Κοίταξε τον κάμπο απέναντι που είχε γεμίσει από σκηνές και άλογα, ένα λεφούσι πελώριο απλώνονταν μέχρι εκεί που έβλεπε το μάτι σου. Έξω από τα τείχη οι πολιορκητές τραγουδούσαν σαν να ήταν σίγουροι ότι η πόλη θα έπεφτε στα χέρια τους γρήγορα, ήχοι από όργανα, κρότοι κι αλαλαγμοί που έφταναν ως τον ουρανό. Ο Καστροφύλακας περνούσε όλη την ώρα να επιθεωρήσει τις σκοπιές και τους στρατιώτες που αναστήλωναν τα τείχη, στις πολεμίστρες και στους προμαχώνες οι τοξότες και οι πετροβολιστές ξαγρυπνούσαν γεμάτοι αγωνία, πελεκυφόροι ακόνιζαν τις λεπίδες από τα τσεκούρια τους κι άλλοι διόρθωναν τις χάλκινες πανοπλίες τους. Κατά το ξημέρωμα συνάντησε τον καρδινάλιο που είχε στείλει ο πάπας κι ετοιμάζονταν να φύγει πριν ξεκινήσει το γιουρούσι. Ο Λατίνος ιερέας ήθελε να βοηθήσει όπως μπορούσε και να πείσει τον πάπα να στείλει στρατό σε μια στιγμή τόσο δύσκολη όμως ο κόσμος δεν πίστευε στην ένωση. Οι οιωνοί δεν προμήνυαν τίποτα καλό , ένα βράδυ έπεσε από τη θέση της η εικόνα του Χριστού στη μητρόπολη, ύστερα έγινε έκλειψη σελήνης που την ακολούθησαν χείμαρροι βροχής και χαλαζιού, ομίχλη σκέπασε την πόλη και κάποιοι είδαν μια λάμψη που βγήκε από τα θεμέλια του καθεδρικού ναού, ανέβηκε στον τρούλο και χάθηκε μέσα στα σύννεφα. Μέσα σε τούτη την ατμόσφαιρα κανείς δε σκεφτόταν λογικά , κανείς δεν πλησίαζε τη μονή του Παντοκράτορα όπου είχε γίνει η από κοινού λειτουργία με τους Λατίνους, τα καντήλια έστεκαν άδεια από λάδι, τα μανουάλια σκοτεινά, πίστευαν ότι το μέρος είχε γίνει καταφύγιο δαιμόνων. Όλοι εκείνοι οι καλόγεροι κι οι ιερείς είχαν διασπείρει το φόβο και την αμφιβολία στον κόσμο την πιο κρίσιμη στιγμή που απαιτούνταν πίστη και ομόνοια.
Ο μεγαλύτερος υπεύθυνος το κλίμα που είχε διαμορφωθεί ήταν ο δεσπότης που είχε ταξιδέψει μαζί τους μέχρι τη σύνοδο στη χώρα των Φράγκων, όταν είχαν πάει να μιλήσουν με τους δυτικούς αντιπροσώπους . Ο δεσπότης δεν άνοιξε το στόμα του ούτε μια φορά, καθόταν μονάχα και παρακολουθούσε τις διαπραγματεύσεις , όλοι πίστευαν ότι συμφωνούσε , δεν είχε εκφράσει ούτε μια αντίρρηση στην ένωση και μόλις γύρισε σαν να σεληνιάστηκε. Άρχισε να κατηγορεί τους Λατίνους, να τους αναθεματίζει, την ώρα που το πλήθος έλεγε «καλύτερα να πάμε με τους καθολικούς που αναγνωρίζουν το Χριστό και τη Θεοτόκο παρά να ξεπέσουμε στα χέρια των ασεβών», τη στιγμή που έδειχνε ότι υπήρχε μια σανίδα σωτηρίας, εκείνος είχε γυρίσει την πλάστιγγα στρέφοντας τον κόσμο υπέρ των τούρκων σα να ήθελε να βγάλει τα μάτια του. Ο βασιλιάς οργίστηκε τόσο πολύ μαζί του που τον καθαίρεσε την ίδια στιγμή όμως εκείνος συνέχισε απτόητος, έγραψε σε κάτι περγαμηνές τις αλάνθαστες θέσεις του και τις τοιχοκόλλησε στην πόρτα του μοναστηριού όπου βρήκε καταφύγιο. Όλοι περνούσαν να διαβάσουν τα σοφά υποτίθεται λόγια του, κι έφευγαν μουρμουρίζοντας κατάρες για τους δυτικούς, πίστευαν ότι αυτοί ήταν οι μόνο καθαροί επειδή δεν έτρωγαν τον άζυμο άρτο, φώναζαν ότι το μυστήριο της θειας κοινωνίας των Λατίνων δεν ήταν κανονικό επειδή το νερό που χρησιμοποιούσαν δεν ήταν ζέον κι ένα σωρό τέτοιες αηδίες. Ο βασιλιάς ήταν έξαλλος με τον επίσκοπο, ήθελε να τον αποκεφαλίσει, να τον κάψει, να τον ρίξει στον ασβέστη όμως φοβόταν την οργή του όχλου που είχε αποκτηνωθεί εντελώς και δε σκεφτόταν λογικά.
Όταν είχε δει που πήγαινε το πράγμα πρότεινε του αυτοκράτορα να δραπετεύσουν , ακόμα κι εκείνη τη στιγμή μπορούσαν να αποδράσουν με όλους τους μαχητές για να συνεχίσουν τον πόλεμο με άλλο τρόπο, έτσι κι οι άμαχοι θα γλύτωναν τη σφαγή. Όμως ο βασιλιάς ήταν αποφασισμένος να πεθάνει συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων, «δεν μπορώ!» του είχε πει μια μέρα, «Έχω στις πλάτες μου όλο το βάρος της ιστορίας κι όλων αυτών που είχαν τούτο το θρόνο. Έχω το βάρος της θρησκείας και του λαού που κάποτε ήταν κραταιός και τώρα βυθίστηκε στα τάρταρα από το γύρισμα του τροχού της μοίρας . Ο θεός δε ρίχνει πια το βλέμμα του πάνω μας και πρέπει να πληρώσουμε για όλες τις αμαρτίες των προγόνων μας». Τα λόγια του αυτοκράτορα ήταν συγκινητικά όμως δεν τον έπεισαν, μέσα του ούτε κι εκείνος πίστευε στην ένωση, το είχε νιώσει όποτε συζητούσαν κι επιπλέον είχε κάνει ένα σωρό λάθη. Είχε εμπιστευτεί λάθος ανθρώπους , ειδικά τον μεγάλο δούκα, τον πρωθυπουργό της συγκλήτου που ήταν ο χειρότερος υπονομευτής του, αυτός κινούσε υπόγεια όλα τα νήματα προκαλώντας αναταραχή στο λαό και στο στράτευμα . Το πιο μεγάλο του λάθος όμως ήταν ότι δεν είχε τολμήσει να χτυπήσει τον αντίπαλο την ώρα που συγκέντρωνε τα στρατεύματα του και δεν ήταν τόσο δυνατός. Εκείνη ήταν η κρίσιμη στιγμή κι ο βασιλιάς δεν μπόρεσε να διακρίνει την ευκαιρία, του το είχε πει άπειρες φορές καθώς έβλεπε την τύχη να περνά από πάνω τους και να χάνεται . Όμως ο βασιλιάς βυθίστηκε μέσα στις σκοτεινές του σκέψεις, καθόταν με τις ώρες και διάβαζε προφητείες για καταστροφές που είχαν γίνει χιλιάδες χρόνια πριν, από τον βασιλιά Ναβουχοδονόσωρα όταν κατέλαβε την Ιερουσαλήμ κι έκαψε το ναό του Σολομώντα. Μελετούσε τους προφήτες που είχαν προαναγγείλλει καταστροφές σαν αυτή που έρχονταν καλπάζοντας κι η διάθεση του γινόταν ζοφερή. Ζυγίζοντας την κατάσταση ο Καστροφύλακας αποφάσισε να μείνει και να βοηθήσει όσο μπορούσε, όμως εξασφάλισε και τη διαφυγή του. Ένα γέρος του είπε για ένα παραπόρτι καλά ασφαλισμένο, υπόγειο, που οδηγούσε έξω από τα τείχη, στα χωράφια. Από κει θα έφευγε όταν τα πράγματα έφταναν σε αδιέξοδο…
Κοντά στα μεσάνυχτα σηκώθηκε να δει τι γίνεται. Βλέποντας φως στην κάμαρα του βασιλιά, πέρασε μπροστά από τους σωματοφύλακες και τον βρήκε ξάγρυπνο να σκέφτεται κρατώντας το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες του. Εκείνη την ώρα άρχισαν ξαφνικά την επίθεση τους σα λυσσασμένοι οι τούρκοι σπρώχνοντας σκάλες μπροστά στα τείχη και δοκιμάζοντας να σκαρφαλώσουν σε όποια μεριά μπορούσαν. Έτρεξε κατά κει που ακούγονταν η μεγαλύτερη αναταραχή και με τον Μαύρο Όλαφ άρχισε να χτυπά τα κεφάλια που προεξείχαν μέσα από τις ασπίδες, είδε κάμποσους να καταποντίζονται στο χάος πέφτοντας. Καθώς είχαν προετοιμαστεί καλά η αντίδραση τους ήταν επιτυχημένη, το πρώτο κύμα αποκρούστηκε κι όλοι έμοιαζαν ανακουφισμένοι όταν ακούστηκε μια κραυγή κι είδαν έντρομοι να ανοίγει μια μεγάλη πύλη από όπου μπήκε αλλάζοντας μια μεγάλη ομάδα σαρικοφόρων. Αμέσως ο τόπος όλος γέμισε από τούρκους μανιασμένους που έκαιγαν κι έσφαζαν όποιον έβρισκαν στο δρόμο τους, φώναξε μερικούς από τους πιο σκληρούς φύλακες του βασιλιά κι επιτέθηκε με όλη του την ορμή πάνω στους εισβολείς που δεν περίμεναν τέτοια αντίσταση κι αποτραβήχτηκαν πτοημένοι. Μονάχα ένας απ’ αυτούς , ένας γίγαντας που κρατούσε στο χέρι ένα τεράστιο διπλό τόξο, χίμηξε κατά πάνω του. Τον άφησε να έρθει κοντά κι έπειτα γέρνοντας στο πλάι τον κάρφωσε στο δίπλωμα της πανοπλίας του, ο γίγαντας σωριάστηκε άψυχος στο χώμα κοιτάζοντας τον με απορία. «Μάρκο!» φώναξε καλώντας τον βενετό λοχαγό που ήταν ο πιο γενναίος μισθοφόρος που μάχονταν μαζί τους, «πιάσε την πόρτα από την άλλη μεριά να την κλείσουμε γρήγορα!» ο Μάρκος δεν μιλούσε ελληνικά όμως κατάλαβε αμέσως τι του ζητούσε. Έτρεξε κι άρχισε να σπρώχνει την τεράστια πόρτα κατεβάζοντας ταυτόχρονα έναν σύρτη σιδερένιο ενώ όλοι έσπευσαν να τοποθετήσουν πίσω από την πύλη όποιο αντικείμενο έβρισκαν ώστε να τη σφραγίσουν. Ο Καστροφύλακας είχε λυσσάξει από το κακό του, «ποιος διάβολος άνοιξε την πύλη ;» ούρλιαξε κι ο Μάρκος που ήταν κοντά του εξήγησε με νοήματα και σκόρπιες λέξεις ότι οι άνδρες του είχαν δει τον δεσπότη μαζί με μια καλογριά να κινούνται ύποπτα κοντά στην είσοδο ακριβώς πριν εισβάλουν οι τούρκοι.
«Ο δεσπότης λοιπόν!»» φώναξε μιλώντας στον εαυτό του κι εκείνη η καταραμένη καλόγρια που ωρύονταν όταν ανακοινώθηκε η ένωση « δε μας νοιάζει, ας πέσουμε στους τούρκους, μόνο η πίστη μας να μείνει καθαρή!» Το πιο εξωφρενικό ήταν ότι την είχε δει με τα μάτια του μια νύχτα, εκεί κοντά στο Πάσχα, να τρώει κρέας στην αυλή του μοναστηριού. Αυτή η ίδια μιλούσε με τον πιο μεγάλο φανατισμό καλώντας τις γυναίκες να αποφεύγουν τους Λατίνους κι όλους όσους είχαν σχέσεις με καθολικούς, είχε καταφέρει να πείσει ένα σωρό από κείνες που την ακολουθούσαν. Μια απ’ αυτές που επρόκειτο να γεννήσει , ήθελε να εξομολογηθεί, όμως ο παπάς της εκκλησίας της είχε παραβρεθεί σε μια συνάντηση με τους Λατίνους. Στην προηγούμενη γέννα της είχε κινδυνέψει, για βδομάδες βρισκόταν μεταξύ ζωής και θανάτου και τώρα φοβούνταν πάρα πολύ. Ο πνευματικός της είπε, «μη φοβάσαι, δεν έκανε καμιά αμαρτία ο ιερέας, μπορείς να κοινωνήσεις άφοβα» όμως εκείνη είχε το μικρόβιο μέσα της, δεν της άρεσε η παραίνεση του πνευματικού, χάλασε τον κόσμο, ρώτησε παντού για να βρει κάποιον άλλον που θα της έλεγε αυτά που ήθελε να ακούσει. Τελικά απευθύνθηκε στην καλογριά που έτρωγε κρέας η οποία της απαγόρεψε να κοινωνήσει από τα χέρια του ιερέα που είχε μιλήσει με τους καθολικούς, «θα είσαι καταραμένη, θα καείς στην κόλαση αν κοινωνήσεις απ’ αυτόν τον αμαρτωλό» της είπε κι εκείνη τελικά δεν μετάλαβε ακολουθώντας το απύθμενο πείσμα της.
Όλοι οι προδότες έπρεπε να τιμωρηθούν παραδειγματικά, όμως μέσα στο χαλασμό που επικρατούσε δεν υπήρχε χρόνος για τίποτα. Οι εισβολείς είχαν επιτείνει τις επιθέσεις τους καθώς πλησίαζε το ξημέρωμα, κλονίζοντας τους υπερασπιστές που είχαν αρχίσει να κουράζονται επειδή δεν υπήρχαν ενισχύσεις να τους δώσουν μια ανάσα. Στο πιο χαμηλό σημείο των τειχών οι τούρκοι είχαν καταφέρει να φτιάξουν ένα προγεφύρωμα ανατρέποντας τους αμυνόμενους , από κει ανέβηκε ένα πλήθος κραυγάζοντας σα να ήταν διάβολοι της κολάσεως. Ο βασιλιάς που δεν είχε σταματήσει να πολεμά όλο τούτο το διάστημα, έσπευσε να κλείσει το ρήγμα και βρέθηκε απέναντι στους εισβολείς μαζί με τους πιο έμπιστους σωματοφύλακες του. Οι τούρκοι δεν είχαν καταλάβει με ποιον είχαν να κάνουν και τον χτυπούσαν ως κοινό στρατιώτη απ’ όλες τις μεριές. Ο Καστροφύλακας που είχε αφαιρεθεί για μια στιγμή- επειδή κι εκείνος βρισκόταν σε κίνδυνο- είδε το βασιλιά και ράγισε η καρδιά του. Ήταν μόνος εκεί πέρα και πολεμούσε σα να ήθελε να τα βάλει με τη μοίρα που τον είχε ήδη καταδικάσει. Όπως στεκόταν κραδαίνοντας τη ρομφαία του, ένα βέλος τρύπησε τη σιδερένια πανοπλία του κι έπεσε αιμόφυρτος , ο Καστροφύλακας αισθάνθηκε μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά του, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, το παιχνίδι είχε χαθεί οριστικά.
Μέσα στη σύγχυση αποσύρθηκε κραδαίνοντας το ξίφος του μαύρου Όλαφ που πλέον είχε κοκκινίσει από τα αίματα τόσων χτυπημάτων. Μόλις ένιωσε ασφαλής, έτρεξε μέσα από τα στενά και βρήκε το πορτάκι που του είχε δείξει ο γέρος, τράβηξε ένα κάγκελο σιδερένιο που έφραζε την είσοδο του, και βγήκε μέσα σε μια στοά γεμάτη νερά. Τσαλαβουτώντας περπάτησε κάμποσα μέτρα μέχρι που βγήκε στην έξοδο μια τρύπα κρυμμένη ανάμεσα στις φυλλωσιές. Από κει σύρθηκε και βγήκε στην επιφάνεια γεμίζοντας με αέρα φρέσκο τα πνευμόνια του. Πίσω ακούγονταν κραυγές και κρότοι από μέταλλα, στάθηκε μια στιγμή μαζεύοντας τη σκέψη και ψάχνοντας τον προσανατολισμό του. Ύστερα σήκωσε το κεφάλι ψάχνοντας τον ουράνιο σχηματισμό που έδειχνε προς το βορρά. Ο αστερισμός ανέτειλε εκείνη τη στιγμή αντίθετα από την πορεία του φεγγαριού που καταποντίζονταν στην άλλη πλευρά τους στερεώματος. Σίγουρος πλέον για την πορεία του , κινήθηκε κατά κει που έδειχναν τα άστρα.