Όλες οι αίθουσες του τεράστιου αεροδρομίου ήταν έρημες, κάτι ξέμπαρκες
Ασιάτισσες είχαν βγάλει τα παπούτσια
τους κι είχαν φορέσει ακουστικά καθώς θα περνούσαν εκεί τη νύχτα τους, τα
μαγαζιά ήταν κλειστά κι επικρατούσε μια ησυχία παράξενη. Σέρνοντας τις βαλίτσες
τους που έτριζαν αλλόκοτα μέσα στην
απόλυτη σιωπή, ακολούθησαν τους μπροστινούς ψάχνοντας για την έξοδο. Πρώτη φορά
ταξίδευε νύχτα με αεροπλάνο και της είχε
φανεί πολύ κουραστικό, η ώρα σ’ εκείνο το καταραμένο κλουβί που τραντάζονταν
συνεχώς δεν έλεγε να περάσει. Είχαν ξεκινήσει αργά εξαιτίας μιας καθυστέρησης, κι έφτασαν μετά τα μεσάνυχτα για να προσγειωθούν στο μεγάλο αεροδρόμιο, ένα χαοτικό κατασκεύασμα που εξυπηρετούσε
εκατομμύρια κόσμου. Εκεί χρειάστηκε να περιμένουν ένα ατελείωτο διάστημα ώσπου να φτάσουν στην πύλη τους καθώς ο πιλότος ελίσσονταν
στον απέραντο ελικοειδή αεροδιάδρομο μέχρι να φτάσει στο κτήριο όπου
κατέβηκαν περπατώντας μέσα στη φυσούνα.
Σχεδόν κάθε χρόνο ταξίδευε με τα
παιδιά για να δουν τον
αδερφό της που είχε ξενιτευτεί. Της
άρεσε να ταξιδεύει στην Ευρώπη, της
έδινε μια ανάσα απόδρασης κι έβλεπε ότι
οι κόρες της κυκλοφορούσαν στο εξωτερικό σαν ψάρια μέσα στο νερό, αυτό ήταν πολύ όμορφο. Στην έξοδο του αεροδρομίου τους περίμενε μια
ορδή από λευκά ταξί με φωνακλάδες
οδηγούς έτοιμους ν’ αρπάξουν τον κόσμο, εκείνη τη στιγμή έφτασε κι
ο αδερφός της που την αγκάλιασε ευτυχισμένος, φαινόταν
σε πολύ καλή κατάσταση, σχεδόν έλαμπε, «θέλω να κάνω ένα τσιγάρο» του είπε «οκ» έγνεψε εκείνος φιλώντας τα δυο
της κορίτσια κι αγκαλιάζοντας τον άντρα της. Η ατμόσφαιρα ήταν υγρή αλλά δεν
έκανε κρύο, «πάμε μια βόλτα » της είπε
γελώντας « μ αρέσει πολύ η πόλη τη νύχτα
» -«ναι μαμά πάμε!» φώναξαν τα παιδιά,
«εντάξει αλλά όχι πάνω από μια
ώρα, αύριο έχουμε να δούμε ένα σωρό μέρη» τους είπε αυστηρά κι έσπευσε να
χωθεί μέσα στο αμάξι καθώς άρχιζε να ψιχαλίζει .«Μας σάπισε στις βροχές εδώ πέρα» είπε ο αδελφός της όπως φορούσε τη
ζώνη του» - « κι εμάς το ίδιο, το ξέρεις ότι οι πηγές στο χωριό έσπασαν πάλι
και τα ψάρια ανεβαίνουν από το ποτάμι όπως παλιά για να γεννήσουν» του είπε,
«έλα ρε!» -« ναι σου λέω, πρέπει να έρθεις να τις δεις το Πάσχα» -«μη μιλάτε μια στιγμή να
προσανατολιστώ γιατί θα χαθούμε» τη διέκοψε ο αδερφός της που στριφογυρνούσε
μέσα στο χαοτικό πάρκινγκ αναζητώντας την έξοδο για το μεγάλο περιφερειακό δρόμο . Παλιά
προσγειώνονταν σ’ ένα μικρό αεροδρόμιο, στην άλλη άκρη της πόλης, όμως τώρα
βρισκόταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση κι έπρεπε να καλύψουν μια απόσταση μεγάλη. Κοιτάζοντας
τα αρχαία και τα μεσαιωνικά μνημεία που υπήρχαν παντού προσπαθούσε να προσανατολιστεί, όλα έμοιαζαν
διαφορετικά μέσα στο σκοτάδι, οι εκκλησίες και τα κτίρια φάνταζαν απειλητικά, συναγερμοί κι ασθενοφόρα
έσκιζαν τον αέρα με τους γκρινιάρικους ήχους τους, στο φως των προβολέων έβλεπε τα σύννεφα να τρέχουν πάνω από τον όγκο
κάποιου βουνού και σε κάποιο σημείο είδε μερικές πόρνες που έκαναν πιάτσα στο πλάι του δρόμου, φαινόταν
τρομαχτικές καθώς φορούσαν κάτι δικτυωτά καλτσόν επιδεικνύοντας τους τεράστιους γλουτούς τους, ευτυχώς τα παιδιά δεν τις πρόσεξαν.
«Μήπως πεινάτε;» ρώτησε ο αδερφός της και τα παιδιά
πετάχτηκαν «ναι μαμά ας σταματήσουμε κάπου!»
- «το μόνο που είναι ανοιχτό τέτοια ώρα είναι ένα φαστφουντάδικο»-« πάμε- πάμε!»
φώναξαν τα κορίτσια που ήθελαν να δοκιμάσουν τις γεύσεις
εκεί πέρα. Το μαγαζί ήταν ένας μεγάλος χώρος με κάτι φωτάκια χρωματιστά σαν
χριστουγεννιάτικα και μερικούς πελάτες που καθόταν γύρω. Πήραν κάτι μικρούτσικα σάντουιτς σε μια συσκευασία
παιδική που συνοδεύονταν από πατάτες κι ένα μπουκαλάκι με κάτι σαν επιδόρπιο, όταν ζήτησαν
νερό ένας νεαρός που ήταν εκεί πέρα και κοιτούσε κάτι κατάστιχα ούτε που γύρισε να τους κοιτάξει, μονάχα τους έγνεψε κατά που ήταν τα ψυγεία, «πολύ ζώο!» σχολίασε η μικρή της κόρη. Μασουλώντας τα μικρούτσικα
σάντουιτς που τους φάνηκαν πανάκριβα, προχώρησαν
κατά το μεγάλο σιντριβάνι όπου παλιά υηρχε
κάποιο υδραγωγείο για να τροφοδοτεί με νερό ολόκληρη την περιοχή. Ακολούθησαν ένα καλντερίμι προσπαθώντας να
διαβάσουν τις λατινικές επιγραφές έξω
από τα κτίσματα καις στάθηκαν περιμένοντας
να περάσει ένα συνεργείο του δήμου με κάτι μικρά οχήματα που μάζευε σκουπίδια στα
στενά γκρινιάζοντας. Η πόλη έμοιαζε βρώμικη, περισσότερο βρώμικη απ’ ότι θυμόταν, «νομίζω ότι η Αθήνα είναι πιο καθαρή» μουρμούρισε ο άντρας της. Στο τέλος ενός στενού αντίκρυσαν το μεγάλο
σιντριβάνι που της φάνηκε κάπως ψεύτικο και κακοσυντηρημένο, τα αγάλματα είχαν αρχίσει να μαυρίζουν από τα
καυσαέρια κι όλο το σύνολο δεν έμοιαζε να δένει καλά με τον περίγυρο, έμοιαζε σαν να είχε στριμωχτεί χωρίς χώρο να ανασάνει. Μερικές δεκάδες τουριστών έβγαιναν φωτογραφίες ρίχνοντας νομίσματα στη
στέρνα του, ένα κορίτσι είχε σκαρφαλώσει σε μια κολώνα απλώνοντας τος σώμα της
κι ο φίλος της τη φωτογράφιζε. Ενώ οι άλλοι κοιτούσαν τις Νηρηίδες και τους
θαλάσσιους θεούς που είχαν σκαλιστεί στο μάρμαρο την εποχή του μπαρόκ, εκείνη
έριξε μια ματιά στις φωτισμένες βιτρίνες. Ήξερε ότι θα έβρισκε κάποιο καλό κομμάτι,
κανένα βραχιόλι, κανένα δαχτυλίδι, καμιά
τσάντα, ά σ’ αυτά ήταν μανούλες οι τύποι κι έφτιαχναν πολύ ωραία πράγματα
που δεν τα έβρισκες πουθενά αλλού. Οι τιμές ήταν εξωφρενικές όμως πρόσεξε σε μια γωνιά ένα καταπληκτικό κολιέ με λευκά πετράδια, αστραφτερά, αμέσως ένιωσε μια τεράστια λαχτάρα μέσα της να το αγοράσει αν γινόταν εκεί επί
τόπου! Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε
στον εαυτό της «την άλλη φορά θα έχω οπωσδήποτε λεφτά για κάτι τέτοιο».
«Ελάτε θα σας πάω στο
ποτάμι!» ακούστηκε ο αδερφός της που ήταν
σαν να θυμήθηκε τα φοιτητικά του χρόνια, τότε που κάθε βράδυ ξενυχτούσαν χωρίς να τους νοιάζει τίποτα. «Πάμε
στις γέφυρες να σας δείξω πως έχει γίνει το ποτάμι μετά από τόσες βροχές» . Τα γεφύρια και το νησί στη
μέση του ποταμού ήταν το αγαπημένο της
σημείο στην πόλη, έφτασαν εκεί περνώντας κάτω από μια συστάδα δέντρων πανύψηλων, ένα
αρχαίο στάδιο ήταν σκεπασμένο από τα
νερά της βροχής και κάτι τοίχοι πανύψηλοι δέσποζαν στο χώρο, τα ερείπια αρχαίων λουτρών που είχε φτιάξει κάποιος
αυτοκράτορας τότε που όλος ο πλούτος του κόσμου μαζεύονταν σ’ εκείνη την πόλη. Είχε πρωτοδεί το νησί καλοκαίρι που η νύφη της γέννησε τον ανιψιό της στο νοσοκομείο
που ήταν χτισμένο εκεί πέρα, είχε σκεφτεί τότε ότι το χειμώνα που θα ανέβαινε η στάθμη του
ποταμού θα πρέπει να ήταν πολύ πιο ωραίο και πράγματι έτσι ήταν. Τα ποτάμια
ήταν το πιο ενδιαφέρον αξιοθέατο που παρατηρούσε σε πολλές πόλεις όπου είχαν
ταξιδέψει, αυτά τα μεγάλα κανάλια διέσχιζαν τον αστικό ιστό εξασφαλίζοντας τη σύνδεση με την ενδοχώρα ή τη θάλασσα. Στο Λονδίνο
είχε εντυπωσιαστεί από τον Τάμεση και τα τεράστια μαύρα, μαρμάρινα λιοντάρια
έξω από τα αποικιοκρατικά κτήρια, στη
Βιέννη είχαν πάει κρουαζιέρα στο Δούναβη αντικρίζοντας τους ουρανοξύστες, στο Παρίσι παρατηρούσε τον κόσμο που έστηνε
τις ομπρέλες του στις όχθες του Σηκουάνα μέσα στη ζέστη του Αυγούστου. Το ποτάμι ήταν μια όαση στο τσιμέντο της
πόλης, μια λωρίδα ζωής στη θάλασσα του γκρίζου, μια υπενθύμιση ότι η φύση
υπήρχε κι εκεί πέρα, ένα στοιχείο ζωντανό που άλλαζε στη διάρκεια των εποχών
και σου επέτρεπε να σχηματίσεις
μια εικόνα για πως ήταν παλιά οι πόλεις προτού γίνουν τέρατα αστικοποίησης.
Από το ύψος της παλιάς γέφυρα έβλεπε τα νερά
του ποταμού του έτρεχαν αφρισμένα και σκοτεινά μέσα στη νύχτα
παρασέρνοντας ότι έβρισκαν μπροστά τους,
το θέαμα ήταν κάπως τρομαχτικό, θύμιζε τον Σηκουάνα όπου έπεσε μια νύχτα ο
Ιαβέρης αδυνατώντας να πιστέψει ότι ο Γιάννης Αγιάννης αποδείχτηκε ανώτερος
του. Στην αρχή του γεφυριού υπήρχε μια αρχαία εκκλησία του αγίου Βαρθολομαίου
με μια πύλη πολύ ψηλή και στη μέση του ποταμού ήταν χτισμένο το νοσοκομείο περιστοιχισμένο από τοιχία πέτρινα.
Οι θάλαμοι του έφεγγαν μέσα στο σκοτάδι
και μερικά ασθενοφόρα βρίσκονταν παρκαρισμένα έξω από την είσοδο.
Ένα ηλικιωμένος τύπος έβγαζε βόλτα το σκύλο
του μέσα στην ερημιά και τους κοίταζε περίεργα
ενώ οι λάμπες δίπλα στις κοίτες έφεγγαν παράξενα φωτίζοντας τα υπόλοιπα κτήρια
και τα σκαλιά που κατέβαιναν μέχρι τις όχθες.
«Φτάνει για απόψε κορίτσια» είπε σε μια στιγμή, «βγάλατε ένα
σωρό φωτογραφίες και βίντεο θέλω να πάω
για ύπνο» - «μαμά ήταν πολύ ωραία να βγούμε κι αύριο το βράδυ» είπαν τα παιδιά «καλά θα δούμε» είπε ενώ ένιωθε έτοιμη να σωριαστεί από την εξάντληση,
είχε αρχίσει να της βγαίνει η κούραση
όλων των ημερών . «Θέλω να σωριαστώ στο κρεβάτι όπως είμαι » είπε σε μια στιγμή
όταν από το πουθενά πέρασε από μπροστά τους μια γυναίκα εντυπωσιακή, τυλιγμένη με μια γούνα που φορούσε στο λαιμό ένα κολιέ
καταπληκτικό σαν εκείνο που είχε δει στη βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου. Ήθελε να τη ρωτήσει «από που το πήρατε;» κι όπως σκεφτόταν πως να της μιλήσει άκουσε μια κραυγή, γύρισε και είδε τη γυναίκα να τρέχει κρατώντας
το λαιμό της ενώ μπροστά ένας νεαρός έτρεχε σαν δαίμονας. Σαν να παρακολουθούσαν
τη σκηνή εμφανίστηκαν αμέσως δυο αστυνομικοί κι άρχισε να τρέχουν πίσω από το νεαρό, εκείνος
πήδηξε μια αλυσίδα που υπήρχε μπροστά στις
σκάλες, κατέβηκε μέχρι κάτω με τρεις δρασκελιές
τεράστιες, πέρασε κάτω από τη γέφυρα και
χάθηκε. Οι αστυνομικοί που πρέπει να ήταν αθλητές γιατί έτρεχαν με μια ταχύτητα απίστευτη , ξεχύθηκαν πίσω του. «Καλά τι κάνετε, τραβάτε βίντεο ,μπορεί να βρούμε
κανένα μπελά!» φώναξε στα κορίτσια που
είχαν ανοίξει τις κάμερες των κινητών κι που έμοιαζαν να διασκεδάζουν -«δες μαμά βγαίνουν
από την άλλη μεριά» είπαν αυτά, και πράγματι ο κλέφτης εμφανίστηκε από την άλλη
πλευρά της γέφυρας, πρέπει να είχε βρει κάποια διέξοδο κι ερχόταν κατά
το μέρος τους. Ο άντρας της τράβηξε τα παιδιά
στο πλάι και καθώς ο νεαρός περνούσε από
μπροστά τους εκείνη άπλωσε λίγο το πόδι της. Ο κλέφτης σκόνταψε, έκανε μια εντυπωσιακή
βουτιά κι έπεσε με το πρόσωπο στο λιθόστρωτο
αμέσως σηκώθηκε σαν αίλουρος, σαν
να ήταν φτιαγμένος από λάστιχο όμως οι αστυνομικοί πρόλαβαν να τον αρπάξουν και
να του πάρουν το κολιέ, ύστερα τον
έσυραν στα σκοτεινά ψάχνοντας για τη γυναίκα με τη γούνα που δεν φαινόταν
πουθενά. Μη πιστεύοντας αυτό που έκανε γύρισε
κατά το μέρος των κοριτσιών που έδειχναν ενθουσιασμένα, «δεν πιστεύω να μην το τραβήξατε!» φώναξε.