παντού  για το περίφημο κρασί που έβγαζε από κάτι αμπέλια  φυτεμένα στις όχθες ενός ποταμού που διέσχιζε την καταπράσινη  πεδιάδα.  Σ’ εκείνο το σημείο   είχε χτιστεί  η ταβέρνα για να προσφέρει μια στιγμή ξεκούρασης στους ταξιδιώτες και στους πλάνητες που περιφέρονταν  από τη μια πόλη στην άλλη κι από το ένα κτήμα στο γειτονικό ψάχνοντας  για δουλειά κι εμπορεύματα.  Το κτίσμα του καπηλειού  ήταν ψηλό και στηρίζονταν σε δυο τεράστια ξύλινα δοκάρια,  μπροστά σ’ αυτά τα δοκάρια είχε στήσει το τραπέζι  του ο  αρχηγός των Κελτών   τοποθετώντας έναν δίσκο ασημένιο με τα  χρυσά κηροπήγια, το μεγάλο δισκοπότηρο και  τα ασημένια ποτήρια. Στην άκρη του δίσκου υπήρχε  μια μποτίλια κρυστάλλινη γεμάτη με κρασί που είχε ένα χρώμα πορφυρό , όπως άκουγε τον τραγουδιστή ο κέλτης σήκωνε το κόκκινο δισκοπότηρο  κι έπινε μεγάλες γουλιές  γλύφοντας κάθε φορά τα χείλη του από ευχαρίστηση. Το κρασί μέσα στην κρυστάλλινη κανάτα   φαίνονταν τόσο όμορφο και τόσο ελκυστικό που ο Καστροφύλακας  αισθάνθηκε  μια δίψα απίστευτη,  ήθελε να πάρει το  κύπελλο και να πιει το περιεχόμενο του εκεί μπροστά σε όλους, η τρομερή ζέστη ήταν ασφαλώς η αιτία, ο καύσωνας που επικρατούσε εκείνες τις μέρες και τους είχε τρελάνει όλους καθώς δεν έλεγε να δροσίσει ακόμη και τη νύχτα.

Κάθισε σε μια γωνιά παρακολουθώντας  τον κέλτη,  δεν πρέπει να ήταν πάνω από σαράντα χρονών και κρατούσε ένα  κράνος με  λοφίο από φτερά. Δίπλα του στέκονταν μια γυναίκα με άσπρο δέρμα , πανέμορφη με κάτι μπράτσα ολόασπρα και χαλκάδες περασμένους στους καρπούς της. Φορούσε  ένα φουστάνι πράσινο κι  όλη την ώρα έπαιζε με τα μαλλιά της,  φαίνονταν  ότι βαριόταν αφόρητα εκεί μέσα και ζητούσε κάτι να διασκεδάσει την πλήξη της. Ο Καστροφύλακας καθόταν σε μια σκοτεινή γωνιά και  κοιτούσε μια τα καταπληκτικά σκεύη με το κρασί που ήταν  μπροστά στον κέλτη  βασιλιά,  και μια την υπέροχη γυναίκα  δίπλα του. Η  αφόρητη δίψα που ένιωθε όλη μέρα τον έκανε να λαχταρά το κρασί  που υπήρχε μέσα στην κρυστάλλινη κανάτα,   είχε την εντύπωση ότι το ποτό μέσα από κείνα τα σκεύη θα ήταν εξόχως δροσιστικό . Από την άλλη μεριά είχε πολύ καιρό να δει γυναίκα πολεμώντας  όλη την ώρα με άνδρες κτηνώδεις, τυλιγμένος μέσα στη σκόνη, φορώντας τα ίδια ρούχα για μήνες . Τούτη η ζωή  τον έκανε  ν’  αναζητά την επαφή με μια γυναίκα σαν κι αυτή με το άσπρο δέρμα και τους  χαλκάδες στα όμορφα  μπράτσα της,  θα μπορούσε να τη φάει έτσι όπως ήταν κοιτάζοντας την και μόνο,  φοβήθηκε μην τον προσέξουν κι έριξε την κουκούλα από το μανδύα που φορούσε πάνω  στο κεφάλι του. Ήταν  δύσκολο να πλησιάσει καθώς δίπλα στον αρχηγό των σταυροφόρων  υπήρχε η συνοδεία του, κάτι θηριώδεις  τύποι που κρατούσαν μακριά  ακόντια κι όλο κατόπτευαν τριγύρω για κάθε ύποπτη κίνηση.   Απ’  ότι είχε μάθει ο αρχηγός τους  ήθελε να γνωρίσει εκείνον τον τόπο γι αυτό είχε ζητήσει να τον φέρουν στην ταβέρνα. Είχε  καταλάβει όλους του στάβλους και τα χάνια κι όσοι έρχονταν διώχνονταν  κακήν κακώς από τον ταβερνιάρη που ήταν μέσα στη χαρά  για  την ανέλπιστη τύχη   και κάθε μέρα μάζευε στο σακούλι του νομίσματα  που γυάλιζαν.

Βρίσκονταν για ώρα πολλή εκεί πέρα παρατηρώντας πότε τους χαρτοπαίχτες που είχαν μαζευτεί γύρω από ένα στενόμακρο τραπέζι,  και πότε τους σταυροφόρους  φρουρούς. Ο ταβερνιάρης του είχε φέρει έναν μαστραπά με κρασί όμως παρά τη δίψα του δεν το ακουμπούσε,  ήθελε να έχει το μυαλό του καθαρό.  Κοιτούσε τη γυναίκα με τα κάτασπρα μπράτσα και σε μια στιγμή την είδε να χαμηλώνει  τα βλέφαρα,  να  χαλαρώνει  και  να σωριάζεται στο πάτωμα[προφανώς από την αποπνικτική ζέστη που επικρατούσε στην ταβέρνα. Έγινε μια αναταραχή,  οι  φρουροί έτρεξαν κατά το μέρος της ενώ ο κέλτης  βασιλιάς   πετάχτηκε από τη θέση του κι έσκυψε πιάνοντας το χέρι της για αν δει το σφυγμό.  Αυτή ήταν η στιγμή που περίμενε,  έτρεξε ανάμεσα στα καθίσματα,  πλησίασε το τραπέζι με τα πολύτιμα σκεύη,  τα έχωσε στο σακί που κουβαλούσε κι έτρεξε κατά την έξοδο. Όπως δρασκέλιζε  την εξώπορτα γύρισε   για  να δει τι γίνεται, οι φρουροί είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί και είχαν ξεχυθεί πίσω του, βγήκε  στον ανοιχτό χώρο κι αμέσως τον χτύπησε μια τέτοια ζέστη που του έκοψε τα πόδια,  σήκωσε το κύπελλο όπου είχε απομείνει λίγο πιοτό και το κατάπιε λαίμαργα για να πάρει  δύναμη, αμέσως  αισθάνθηκε κάτι να του καίει τα σωθικά,  τι στο διάβολο ήταν εκείνο το ποτό,  όμως ταυτόχρονα η καρδιά του σαν  να ζεστάθηκε και βρήκε θάρρος. Κοίταξε τριγύρω και στράφηκε κατά τη μεριά του ποταμού που περνούσε από το κέντρο της πεδιάδας,  έφτασε τρέχοντας μέχρι  την όχθη,  πέταξε από πάνω του τον μανδύα  που τον βάρυνε και βούτηξε στα  παγωμένα νερά ενώ πίσω του έτρεχαν σαν  μανιασμένοι οι σταυροφόροι  φύλακες. Το πλάτος  του ποταμού πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα μέτρα, μια απόσταση όχι μεγάλη,  έβαλε τα δυνατά του κι όπως ήταν ζαλισμένος από το ποτό παραλίγο να χάσει το σακί με τα πολύτιμα σκεύη,  την τελευταία  στιγμή απλώνοντας τα δάχτυλα του το κράτησε και με μερικές απλωτές βρέθηκε στην άλλη όχθη,  οι σταυροφόροι  έριχναν  βέλη τώρα προσπαθώντας να τον πετύχουν ενώ μερικοί είχαν βουτήξει και τον ακολουθούσαν οπότε δεν είχε χρόνο για να σκεφτεί τι θα κάνει .

Με όση δύναμη είχε άρχισε να τρέχει, είδε μπροστά του μια συστάδα από θάμνους ψηλούς και κίνησε κατά κει, οι θάμνοι θα τον έκρυβαν από τους διώκτες του, στο τέλος του θαμνότοπου υπήρχε ένα  μικρό δάσος,  το διέσχισε με την ανάσα κομμένη και είδε μπροστά του έναν  λόφο ,  βρήκε ένα μικρό κοίλωμα σε κάποιον βράχο και χώθηκε εκεί μέσα λαχανιασμένος. Περίμενε λίγο,  γύρω δεν ακούγονταν τίποτα, όταν η αναπνοή του  ησύχασε  άνοιξε τον ασκό με τα πολύτιμα σκεύη, ήταν όλα στη θέση τους, μάλιστα το χρυσό δισκοπότηρο που είχε ξεπλυθεί στο ποτάμι έμοιαζε να αστράφτει  ακόμα περισσότερο. Ξάπλωσε πάνω στο χώμα και κοιμήθηκε για κάμποση ώρα . Οι ήχοι από σάλπιγγες και κέρατα που φυσούσαν κάποιοι με μανία τον ξύπνησαν,  όπως ήταν ζαλισμένος από το ποτό κι από την εξάντληση δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε,  χρειάστηκε μερικά λεπτά για να συνειδητοποιήσει ότι εκεί κοντά γινόταν μια μάχη. Έτρεξε κατά την κορυφή του λόφου όπου υπήρχε ένας γκρεμός , κι από κει ψηλά είδε τις δυο παρατάξεις που συγκρούονταν. Από τη μια ήταν οι σταυροφόροι με τον αρχηγό τους που τον αναγνώρισε από το λοφίο στο κεφάλι του,  κι από τη άλλη ήταν τα  δικά τους τα στρατεύματα που έδειχναν να επικρατούν στη δεξιά μεριά,  όμως στο κέντρο, εκεί που βρισκόταν ο κέλτης αρχηγός,  οι σταυροφόροι έδειχναν να κερδίζουν και να  πιέζουν προς τα πίσω τους δικούς του. 

Ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσε  μια μάχη από τόσο κοντά χωρίς  να συμμετέχει κι αναρωτήθηκε πως άντεχαν οι στρατιώτες μέσα στο βουητό,  τη σκόνη και τις φωνές που τρυπούσαν τ’  αυτιά  καθώς ο ένας καβαλάρης  έπεφτε πάνω στον άλλον  κι οι πεζικάριοι αγωνίζονταν να κρατήσουν τις γραμμές τους μέσα στο χαμό. Από την εμπειρία του ήξερε ότι όλο το παιχνίδι παίζονταν γύρω από τον αρχηγό,  αν κατάφερνε να τον εξουδετερώσει η μάχη θα τελείωνε. Πήρε μια μεγάλη πέτρα, τη  σήκωσε ψηλά και την έριξε από κει πάνω στον κέλτη που ανέμιζε το σπαθί του αλλά ο κουρνιαχτός που είχε σηκωθεί, μαζί με την ζαλάδα που ένιωθε από το δυνατό ποτό, τον έκαναν να αστοχήσει. Πήρε μια δεύτερη πέτρα,  στρογγυλή,  και σημάδεψε πιο προσεκτικά,  αυτή τη φορά η  πέτρα  βρήκε τον κέλτη  ακριβώς στο κεφάλι και τον σώριασε στο χώμα,  οι φρουροί του δεν μπορούσαν ν’  αντιληφθούν τι είχε συμβεί κι οι δικοί του ενθαρρυμένοι,  άρχισαν να τους χτυπούν με λύσσα μέχρι που τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν, η μάχη είχε τελειώσει…

Στο παλάτι όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με τον Καστροφύλακα, τους είχε σώσει πάνω στην πιο κρίσιμη στιγμή κι είχε φέρει μαζί του τα χρυσά και τα ασημένια  σκεύη που χρειάζονταν επειγόντως. Οι θησαυροφύλακες ήδη συνεδρίαζαν ν’  αποφασίσουν τι θα έκαναν με το δισκοπότηρο και τα’  άλλα  πολύτιμα κομμάτια,  ο βασιλιάς ήθελε να τον δει για  να τον ευχαριστήσει και να του προτείνει προαγωγή,  σκέφτονταν να τον κάνει παρακοιμώμενο για να  φυλάει τη  βασιλική κλίνη,  όμως ο Καστροφύλακας κατά πως το είχε συνήθειο,   πήγε κατευθείαν στα λουτρά του παλατιού να λούσει το σώμα του,  αυτό έκανε  κάθε φορά που γύριζε από κάποια δοκιμασία. Στα λουτρά επικρατούσε ησυχία,  μόνο μερικές γυναίκες σε μια γωνία κάτι ψιθύριζαν,  μόλις τον είδαν έσπευσαν ν’  απομακρυνθούν. Δοκίμασε το νερό που του φάνηκε πολύ δροσερό και γλίστρησε στη δεξαμενή καθώς συλλογίζονταν τους ψιθύρους που είχε ακούσει, κάποιοι  δεν έβλεπαν με καλό μάτι  τις επιτυχίες του,  έπρεπε να φυλάγεται . Είχε σχεδόν βουλιάξει κάτω από το νερό  όταν είδε  μια από τις γυναίκες  να τον πλησιάζει και να του λέει:  «θέλεις να σε βοηθήσω να πλυθείς;» Της έγνεψε να έρθει.  Η κοπέλα που πρέπει να ήταν περίπου είκοσι χρονών,  άρχισε να του τρίβει την πλάτη μ’ ένα εργαλείο που υπήρχε εκεί πέρα,  ενώ τραγουδούσε χαμηλόφωνα,  «Στης Αλεξάντρας τα βουνά στο σκοτεινό τον τόπο» . Ο Καστροφύλακας  ανατρίχιασε, «που το ξέρεις αυτό το τραγούδι;» τη ρώτησε,   εκείνη του χαμογέλασε  και συνέχισε να τραγουδά και να τρίβει την πλάτη του . Όπως χαλάρωνε   ένιωσε τα χείλη της στο πρόσωπο του και γύρισε να τη δει, ήταν πολύ όμορφη, άγγιξε  το στόμα της κι έπειτα την αγκάλιασε και την τράβηξε μέσα στο νερό, τα σώματα τους βυθίστηκαν  μέσα στην υγρή επιφάνεια . 

NOCTURNO

  Όλες οι αίθουσες του τεράστιου   αεροδρομίου ήταν έρημες, κάτι ξέμπαρκες Ασιάτισσες    είχαν βγάλει τα παπούτσια τους κι είχαν φορέσει ακο...