Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

ΤΟΚΑΤΕΣ ΚΑΙ ΦΟΥΓΚΕΣ

Στην Αγκάθα Κρίστι

Τα φυλλώματα της κερασιάς έκρυβαν  έναν μπαξέ που πρασίνιζε  τέτοια εποχή κι εκεί μπροστά στην είσοδο  ήταν μια τριανταφυλλιά  κατακόκκινη,  όλοι φύτευαν  τριανταφυλλιές και γιασεμιά στα σπίτια τότε κι ύστερα έφευγαν για κάπου, Αθήνα,  Θεσσαλονίκη,  Γερμανία.  Τα καλοκαίρια ερχόντουσαν πίσω,  κάτι φάτσες άγνωστες που μόνο οι παλιοί ήξεραν, καθάριζαν τις αυλές τους,  διόρθωναν τις στέγες, έβαφαν τους τοίχους,  στα καφενεία εμφανίζονταν με κάτι ρούχα περίεργα που είχαν φέρει μαζί τους , καθόταν κανένα μήνα  κι ύστερα χανόντουσαν  διπλοκλειδώνοντας τα εξοχικά τους. Όλον το χειμώνα και την άνοιξη τα σπίτι εκείνα  ήταν χώροι μυστήριοι για τα παιδιά, μπορούσαν να παίζουν στις αυλές  με τα άφθονα  λουλούδια,  μερικά απ αυτά μάλιστα   είχαν ένα άρωμα πολύ δυνατό, πολύ όμορφο το είχε ακόμα στη μύτη του κάτι τριανταφυλλιές άσπρες και  πορτοκαλιές  ένα  χρώμα περίεργο, κάτι γιασεμιά λευκά  εκείνα τα σπίτια ήταν ένας κόσμο παράξενος που ήθελες να εξερευνήσεις κάθε φορά.

Ένα από κείνα τα σπίτια τα περίεργα ήταν κι αυτό με την μεγάλη κερασιά στην αυλή του, ο άνθρωπος  που το είχε  δεν ήταν  σαν τους άλλους , αυτός ερχόταν όχι  μόνο τα καλοκαίρια  αλλά κι άλλες φορές μαζί  με το γιο του, ένα νεαρό ψηλό,   ήταν   πολύ γλυκός  τύπος που πάντα τους  άφηνε  ν’ ανεβούν και να κόψουν κεράσια ενώ  η γυναίκα του,  μια παχουλή με αραιά μαλλιά ,  τους κερνούσε χυμό βύσσινο που έφτιαχνε μόνη της,  καθόταν  με τους φίλους του  στην κουζίνα της,  ένα δωμάτιο δροσερό με κάτι ράφια γεμάτα πιατάκια και φλιτζάνια,  κι εκεί πίνανε τη βυσσινάδα   που τους  φαινόταν  απίστευτα δροσιστική.  Με το που άκουγε φωνές ερχόταν εκεί πέρα προβάλλοντας  από  κάποιο δωματιάκι ένα σκαλοπάτι χαμηλά απ’ το πάτωμα της κουζίνας,  το άλλο παιδί τους ένα στρουμπουλό  κοριτσάκι με σύνδρομο ντάουν που γελούσε όποτε  βρισκόταν ανάμεσα σε  συνομηλίκους του, καθόταν λίγο μαζί τους κι έπειτα η μαμά του το πήγαινε  ξανά  στο δωματιάκι του όπου  υπήρχε ένα κρεβατάκι με κάγκελα γύρω του κι ένα αρμόνιο όπου ο ψηλός  αδερφός της έπαιζε κάτι μουσικές περίεργες,  μια φορά είχαν δει κι ένα  απ’  τα μυστήρια μουσικά  βιβλία του,  απ’ έξω  έγραφε :‘’Τοκάτες και φούγκες’’ .  Οι επισκέψεις σ’ εκείνο το σπίτι,  η μουσική απ’  το αρμόνιο  κι η βυσσινάδα   ήταν  απ’  τις καλύτερες αναμνήσεις του.

Είχε έρθει στο χωριό  για τις διακοπές του Πάσχα,  ήθελε να δει και τον αδερφό του που έλειπε χρόνια στη Γερμανία και κάθε χρόνο  ερχόταν να περάσει τις γιορτές στο χωριό. Μετά απ’ τα φαγητά  και τις μπύρες βγήκε μια βόλτα,  περπατώντας ανάμεσα στα σπίτια είδε ότι τα πιο πολλά ήταν ακατοίκητα κι εδώ λοιπόν γινόταν τα ίδια  όπως  και στην πόλη όπου ολόκληρες συνοικίες ένιωθες ότι είχαν ερημώσει,  ο κόσμος έφευγε  όλη την ώρα κι οι πολυκατοικίες βουβαίνονταν, δρόμοι που άλλοτε έσφυζαν από ζωή δεν είχαν πια ούτε περίπτερο,  για κάποιο λόγο βέβαια τα νοίκια έμεναν  ψηλά και κανείς  δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε,  ποιοι  αγόραζαν διαμερίσματα και τι τα έκαναν όμως όλοι όσοι έφευγαν δεν γυρνούσαν στα χωριά γιατί   και σ’   εκείνα είχαν απομείνει μοναχά οι  γέροι όλος, ο τόπος έμοιαζε να έχει αφεθεί  στο έλεος του θεού. Προς  το τέλος  του χωριού, εκεί όπου ξεκινούσε ένας δρόμος που έβγαζε στην Εθνική Οδό, πρόσεξε  την μεγάλη κερασιά, το θυμόταν από παλιά αυτό  το δέντρο μόνο  που τώρα φαινόταν πιο μικρό, όλα  του φαινόταν πιο μικρά  κι εκεί στον φράχτη  θα έπρεπε να υπάρχει  μια πόρτα  με  σιδερένια  σχέδια όμως την είχαν χτίσει φτιάχνοντας άνοιγμα σ’ ένα άλλο σημείο.  Μπροστά απ τον φράχτη υπήρχαν  κάτι κάγκελα όπου κάποτε  ισορροπούσε  περπατώντας πάνω τους με τα χέρια απλωμένα,  τώρα του φαινόταν πολύ χαμηλά, έναν καιρό  έπρεπε  να πηδήσει από ψηλά όταν κατέβαινε  από κει…

‘’ Άμα θες κόψε κανένα κεράσι !’’ ακούστηκε μια φωνή και γυρνώντας είδε εκείνον  τον τύπο  που  έμοιαζε να μην έχει αλλάξει καθόλου   όμως αυτό δεν ήταν δυνατό, πως  μπορούσε να μην είχε γεράσει   ούτε στο ελάχιστο,  είχαν περάσει σαράντα τόσα χρόνια από τότε που τον θυμόταν ,  θα έπρεπε  να ήταν τώρα πάνω από ενενήντα χρονών,  τον πρόσεξε  λίγο καλύτερα και τότε κατάλαβε, δεν ήταν ο γέρος ήταν ο γιος του που ήταν ολόιδιος,  έτσι εξηγούταν,  είχαν περάσει τόσα χρόνια,  δεν θα μπορούσε να ζει,  ‘’Ερχόμουν εδώ κι έκοβα κεράσια όταν ήμουν μικρός ‘’του είπε κι ο  γέρος  χαμογέλασε ακριβώς όπως θυμόταν τον πατέρα του να χαμογελά,  ύστερα έπιασε να σκάβει  ανάμεσα σε μια σειρά από κρεμμυδάκια τραβώντας χορτάρια που είχαν φυτρώσει ανάμεσα στα φυτά, αυτή  ήταν μια στιγμή λίγο παράξενη, λίγο μαγική και στάθηκε εκεί πέρα μια στιγμή αντίκρυ στον ήλιο  να χαζέψει το μέρος που είχε μικρύνει αλλά δεν είχε αλλάξει κι είχε μείνει το ίδιο όμορφο. 
Όμορφή ήταν όλη η περίοδος  γύρω στο Πάσχα, παλιά βέβαια ερχόταν  πολύς κόσμος στο χωριό και γέμιζε  την εκκλησία όμως πλέον  ο κόσμος άλλαζε, οι οικογένειες οι μεγάλες με τους συγγενείς  και τα ξαδέρφια  είχαν συρρικνωθεί, δεν μαζεύονταν όπως παλιά το Πάσχα και τα καλοκαίρια, εκείνα τα παλιά έμοιαζαν να έχουν πεθάνει όμως η άνοιξη έμοιαζε πάντα το ίδιο καινούρια  όπως κάποτε που όλα ξαναγεννιούνταν, τα πουλιά, τα χόρτα, όλη η φύση ήταν στο φόρτε της, σ’ ένα μαγαζί πάνω στο δρόμο όπου είχε σταματήσει καθώς ερχόταν είχε ακούσει  κάτι γυναίκες να λένε   ότι αυτός  ήταν ο καλύτερος καιρός για ταξίδια προτού πιάσουν οι ζέστες,  τέτοιον καιρό μπορούσες να πας όπου  ήθελες με την ησυχία σου χωρίς  να  σ’ ενοχλεί ο ήλιος, είναι η πιο καλή εποχή του χρόνου όλοι το ξέρουν !

Το προηγούμενο βράδυ  ενώ οι άλλοι έβγαζαν φωτογραφίες με τα κινητά αυτός έβλεπε από το παράθυρο τον ουρανό που είχε γεμίσει μαύρα σύννεφα,  ο καιρός  άλλαξε  απότομα  κι η βροχή άρχισε να πέφτει πάνω στα χορτάρια που πρασίνιζαν ακόμα περισσότερο,  όλα γύρω είχαν σκοτεινιάσει και τα σύννεφα έμοιαζαν να τρέχουν ψηλά. Απ’ το λοφάκι   όπου ήταν  χτισμένο το πατρικό του   μπορούσε να δει προς την Εθνική Οδό όπου κάθε τόσο περνούσαν φορτηγά μεγάλα γλιστρώντας πάνω στην άσφαλτο, από  μικρός τα παρακολουθούσε  τέτοιον καιρό να τρέχουν στους μεγάλους δρόμους, ήταν η εποχή που ο καιρός άνοιγε, οι παραλίες απλώνονταν απέραντες,  η θάλασσα στραφτάλιζε στον ήλιο, βάρκες έπλεαν στ ανοιχτά,  πέρα στον ορίζοντα χωράφια κόκκινα απ’  τις παπαρούνες,  άσπρα απ’  τα χαμομήλια,   δέντρα και θερμοκήπια,   σύννεφα σεργιάνιζαν  στον ουρανό, πλησίαζε εκείνη η εποχή που δεν μπορούσες να καθίσεις ήρεμος όλα γύρω σε καλούσαν να φύγεις μακριά χωρίς να ξέρεις που, εκείνες οι γυναίκες που μιλούσαν για ταξίδια τέτοιον καιρό κάτι ήξεραν…


Έκοψε κάνα δυο κεράσια, τα πιο ώριμα κι όταν τα δοκίμασε είχαν την ίδια γεύση όπως τη θυμόταν,  είχε αρχίσει να μεσημεριάζει και τα ποτά που ήπιε το πρωί βάραιναν  το κεφάλι του,   όταν έκλεινε λίγο τα μάτια κι ύστερα τα άνοιγε  έβλεπε σχήματα παράξενα να  εμφανίζονταν μπροστά του, χαιρέτησε τον άνθρωπο  που σαν τον πατέρα του είχε την ίδια γλύκα στο πρόσωπο και στους τρόπους κι απομακρύνονταν από κείνο το σπίτι όταν τον άκουσε να φωνάζει,   ‘’Βοήθεια, ζαλίζομαι!’’  γύρισε πίσω και τον είδε  ξαπλωμένο  στο χώμα ανάμεσα στα φυτά που σκάλιζε, πήδηξε τον φράχτη με τα κάγκελα κι έτρεξε κατά τη βρύση που υπήρχε σε μια γωνιά του μπαξέ, τράβηξε το λάστιχο κι έριξε με το χέρι λίγο νερό στο πρόσωπο του άλλου  που είχε ιδρώσει,  ‘’Είναι το ζάχαρο μου με πιάνει ξαφνικά!’’ είπε ξέπνοα κι αφού ήπιε μια γουλιά  φάνηκε να συνέρχεται,  ‘’ Αυτό ήταν πέρασε’’ είπε και κάθισε σε μια πέτρα στην άκρη του χωραφιού    όμως έδειχνε πάλι χλωμός.

‘’Τώρα τι γίνεται ; ’’ σκέφτηκε ο δικός μας,   ‘’Tι κάνουμε εδώ πέρα, ποιος τρέχει στα νοσοκομεία,  θα φάω όλη τη μέρα μου’’ όμως δεν μπορούσε να τον αφήσει έτσι,  γύρω δε φαινόταν ψυχή, έπρεπε να φωνάξει κανέναν  γείτονα,  κανένα συγγενή, κάποιο ασθενοφόρο ο άλλος  όμως φάνηκε να συνέρχεται και  του είπε ‘’Βοήθησε με να πάω μέχρι το σπίτι, έχω εκεί τα φάρμακα μου, πρέπει να πάρω ένα χάπι  τώρα στα γρήγορα’’.  Πέρασε   το χέρι του γέρου  γύρω από τον ώμο του και  τον πήγε σιγά- σιγά μέχρι το χαμηλοτάβανο σπίτι,  καθώς περνούσαν το κατώφλι  παρακαλούσε μέσα του να τελειώνει γρήγορα η υπόθεση, ότι  κι αν γινόταν βέβαια δεν μπορούσε να τον παρατήσει εκεί πέρα τον άνθρωπο. Ο γέρος άνοιξε ένα ντουλάπι,  πήρε κάτι κάψουλες και τις διέλυσε σ’ ένα  ποτήρι που το ήπιε μονορούφι,   φαινόταν καλύτερα κι ήταν ώρα να φύγει όμως  ένιωθε  το κεφάλι του βαρύ και τα μηνίγγια του άρχισαν να  βγάζουν  έναν  ήχο  σα σφύριγμα που διαπερνούσε  το μυαλό του,  ένιωθε  στεγνό το στόμα  κι ο γέρος που το κατάλαβε άνοιξε το ψυγείο,  έβγαλε ένα  μεγάλο μπουκάλι γυάλινο  και   γέμισε ένα κατοστάρι μπρούτζινο,  ‘’Πιες του είναι πολύ ωραίο!’’ του πρότεινε,   ‘’Θέ μου  τι ωραία βυσσινάδα!’’  σκέφτηκε γιατί η γεύση ήταν όπως παλιά όμως πως  γινόταν όλα  να είχαν μείνει τα ίδια ύστερα  από τόσες δεκαετίες, τι είχε συμβεί,  δεν μπορούσε να καταλάβει .

Γύρισε το βλέμμα  γύρω στο δωμάτιο  φαινόταν πολύ καθαρό πολύ τακτοποιημένο, κάποια γυναίκα έμπαινε εκεί και το συγύριζε σίγουρα,  ο γέρος είχε ήδη  πλαγιάσει   και τον άκουσε να μουρμουρίζει,  ‘’Κάτσε λίγο  ακόμα! ‘’ – ‘’ Τώρα θα κοιμηθεί και θα μπορέσω να φύγω ήσυχος’’ σκέφτηκε καθώς  περιεργαζόταν  το ντουλάπι με το τζαμάκι του ντουλαπιού της κουζίνας  που σε άφηνε να δεις τα κρύσταλλα  και τα ποτήρια πίσω του,  ο γέρος αποκοιμήθηκε γρήγορα  κι άρχισε να ροχαλίζει ελαφρά, ετοιμαζόταν να φύγει όταν  άκουσε έναν  ήχο περίεργο,  μα βέβαια,  ήταν το αρμόνιο όμως ποιος δαίμονας μπορεί να  έπαιζε, τι συνέβαινε σ’ εκείνο το δωμάτιο,  τι είχε πάθει το μυαλό του,  σε ποιον ακριβώς χρόνο βρισκόταν, τι σύγχυση ήταν  εκείνη;  Προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του κι όσο σκεφτόταν η  πορτούλα απ’ το δωματιάκι  όπου κάποτε υπήρχε το κρεβατάκι με τα κάγκελα   άνοιξε τρίζοντας ελαφρά, ένα άσπρο κεφάλι πρόβαλε και τον κοίταξε, ρίγος διαπέρασε το σώμα του,   δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι εκείνο το κορίτσι  το στρουμπουλό είχε μεγαλώσει τόσο, τα χαρακτηριστικά του ήταν τα ίδια αν και είχαν ατονήσει κάπως όπως συμβαίνει σε μερικούς ανθρώπους  που νιώθεις ότι δεν γέρασαν ποτέ,  καθόταν εκεί και τον κοίταζε ήσυχα σαν του έλεγε ‘’Με θυμάσαι ;’’ ενώ  το αρμόνιο έπαιζε συνέχεια μια μουσική     περίεργη,  τι στο δαίμονα  συνέβαινε ;  

Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

ΣΤΟ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΩΝ ΑΣΦΟΔΕΛΩΝ

Ομίχλη είχε απλωθεί στην παραλία, ανάμεσα στους γερανούς μερικά φώτα ήταν ακόμα αναμμένα, κάποιοι έτρεχαν, άλλοι περπατούσαν δίπλα στη θάλασσα, αυτοκίνητα περνούσαν μέσα στην υγρασία, ένας τύπος καθόταν σ’ ένα πάγκο ακούγοντας δυνατά μουσική απ’ το κινητό, κάποιο καράβι ερχόταν από μακριά απ’ τον ορίζοντα, γλάροι βουτούσαν στο νερό σα καταδιωκτικά καθέτου εφόρμησης κι έβγαιναν κουβαλώντας ψάρια.

Είχε ξυπνήσει από πολύ νωρίς, προτού ακόμα φέξει, για να περπατήσει, αυτό ήταν το πρόγραμμα του κάθε Κυριακή,  από ψηλά απ’ τη γειτονιά του, η πόλη φαινόταν όμορφη καθώς οι ουρανοί είχαν ανοίξει, μια μυρουδιά βρεγμένου χώματος πλανιόταν στον αέρα , στις πρασιές και στους ακάλυπτους είχαν φυτρώσει ότι χόρτα μπορούσες να φανταστείς, παπαρούνες κόκκινες, μαργαρίτες, σινάπια, μολόχες, έξω απ’ τους φράχτες γλυσίνες μαβιές κρέμονταν, οι αυλόγυροι των σπιτιών εκεί γύρω απ’ τα κάστρα είχαν σοβαντιστεί, Πάσχα πλησίαζε, οι βράχοι ενός λόφου που δέσποζε πάνω απ’ την πόλη είχαν μουλιάσει, το νερό τους πότιζε συνέχεια, χείμαρροι σχηματίζονταν στα καλντερίμια και κυλούσαν στις κατηφόρες ορμητικά, έπρεπε να προσέχεις για να μη μουσκέψεις τα πόδια σου, ένα ταξί περνούσε εκείνη την ώρα κουβαλώντας μια γυναίκα που έψαχνε κάποια διεύθυνση μέσα στα στενά, περνώντας από κάποιον δρόμο είδε όλα τα δέντρα να έχουν πρασινίσει καθώς τα είχαν κλαδέψει οι κηπουροί του δήμου, πόσο είχε αλλάξει εκείνος ο δρόμος, πως είχε γίνει έτσι ωραίος, δεν μπορούσε να τον γνωρίσει!

’Τις καλύτερες μακαρονάδες τις κάνουν στο μαγαζί που ήμουνα χτες!’’ είπε η Κ, ‘’ Έχω φάει μια με σολομό και μια με κόκορα κοκκινιστό σβησμένη σε κρασί, τέλεια, είναι λίγο ακριβές άλλα δεν παίζονται, μια μερίδα μπορεί να κάνει κάπου είκοσι ευρώ αλλά το ευχαριστιέσαι οπότε θα πάμε να με κεράσεις μία εντάξει  ;’’ Είχε κέφια η Κ που της άρεσαν τα ωραία κι είχε βγει για καφέ, σιγά μη πήγαινε για περπάτημα πρωί- πρωί, αν ήταν καμιά  σάουνα ή κάνα υδρομασάζ δεν θα έλεγε όχι βέβαια,  την συμπαθούσε κι ήταν καλή για παρέα, βγαίνανε τακτικά μαζί για φαγητό και τώρα με τέτοιον καιρό θα ήταν καλή περίπτωση όμως αυτός αλλού είχε το μυαλό του,  δεν ήταν για πολλά, σκεφτόταν να ξεκινήσει μια δουλειά με καλλιέργεια αλόης και δεν ήξερε αν θα του βγει, είχε ένα κτήμα που έβλεπε κατά τη θάλασσα, χρόνια τώρα το είχε παρατήσει κι είχε γεμίσει με κάτι φυτά,  ασφοδέλους  τα λέγανε όπως είχε μάθει και συμβόλιζαν την άλλη ζωή,  τον άλλο κόσμο όπου αναπαύονται οι ψυχές.  Εκείνο το μέρος του είχαν πει ήτανε ιδανικό για να βάλει το φυτό καθώς   έβλεπε κατά το νοτιά  γιατί η αλόη λέει δεν αντέχει στο κρύο, κι εκεί πέρα σκεφτόταν να φυτέψει καμιά χιλιάδα φυτά, έλεγαν ότι είχε φοβερή απόδοση, πολύ καλύτερη απ’ τις ελιές και τα αμπέλια από τα οποία είχε γεμίσει ο τόπος, το πιο σπουδαίο ήταν ότι θα είχε κι έναν συνεταίρο, έναν τύπο που το είχε ξεκινήσει  όταν πήρε τη σύνταξη του απ’  τη Γερμανία κι έβγαζε χοντρά λεφτά από χρόνια,  σε μια εποχή που κανείς δεν ασχολούνταν με τέτοια.

Ήθελε βέβαια πολύ δουλειά, πολλές ώρες στον ήλιο και το ύπαιθρο αλλά ήταν διατεθειμένος να δοκιμάσει, ο Γερμανός ήταν πολύ σκληροτράχηλος με κάτι χέρια σαν τσάπες γεμάτα χαρακιές πελώριες, περνούσε ώρες ατελείωτες στο χωράφι παρέα με δυο σκουρόχρωμους Πακιστανούς που τον βοηθούσαν κι έναν σκύλο, ένα πιτ μπουλ κοντόχοντρο που λέγανε ότι το είχε βρει να περιπλανιέται στα βουνά και ήταν πολύ άγριο, ο τύπος του είχε εξηγήσει το σχέδιο, θα έπιαναν καλά λεφτά σε μικρό χρονικό διάστημα, η αλόη είχε μεγάλη ζήτηση στον Καναδά, στην Αραβία, στην Ουκρανία,  αυτός είχε όλο τον μηχανισμό, πως θα  φυτέψει,  πως θα  συσκευάσει, πως θα διαθέσει, έμοιαζε τίμιος, έδειχνε καλή περίπτωση, άλλωστε όλοι το έψαχναν με καλλιέργειες εναλλακτικές, άλλος έβαζε γκότσι μπέρι κι έλεγε ότι εκεί ήταν το μέλλον, άλλος έφτιανε καλλιέργειες σαλιγκαριών, άλλος έβαζε αρωματικά βότανα,  το γύριζε καιρό στο μυαλό του καιρό πολύ, ήταν σχεδόν έτοιμος να ξεκινήσει.

Τα σαλιγκάρια σκεφτόταν στην αρχή αλλά  μετά έμαθε ότι η αγορά ήταν γεμάτη από δαύτα κι ότι έφερναν  κι από Βουλγαρία  οπότε το άφησε με τη αλόη ένιωθε ότι κινούνταν  σε πιο σίγουρο μονοπάτι κι ήταν αισιόδοξος  ειδικά τώρα την άνοιξη που ήταν η αγαπημένη του εποχή καθώς οι βροχές  καθαρίζουν το τοπίο, ξεπλένουν την ατμόσφαιρα κι  όλα γίνονται πιο καθαρά.   Μια φρεσκάδα, μια αναγέννηση επικρατούσε παντού, σε κάποιους δεν αρέσουν βέβαια οι βροχές, θέλουν συνέχεια ήλιο αλλά αυτός δεν είχε πρόβλημα,  το απολάμβανε, στις λαϊκές πουλούσαν ζοχούς και ραδίκια, ρόκες άγριες κι άλλα χόρτα απ’ τα οποία αφθονούσε η ύπαιθρος, τη νύχτα άκουγες τις σταγόνες της βροχές που έπεφταν πάνω στις στέγες κι αυτό ήταν το καλύτερο ηρεμιστικό, γύρω μπορούσες να νιώσεις μια ανανέωση  όλης τη φύσης, ήταν ένα φρεσκάρισμα που σ’ έκανε να νιώσεις καθαρός, καινούριος.

‘’Γιατί δεν παίρνεις κι εμένα μαζί  ; ‘’ του είπε η Κ που της φαινόταν διασκεδαστικό το εγχείρημα , ‘’Θα μου μάθεις να σκαλίζω το χωράφι και θα βάζω στο δέρμα μου εκχύλισμα για να είναι απαλό,  η αλόη είναι μυοχαλαρωτική και καθαρίζει τον οργανισμό,  εννοείται ότι δε θα μου βάζεις δύσκολες δουλειές, μόνο παρέα που θα σου κρατώ λίγο είναι ;’’  δεν θα ήταν κακή ιδέα να την πάρει μαζί του εκεί πέρα όπου συναντούσες μονάχα  χωρικούς και θα βαριόταν σίγουρα. Θα την έπαιρνε μαζί του το είχε σχεδόν αποφασίσει, αυτή βέβαια ψαχνόταν από τότε που την είχαν απολύσει, δούλευε σ’ ένα μαγαζί με ρούχα πολύ γνωστό, το αφεντικό της είχε υιοθετήσει όλα τα συστήματα των παλιών που είχαν κάνει λεφτά κρατώντας λογαριασμούς με χαρτί και μολύβι κάθε μέρα, στο γραφείο του έβλεπε όλους τους πλούσιους γέρους παλιές φυσιογνωμίες θρυλικές ανάμεσα τους κι έναν Εβραίο που δεν ήξερε το όνομα του, όλοι δούλευαν με τα ίδια συστήματα κι όταν μαζεύονταν μιλούσαν για τί άλλο, για τα λεφτά, τις δουλειές, και τις παλιές καλές εποχές που κουβαλούσαν το χρήμα σε σακούλες πλαστικές, έλεγαν ότι οι υπάλληλοι ήταν μια σκέτη φύρα που τους υπονόμευε όλη την ώρα, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν να παίρνουν τα λεφτά τους ενώ εκείνοι δεν είχαν ησυχία, μέρα νύχτα ίδρωναν για να κρατήσουν ανοιχτά μαγαζιά να βρουν πελάτες, να πληρώσουν δεξιά κι αριστερά σ’ όποιον χρωστούσαν, να μειώσουν τα έξοδα, αυτή ήταν όλη η ζωή τους, ούτε διακοπές, ούτε ξεκούραση, ούτε αργίες, αυτά όλα ήταν απλά χάσιμο χρόνου…

Με την Κ ή χωρίς αυτήν ήταν έτοιμος να κάνει το άλμα κι ότι ήθελε ας γίνονταν, θα έβαζε κάποιο ποσό στην επιχείρηση και μετά όλα μπορούσαν να ξεκινήσουν, προτού πάει στην τράπεζα να καταθέσει τα χρήματα ήθελε να κάνει μια τελευταία κουβέντα με τον Γερμανό γι αυτό και την επόμενη μέρα κίνησε να τον συναντήσει , οδηγώντας έξω απ’ την πόλη ένιωθε καλά κι όταν έφτασε στα χωράφια με την αλόη είχε καλή διάθεση, ανάμεσα στις κορυφές που ανέμιζαν τις μυτερές απολήξεις τους επικρατούσε ησυχία, ο καιρός ήταν κι εδώ βροχερός, είχε διαβάσει ότι η αλόη δεν θέλει πολύ υγρασία κι αναρωτιόταν αν τα φυτά θα είχαν κάποιο πρόβλημα , έριξε μια ματιά γύρω, ο Γερμανός δε φαινόταν πουθενά ούτε οι Πακιστανοί βοηθοί του, έβαλε μια φωνή, κανείς δεν απάντησε, δεν μπορούσε να καταλάβει  γιατί επικρατούσε τέτοια νέκρα, που ήταν ο γέρος κι ο σκύλος του που έβλεπε κάθε φορά να τριγυρνά με την γλώσσα να κρέμεται, τα μυτερά σα σουβλιά φυτά της αλόης στεκόταν μόνα τους εκεί πέρα κι ήταν λίγο άχαρα, άρχισε να νιώθει κάπως, πιο πολύ φοβόταν μη πεταχτεί από καμιά μεριά ο σκύλος και τον πλακώσει στις δαγκωματιές, εκείνο το κοντό μυώδες σκυλί μπορούσε να σου κάνει ζημιά.

Περπάτησε λίγο στην ανηφόρα ενός υψώματος που υπήρχε δίπλα στην φυτεία, οι ασφόδελοι  είχαν γίνει γίγαντες πραγματικοί με τόσες βροχές που έπεφταν, κάτι πουλιά με γκρίζα στίγματα στις φτερούγες τους πετάχτηκαν από μια συστάδα κι όπως τρόμαξε λίγο γύρισε και είδε πίσω του τον σκύλο, φοβήθηκε όμως ο σκύλος δεν φαίνονταν επιθετικός αντίθετα τον κοιτούσε σα να χαμογελούσε, ήρθε κοντά του και τρίφτηκε στα πόδια του, τον χάιδεψε στο κεφάλι κι αμέσως  άρχισε να βαδίζει κοιτάζοντας πίσω σα να του έλεγε ‘’Ακολούθα με!’’. Όλο το σκηνικό ήταν πολύ παράξενο, δεν ήξερε καλά την περιοχή,  δεν είχε ζήσει ποτέ εκεί πέρα,  το χωράφι ήταν του πατέρα του που το είχε αφήσει για να έρθει  στην πόλη, δίστασε  μια στιγμή κι έπειτα  αποφάσισε να ακολουθήσει το σκύλο που έστριβε ανάμεσα σε κάτι θάμνους ψηλούς σα να ήξερε καλά το μέρος, προχώρησαν μέσα σ’ ένα δασάκι, ο σκύλος όλο κοιτούσε πίσω καθώς εκείνος έσπρωχνε τα κλαδιά απ το πρόσωπό του, τελικά το πιτ μπουλ σταμάτησε μπροστά σ’ ένα σημείο και τον περίμενε , από μακριά είδε το τσιμεντένιο χείλος μια δεξαμενής, ώστε αυτό ήταν !

Στη μέση της στέρνας βρισκόταν ο Γερμανός, το κεφάλι του ήταν το μόνο που προεξείχε, είχε ακουμπήσει σε κάποιο λάστιχο αυτοκινήτου που είχαν πετάξει εκεί μέσα, ποιος ξέρει πως είχε πέσει και πόση ώρα βρισκόταν εκεί , έδειχνε εξαντλημένος, δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει, έτρεξε αμέσως και τον έπιασε όμως δεν μπορούσε να τον τραβήξει, τα πόδια του είχαν κολλήσει στη λάσπη, έβγαλε το μπουφάν και τον γράπωσε πιο δυνατά ενώ ο σκύλος παρακολουθούσε τη σκηνή αδημονώντας σα να έλεγε ‘’Τράβα γερά !’’, παιδεύτηκε πολύ, νόμιζε ότι δεν θα τα κατάφερνε,  τελικά με πολύ κόπο τον ξεκόλλησε  και τον έσυρε στην πρασινάδα όπου ο γέρος πλάγιασε παίρνοντας βαθιές αναπνοές.

Πρέπει να είχε μένει εκεί μέσα για ώρες πολλές, τράβηξε  γρήγορα τα ρούχα του γέρου που ήταν μουσκεμένα, έβγαλε την μπλούζα κι έμεινε με το φανελάκι  γιατί ήθελε να τον σκουπίσει ώστε να φύγει από πάνω του όσο νερό γίνονταν,  έπειτα τον τύλιξε με το μπουφάν,   πήρε το κινητό του κι άρχισε να καλεί ασθενοφόρο, όλη η προσπάθεια τον είχε κουράσει  και πήρε μια ανάσα χαζεύοντας τις σταγόνες που έφτιαχναν μικρούς κύκλους στην επιφάνεια της δεξαμενής,  το σώμα του έκαιγε απ’  την υπερπροσπάθεια όμως όπως ήταν θ’ άρπαζε καμιά πούντα,  έπρεπε να τρέξει στο αμάξι του όπου είχε μια φόρμα,  ο σκύλος  έμοιαζε ικανοποιημένος,  ήρθε κοντά στο αφεντικό του και άρχισε να τον γλείφει σα να του έλεγε ‘’Εντάξει τώρα μη φοβάσαι !’’ γύρω τα χωράφια είχαν πρασινίσει τόσο πυκνά που ήταν χάρμα θεού να τα χαζεύεις ο ήλιος που έβγαινε από μια τρύπα στα σύννεφα έμοιαζε να χαϊδεύει το γρασίδι, πέταλα άσπρα και κίτρινα  απ’ τους ασφοδέλους  σκορπούσαν σ’ όλες τις γωνιές του ορίζοντα.
   

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

ΝΕΡΑ ΥΦΑΛΜΥΡΑ


Ο παππούς της έδερνε τη γυναίκα του, έτσι ήταν οι πόντιοι, βίαιοι, τα είχε ακούσει αυτά από τη γριά γιαγιά της που είχε ζήσει ως τα εκατό, είχε μεγαλώσει σ’ ένα χωριό όπου έπιναν νερό υφάλμυρο, την πρώτη γυναίκα του εκείνος ο παππούς την είχε χτυπήσει άσχημα κι ύστερα έτρεχε με το κάρο στον γιατρό να τη σώσει γιατί ήταν έγκυος, φυσικά η γυναίκα πέθανε μαζί με το παιδί κι ο παππούς της πήρε την γιαγιά της που κι εκείνη φυσικά την έδερνε, αυτά ήταν συνηθισμένα πράγματα τότε, όλοι τα δέχονταν, οι άντρες έδερναν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έβαζαν τις νύφες να τους πλένουν τα πόδια, ήταν μέρος της ζωής, η παράδοση τους. Ο πατέρας της πάλι είχε έρθει από την Κρήτη στην Μακεδονία, ήταν χωροφύλακας κι είχε πολεμήσει με τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές υπό τον στρατηγό Φράιμπεργκ τον Νεοζηλανδό, της είχε αφήσει κι ένα μετάλλιο από κείνες τι μάχες που το είχε φυλάξει σαν κειμήλιο. Στο μέρος όπου τον είχαν στείλει γνώρισε την μάνα της, κόρη εκείνου του τύπου του βίαιου, την είχε πάρει κάτω στην Κρήτη κι εκεί της έκανε εντύπωση που έβαζαν μια πετσέτα άσπρη στα πόδια των αντρών όταν έτρωγαν, δεν το είχε ξαναδεί, το σπίτι του χωροφύλακα το πατρικό έβλεπε κατά το Λιβυκό Πέλαγος, όταν φυσούσε από κει ήταν ο θεός να σε φυλάει, σήκωνε τον τόπο ολόκληρο, πήγαιναν μαζί στα βράχια της παραλίας και μάζευαν σταμναγκάθια, πολύ της άρεσαν, πολύ πιο νόστιμα απ τα ραδίκια, είχαν μια γεύση αρμυρή από το αλάτι που τις έλουζε όποτε έπιανε αέρας και γέμιζε σταλαγματιές θαλασσινές τα βράχια, το μόνο άσχημο εκεί κάτω ήταν το νερό, δεν πίνονταν.

Η μάνα κι η γιαγιά γυρνούσαν όλη την ώρα στο μυαλό της. Ξημέρωνε ψυχοσάββατο και κάθε χρόνο τους έφτιαχνε κόλλυβα για να διαβαστούν στην εκκλησία τα ονόματα τους, το βράδυ της παρασκευής ένιωθε κάπως περίεργα, δε την έπιανε ο ύπνος και είδε μια ταινία μ ένα ζευγάρι που είχε αποκτήσει ένα παιδί προβληματικό και δεν ήξερε τι να το κάνει, είχε χάσει κι αυτή ένα παιδί, το είχε σχεδόν ξεχάσει αλλά εκείνο βρισκόταν κάπου θαμμένο κι έβγαινε τώρα στην επιφάνεια, είχε μείνει έγκυος κι οι γιατροί της είπαν ότι θα έβγαινε με κάποια δυσμορφία, είχε κάνει έκτρωση κι εκείνη η εμπειρία ήταν η χειρότερη της ζωής της, ο άντρας της δεν είχε ασχοληθεί καθόλου σα να μη τον ένοιαζε, από τότε είχε κρυώσει μαζί του και τελικά τον χώρισε. Το πρωί πήγε κόλλυβα στην εκκλησία, σκόπευε έπειτα να πιει ένα καφέ με μια φίλη της που είχε κι εκείνη κάτι θεματάκια με τον άντρα της, την είχε απειλήσει, είχε αρχίσει να σηκώνει και χέρι κι αυτή ήταν πάντα ευαίσθητη σε κάτι τέτοια, θυμόταν τη γιαγιά και τη μάνα της.
Όταν ο παπάς διάβασε τα ονόματα που είχε δώσει κι άκουσε αυτό της μητέρας της κάτι σκίρτησε μέσα της, πολύ της είχε στοιχίσει η απώλεια της, ήταν εργατική κι άξια γυναίκα, δεν σήκωνε και πολλά απ’ τον βλαμμένο τον παππού της γι αυτό και παντρεύτηκε πολύ μικρή για να το σκάσει, με τον κρητικό μετακόμισαν πρώτα σε μια κωμόπολη όπου έχτισαν το σπίτι τους, μόνη της είχε σκάψει τα θεμέλια του σπιτιού , άκου τώρα τι γινόταν τότε, έσκαβε πόσες μέρες εκεί πέρα κι ύστερα την έκοβε κι από σχέδιο, όλο παρατηρήσεις έκανε στον μηχανικό που σήκωσε τα ντουβάρια, ο άνθρωπος είχε πάθει πλάκα αλλά δεν πρόσεχε τον εαυτό της και το είχε πληρώσει. Όλη εκείνη η γενιά βέβαια είχε φύγει και φεύγει αδιάβαστη , είχαν βρεθεί σ’ εποχές ευμάρειας, δουλειές υπήρχαν παντού κι είχαν πέσει με τα μούτρα να προκόψουν, ήταν δουλευταράδες άνθρωποι μαθημένοι στα χωράφια κάτω απ’ τον ήλιο, οι γυναίκες δεν ήθελαν να κάθονται στο σπίτι και να νταντεύουν παιδιά, στα εργοστάσια και στις βιοτεχνίες βρήκαν το στοιχείο τους, στα χωράφια περνούσαν ώρες ατελείωτες οπότε η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν παιχνίδι, με παρέα και κουβεντολόι ούτε καταλάβαινες πότε βράδιαζε. Δούλευαν δύο και κάποιες φορές τρεις βάρδιες, δε χόρταιναν, κι έπαιρναν βέβαια και λεφτά καλά, πάντρεψαν τα παιδιά , έφτιαξαν σπίτια, άνοιξαν λογαριασμούς όλα όμως έχουν το αντίτιμο τους γιατί σακατεύτηκαν, τα σώματα τους τσάκισαν, δίπλωσαν, δεν πήγαιναν και τακτικά στους γιατρού, εξετάσεις προληπτικές και τσεκ απ δεν ήταν πολύ γνωστά τότε κι έτσι όλοι καθάρισαν γρήγορα, εκεί γύρω στα εξήντα -εξήντα πέντε μη σου πω και πιο νωρίς, άρχιζαν να σπάνε και να εμφανίζουν ένα κάρο προβλήματα, τα πόδια, τα χέρια, η καρδιά, το στομάχι, η μηχανή είχε πάθει μπλακ άουτ, όλα θέλουν μια ρέγουλα, ένα κράτημα κι εκείνη η γενιά δεν το είχε σκεφτεί, κατέρρευσε πολύ γρήγορα.
Ο πατέρας της πάλι είχε ζήσει ακόμα λιγότερο, τον θυμόταν να μαγειρεύει γιατί του άρεσε, μια φορά τους είχε φτιάξει μυδοπίλαφο κι από τότε ήταν το αγαπημένο της φαγητό, κανείς δεν το έφτιαχνε όπως ο πατέρας της. Οι απώλειες των γονιών την είχαν τρομάξει κι είχε το νου της συνέχεια, δεν είχε σκοπό ν’ αποχαιρετήσει τον κόσμο τόσο νωρίς, πρόσεχε την διατροφή της, απέφευγε τα λιπαρά, πήγαινε γυμναστήριο, έκανε όλες τις εξετάσεις, αξονικούς , ακτινογραφίες, ήθελε να ζήσει περισσότερο από την μητέρα της κι όταν είχε ανακαλύψει ένα όγκο τρόμαξε παρά πολύ όμως οι γιατροί της είπαν να μη φοβάται, όγκος είχε πετρώσει με κάποιον τρόπο μαζεύοντας άλατα γύρω του κι είχε απενεργοποιηθεί, ένιωθε πάντως ικανοποιημένη που τον είχε εντοπίσει…
Περπατώντας στη γειτονιά της έκοψε ένα κλαράκι από μια πασχαλιά που είχε ανθίσει, οι πασχαλιές ήταν από τα λίγα λουλούδια που άντεχε στο δωμάτιο, πολλές φορές γέμιζε ένα βάζο μεγάλο με μπουκέτα και το κρατούσε μέρες πολλές , ότι άλλο λουλούδι τύχαινε να βάλει στο σπίτι το πήγαινε στο μπαλκόνι, την έπνιγαν, δεν τα μπορούσε, ειδικά τα ζουμπούλια που είχαν εκείνο το βαρύ άρωμα της έφερναν λιποθυμία, το ίδιο ένιωθε και με τις δυνατές κολόνιες που της φαινόταν ανυπόφορες, αν τύχαινε να νιώσει καμιά τέτοια στο λεωφορείο κατέβαινε αμέσως. Οι πασχαλιές όμως ήταν άλλο πράγμα, της θύμιζαν την μητέρα της που πάντα έβρισκε να φέρει μαβιά λουλούδια την άνοιξη, βαδίζοντας προς το κέντρο είδε ένα γέρο ζητιάνο που άπλωνε το χέρι απέναντι στον ήλιο, μια μουσική έπαιζε από κάπου, του έριξε ένα κέρμα, τους γέρους και τις γριές τις λυπόταν όχι όμως εκείνα τα πονηρά τα μικρά που τα είχαν από κοντά οι μανάδες τους, κάτι γύφτισσες απαίσιες, αυτές δεν τις χώνευε καθόλου, σχεδόν τις μισούσε, ποτέ δεν τις είχε δώσει ούτε μια δραχμή !
Όταν βρήκε την φίλη της αμέσως κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, το αριστερό της μάτι ήταν μαυρισμένο, ‘’Χτύπησα κατά λάθος!’’ της είπε όταν ρώτησε αλλά εκείνη ήταν σίγουρη ότι ο άντρας της το είχε καταφέρει αυτό, όλο της έλεγε πόσο ηλίθια ήταν που δεν τον χώριζε, αν μη τι άλλο είχαν περάσει δεκαετίες από τότε που ο παππούς της, εκείνος ο βάρβαρος κι αναίσθητος, κοπανούσε την γιαγιά της όμως η φίλη της ήταν ξερό κεφάλι κι επέμενε ‘’Θα έρθει από δω ο άλλος, κανόνισε μη μιλήσεις !’’ της είπε με το που τον είδε όμως το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι της. Οι δυο γυναίκες λέγανε τα δικά τους κι εκείνος έδειχνε αδιάφορος, η φίλη της είπε για ένα όνειρο που είδε, έπινε λέει από μια πηγή με νερό γλυφό, πίστευε σε κάτι τέτοια, ‘’Το ξέρεις ότι παλιά έδιναν μεγάλη σημασία στα όνειρα, ο Ιωσήφ για παράδειγμα έγινε σύμβουλος του Φαραώ επειδή εξήγησε αυτά που είχε δει στον ύπνο του ο αιγύπτιος βασιλιάς ’’ είπε η φίλη κι αμέσως πετάχτηκε ο δικός της ‘’Καλά είστε πολύ βούρλα να πιστεύετε τέτοια παραμύθια, που ζείτε ρε φίλε, τ’ ειν αυτές οι γυναίκες !’’ έκανε γεμάτος ειρωνεία μ’ έναν αέρα απίστευτα αλαζονικό και τότε εκείνη δεν άντεξε ‘’ Βρε αγράμματε , αυτό που εσύ θεωρείς ξεπερασμένο είναι η βάση όλου του δυτικού πολιτισμού !’’ του πέταξε με την οργή να πλημμυρίζει το σώμα της κι ο άλλος έμεινε κόκαλο, τι στο διάβολο ήταν αυτό που του έλεγε, ποιος ήταν ο δυτικός πολιτισμός κι εκείνη η βάση τι σήμαινε, τι ακαταλαβίστικα ήταν αυτά, γιατί δεν του τα είχαν πει νωρίτερα να είναι προετοιμασμένος, δεν είπε τίποτα, κοκκίνισε, κατάπιε τη γλώσσα του, η φίλη ήθελε να γελάσει και κρατιόταν, ήταν μια βιβλική σκηνή!
Έφυγε κατασυγχυσμένη από κει πέρα, κι ούτε είχε όρεξη για τίποτα, στο σπίτι στριφογυρνούσε στα δωμάτια προσπαθώντας να ηρεμήσει, πόσο ανόητος ήταν ο τύπος, πόσο σκεπάρνι, και πως ήταν δυνατόν μέσα στην άγνοια του να είναι τόσο επηρμένος, πως ήταν δυνατό να είναι τόσο ζώα οι άντρες κι οι γυναίκες πάλι πόσα χρόνια, πόσους αιώνες θα χρειαζόταν για να βρουν μια στοιχειώδη αξιοπρέπεια, είχαν γίνει τόσες επαναστάσεις, τόσες αλλαγές κι όμως στην ουσία πάντα ο ισχυρός είχε το πάνω χέρι. Ξάπλωσε λίγο κι ένοιωσε κάτι να την πνίγει, φοβήθηκε ότι μπορεί να έφταιγαν οι πασχαλιές, και τις έβγαλε στο μπαλκόνι, εκείνη τη νύχτα είδε ένα όνειρο :
ήτανε λέει κλεισμένη στο σχολείο που είχε πάει μικρή μαζί με κάτι παιδιά και δεν μπορούσαν να βγουν, το μέρος ήταν σκοτεινό, από πουθενά δεν έμπαινε φως, κάτι απειλητικό πλανιόταν στον αέρα όπως συμβαίνει στα όνειρα χωρίς να μπορείς να το προσδιορίσεις, με πολύ κόπο κατάφερε ν ανοίξει την πόρτα κι έβγαλε τα παιδιά έξω σ’ ένα μέρος πράσινο με τον φόβο μήπως γυρίσει αυτός που τα είχε σφαλίσει εκεί μέσα, μήπως φανεί εκείνη απειλή που δεν προσδιορίζεται, ύστερα γκρέμισε την σκεπή του σχολείου, ήταν ο μόνος τρόπος να μπει φως στο σκοτεινό εκείνο μέρος, τα παιδιά, κάτι μικρά με κεφαλάκια ξανθά και σκούρα καθόταν στο χορτάρι φοβισμένα σα να μη πίστευαν ακόμα ότι ξέφυγαν , κατόπι άρχισαν να περπατούν στοιχισμένα σ’ ένα μονοπάτι όπου είχαν σκορπίσει τα πέταλα μιας αχλαδιάς παντού στο χώμα σα να είχε χιονίσει, ανάμεσα τους ήταν και το δικό της, εκείνο που είχε χάσει, θέ μου πόσο είχε μεγαλώσει, πως τα είχε καταφέρει μόνο του, γιατί  δεν της είχαν πει τίποτα , καθόταν εκεί μαζί του περνώντας τα δάχτυλα στα μαλλιά του, γύρω έπεφταν συνέχεια πέταλα άσπρα σα να χιόνιζε.




Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

ΑΝΕΜΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΚΕΡΑΣΙΕΣ

‘’Μα είναι πολύ βλάκας ο άνθρωπος !’’ είπα κάποια στιγμή   και μετά έγινε  χαμός,  ο άλλος  άρχισε να φωνάζει, να  απειλεί και να με δείχνει χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι, έβριζε και καταριόταν όποιον είχε τύχει να βρίσκεται στο μαγαζί κι εγώ  νόμιζα ότι θα ερχόταν κατά πάνω μου για να με διαλύσει, ήταν σίγουρα μεθυσμένος άσχημα,  είχα στριμωχτεί και το μόνο που καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή ήταν  πως είχα μπλέξει άσχημα, δεν μπορούσα να ξεφύγω,  η ώρα ήταν προχωρημένη κι ήθελα να πάω στο σπιτάκι μου ν’ αράξω, αλλά δε γινόταν,  ο άλλος  συνέχιζε να φωνάζει με την ίδια μανία,  είχε  συγχυστεί  άσχημα,  πολύ καιρό είχε να μου τύχει τέτοια περίπτωση.

 Όμως δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι, καθόταν εκεί στη μέση του στενού διαδρόμου   δίπλα στον πάγκο  και δεν άφηνε κανέναν  να περάσει,   όταν του λέγανε  να καθίσει στην άκρη  γελούσε, δεκάρα δεν έδινε, όλοι έκαναν  τον γύρο του μαγαζιού για να μην τον  ενοχλήσουν, έπρεπε να τον ανέχονται  γιατί  ήθελε να κάνει το κομμάτι του  ε αυτό πήγαινε πολύ, μου  την είχε δώσει κι αφού αυτός ήθελε  να πουλήσει τρελίτσα  κάποια στιγμή  πέταξα την κουβέντα. ‘’Καλά του έκανες του βλάκα, μας είχε  ζαλίσει τον έρωτα!’’  είπε σιγανά ο Νίκος  που ήξερε από φασαρίες και κατέβαζε τα ποτήρια σα να έπινε νεράκι ,  είχε προηγούμενα με τον βλάκα και δεν ήταν κανένας τυχαίος, είχε πάρει μέρος  σε αγώνες πάλης  στα νιάτα του πράγμα που καταλάβαινες απ'  τον κομμένο λοβό του αυτιού του,  οι παλαιστές έχουν τέτοια κοψίματα από λαβές απότομες αλλά πρέπει να ξέρεις για να το προσέξεις , με τον Νίκο δίπλα μου δε φοβόμουν ,  αν δεν ήταν εκείνος εκεί δεν θα τολμούσα να πω βλάκα τον άλλον.  ‘’ ’Σιγά μωρέ, τι του είπες, αυτός όταν ανοίγει το στόμα του δεν ξέρει τι λέει και τώρα θίχτηκε ο κύριος, αν δεν του μιλούσες εσύ θα τον στόλιζα εγώ!’’ συνέχισε ο παλαιστής και μου έδωσε  θάρρος.

Τα λόγια του Νίκου  ήταν μια ανακούφιση  αλλά όπως και να είχε το πράγμα είχα υποστεί μια επίθεση πολύ βίαιη κι αυτό δεν ήταν πολύ ευχάριστο, ο Νίκος  που τις είχε φάει με το κουτάλι αυτές τις καταστάσεις δεν ήθελε να αρπαχτεί με τον βλαμμένο γιατί θα έμπλεκε, του πρότεινε ήρεμα  να τον κεράσει ένα ποτό ακόμα κι ο άλλος σα να ηρέμησε, το δέχτηκε τάχα μεγαλόψυχα, βλέπεις  είχε κάνει το κομμάτι του, είχε βγάλει πάνω μου  τη λύσσα που μάζευε  το κάθαρμα κι  αφού μας  είχε κάνει όλους  άνω κάτω περιλούζοντας μας με ότι νάναι   τώρα έδειχνε να καλμάρει.  

 Όμως δεν είχα ακόμα ξεμπλέξει και δεν είχα καμιά όρεξη να μιλήσω με τον ηλίθιο, το πράγμα φαινόταν να έχει κολλήσει όταν όλοι ταρακουνηθήκαμε πολύ άσχημα σαν κάποιος να δούλευε ένα  τρυπάνι τεράστιο κάτω απ’ τα πόδια μας, ένας σεισμός ήτανε και τότε  ο Νίκος που περίμενε την ευκαιρία μου φώναξε χαμηλόφωνα  ‘’Φύγε τώρα !’’   πήρα την τσάντα μου και βγήκα έξω ενώ  με την άκρη του ματιού μου πρόσεχα μήπως έρθει κατά πάνω μου, σ’ αυτήν την περίπτωση   θα έτρεχα βέβαια, δεν είχα καμιά όρεξη να πλακωθώ στη μέση του δρόμου για μια αηδία, αυτό πήγαινε πολύ,  είχα το νου μου λοιπόν   όμως δεν έγινε τίποτα, φευγαλέα   μόνο   είδα τον μεθυσμένο  να σταματά κάποιον γνωστό του οδηγό στο δρόμο και να μιλά μαζί του σα να μη συμβαίνει τίποτα  και τότε κατάλαβα ότι  όλο ήταν ένα θέατρο, μια σκηνοθεσία του άλλου για να εκτονωθεί πάνω μου,  είχα τρομάξει, είχα αναστατωθεί,  περπατούσα  τρέμοντας και παρατηρώντας ασυναίσθητα όσα γίνονταν γύρω μου , κάποιος πλανόδιος μου πρότεινε κάτι που πουλούσε,  ένας άλλος προσπαθούσε να βγάλει λεφτά από ένα μηχάνημα κι εγώ προσπαθούσα να ηρεμήσω και να στανιάρω.

Πήρα στο  τηλέφωνο την γυναίκα μου που  με ρώτησε  αμέσως τον κατάλαβες το σεισμό αυτή είχε μια ειδική ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα κύματα σα να είχε  μέσα της έναν σεισμογράφο υπερευαίσθητο, και μισό Ρίχτερ να συνέβαινε θα το ένιωθε,  πήγα να της πω κάτι αλλά με διέκοψε,   ‘’Τι  έχεις; ‘’  - ‘’  Θα σου πω στο σπίτι’’- ’’Καλά,  φέρε καφέ και τσιγάρα !’’  συνέχισα να περπατώ  προσπαθώντας να ηρεμήσω,  είχα ταραχτεί πολύ, αποφάσισα να πάω με τα πόδια μέχρι το σπίτι, θα μου έκανε καλό, σ’ ένα πάρκο απ’ όπου πέρασα  Ρωσοπόντιοι τεμπέληδες έπαιζαν ντάμα‘’ Καλά περνούν αυτοί!’’ σκέφτηκα,  στον ανηφορικό δρόμο δίπλα στα παλιά τείχη  δυο αμυγδαλιές σκόρπιζαν το βαρύ τους άρωμα στον απογευματινό αέρα, πότε είχε μπει η άνοιξη, πότε είχε περάσει ο χειμώνας, στην πόλη δεν μπορούσες να  καταλάβεις όμως οι μέρες μεγάλωναν συνέχεια,  ο καιρός γινόταν όλο και πιο ζεστός, τα κορίτσια κυκλοφορούσαν με κοντομάνικα, μύριζε καλοκαίρι.

 Σταμάτησα σ’ ένα περίπτερο να πάρω τσιγάρα ενώ το μυαλό εξακολουθούσε να τρέχει μόνο του, στην ύπαιθρο τώρα  χορτάρι θα  φύτρωνε δίπλα στ’ αυλάκια του νερού,  σαλιγκάρια θα γλιστρούσαν πάνω στις πέτρες, πως είχα χάσει αυτήν την εναλλαγή των εποχών, πως  θα μπορούσα να την ξαναβρώ, που ήταν εκείνη η εποχή όπου κάθε μήνας είχε την δική του ομορφιά, πως θα ξέφευγα  απ’  όλους  τους ανόητους και τα στέκια τους που τα είχα βαρεθεί ; Σταμάτησα στο φούρνο που έμενε ανοιχτός μέχρι αργά,   ένας αλήτης βρώμικος στεκόταν απ’ έξω ζητιανεύοντας   κι  οι γυναίκες που περνούσαν  έβαζαν τις μπλούζες στο στόμα τους για να φυλάξουν την αναπνοή τους, έφτασα  στο σπίτι, κάθισα στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση χωρίς  να δίνω σημασία , τελικά αργά τη νύχτα  μου πέρασε επιτέλους  και μπόρεσα να φωνάξω  ξεφυσώντας ‘’Τι ήταν κι αυτό ρε φίλε !’’ η γυναίκα μου με κοίταξε περίεργα, της είπα την ιστορία με τον μεθυσμένο ‘’Είναι πολύ αλήτης !’’ σχολίασε!. 

 Όλο το βράδυ συλλογιζόμουν αυτό που είχε συμβεί,  με είχε επηρεάσει, έτσι κι αλλιώς τελευταία περνούσα  μια φάση  σα να άλλαζα δέρμα  ένα πράγμα, ένιωθα τα πράγματα ν’ αλλάζουν γύρω μου και μέσα μου, ένα είδος μελαγχολίας με τριγύριζε που ήταν πολύ επικίνδυνη, ευτυχώς είχε φτάσει το  σαββατοκύριακο και θα χαλάρωνα λίγο, ξύπνησα νωρίς ακούγοντας  κάτι πουλιά  να κράζουν  στα σκοτεινά καθώς πετούσαν, που πήγαιναν άραγε, όπως έπλενα το πρόσωπο μου ακούστηκε ένα  μήνυμα στο κινητό,  Ο Νίκος, ‘’Θέλεις να έρθεις  στο εξοχικό μας ;’’ , τι ώρα είχε ξυπνήσει  ο άνθρωπος, ‘’Ρε φίλε ναι!’’ απάντησα ενώ η γυναίκα μου που δεν της ξέφευγε τίποτα με ρώτησε ‘’Ποιος είναι πρωί – πρωί;’’- ‘’ ο Νίκος, θέλει να πάμε στο χωριό του’’—‘’ Εντάξει, άσε με να κοιμηθώ τώρα μουρμούρισε  ‘’’ κι εγώ σκέφτηκα ‘’Είναι πολύ καλή όταν θέλει!’’

 Δεν μπορούσα να ξεκολλήσω το μάτι του από το τι συνέβαινε εκεί έξω σ’ όλη τη διαδρομή, έκανα σα να είχα χρόνια να βγω από την πόλη,  η μέρα ήταν τόσο φωτεινή που σε καθήλωνε, το χωριό του φίλου ήταν κοντά στη θάλασσα,  καθίσαμε σ εάν μαγαζί στην παραλία και βλέποντας την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα   θυμήθηκα εκείνο που είχα διαβάσει  για τους αρχαίους, είχαν καταλάβει λέει  πως η γη είναι στρόγγυλη παρατηρώντας την καμπύλη που έκανε η θάλασσα στο βάθος μακριά, εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι είχαν πολύ περισσότερο χρόνο  κι άνεση να παρακολουθούν όλα όσα συνέβαιναν  γύρω τους,  ο χρόνος έτρεχε πολύ πιο αργά, κανείς  δεν βιαζόταν ούτε έτρεχε σαν παλαβός να προλάβει, όλο αυτό δεν μπορούσες να το φέρεις πίσω βέβαια,  η ζωή μόνο μπροστά προχωρά  όμως κάπου θα υπήρχε μια μέση  λύση, τέτοιες σκέψεις έκανα κοιτάζοντας την καμπύλη της θάλασσας πέρα μακριά.     

Αφού φάγαμε άφησα τους άλλους που είχαν πιάσει  κουβέντα  και προχώρησα  μοναχός μου κατά τη θάλασσα βουλιάζοντας μέσα στην μαλακή άμμο, κάτι παιδιά μικρά  πετούσαν ένα χαρταετό ψηλά, το  κύμα έβρεξε λίγο  τα πόδια μου όμως ούτε που έδωσα σημασία, αντίκρυ μου τα βουνά φαίνονταν στον ορίζοντα, η άνοιξη ερχόταν γρήγορα, ανάμεσα στα βότσαλα υπήρχε ένα μικρό καταπράσινο πετραδάκι   κι εκείνο το χρώμα μου έφερε στη μνήμη απ το πουθενά μια εικόνα που είχα ξεχάσει εντελώς, θυμήθηκα ένα μέρος πράσινο όπου πήγαινα μικρός μαζί  με τη μητέρα μυ να μαζέψουμε σαλιγκάρια, ήταν  γεμάτο υγρασία και ήχους από πουλιά που πετούσαν τριγύρω χαλώντας τον κόσμο, πηγές ανάβλυζαν απ’  το χώμα, ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα στ’  άσπρα χαλίκια,  το νερό έβγαινε μέσα από τη γη με μεγάλη ορμή σα να βιαζόταν να δει το φως του ήλιου, πως το είχα ξεχάσει αυτό το τοπίο, που υπήρχε θαμμένο μέσα στις κρύπτες του μυαλού.

 Η θάλασσα έσκαγε στα πόδια μου γεμίζοντας με αφρούς την αμμουδιά, ο βόμβος των κυμάτων που πηγαινοέρχονταν αέναα έπαιρνε τις σκέψεις μου και με ηρεμούσε, χιλιάδες μικρά βοτσαλάκια υποχωρούσαν κάτω από τα βήματα κι ο ορίζοντας φαινόταν ανοιχτός μέχρι πέρα μακριά,  στην πλαγιά  πίσω μου  ένα χωράφι γεμάτο κερασιές έτοιμες ν ανθίσουν, οι εικόνες κι οι συνειρμοί  που με τριγύριζαν  ήταν πολύ ευχάριστοι, σιγά- σιγά   οι σκέψεις μου άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά επιτέλους,  μπορούσα να δω καθαρά τι έπρεπε να κάνω,  κι αν δεν είχα βρει λύση είχα ξαναβρεί  αισιοδοξία,  αυτοπεποίθηση,  ένα αίσθημα ότι θα τα κατάφερνα στο τέλος ότι κι αν γινόταν, μια δύσκολη στιγμή είχε περάσει !  

 Αποφασίσαμε να κοιμηθούμε το βράδυ στο σπίτι του Νίκου δεν θέλαμε  να γυρίσουμε τόσο γρήγορα στην πόλη η γυναίκα του Νίκου έπιασε κουβέντα ατέλειωτη με τη δική μου και δεν  θα διέκοπταν αν δεν εξαντλούσαν όλα τα ζητήματα που υπήρχαν στον κόσμο, προτού κοιμηθούμε τη νύχτα έκανα μια βόλτα στην αυλή παρατηρώντας  ένα δέντρο που ύψωνε τα κλαδιά του κατά τον ουρανό και χάνονταν ανάμεσα στα νεφελώματα  σα να αποτελούσε μέρος τους. Ήξερα ότι δεν θα κοιμόμουν καλά επειδή είχα αλλάξει κρεβάτι αλλά ούτε που μ’ ένοιαζε όλα όσα είχαν   συμβεί την προηγούμενη μέρα έμοιαζαν τόσο μακρινά σα να είχαν συμβεί πριν από πολλά χρόνια, όποτε έκλεινα  τα μάτια  έβλεπα εκείνο το χωράφι με τις κερασιές ανθισμένες  όμως και τον αέρα να θροΐζει ανάμεσα στ’  άσπρα λουλούδια,   το ξημέρωμα τα κοκόρια που πρέπει να ήταν πολλά εκεί πέρα χαλούσαν τον κόσμο, από συνήθεια ξύπνησα νωρίς κι όπως τεντωνόμουν ένας σεισμός ταρακούνησε το παλιό πέτρινο σπίτι, η γυναίκα μου ξύπνησε αμέσως, ‘’Αυτός πρέπει να ήταν πολύ κοντά!’’ είπε. 

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

ΥΑΛΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΟΡΑΤΟΥ ΦΑΣΜΑΤΟΣ

Τη  μέρα του αγίου Βαλεντίνου όλοι αγόραζαν μπουκέτα και γλάστρες, στα λουλουδάδικα  επιτέλους οι άνθρωποι έβλεπαν πελάτες   μετά  από καιρό κι όλοι έφευγαν βαστώντας  τριαντάφυλλα,  κρίνους  κι ανεμώνες σε μπουκέτα,  στα  ζαχαροπλαστεία τα κορίτσια ετοίμαζαν τούρτες, πάστες  και γλυκά σε σχήμα καρδιάς, ‘’Θέλετε να γράψετε μια καρτούλα;‘’ με ρώτησαν χαμογελώντας ‘’Όχι’’ είπα και πήγα κρατώντας μια τούρτα  να βρω τα παιδιά που με περίμεναν στο πατάρι ενός  μαγαζιού.

‘’Ξέρεις πως ξεκίνησε  η γιορτή του Βαλεντίνου ;’’ μου είπε  ο  Κώστας που είχε το μαγαζί και καθόταν μαζί μας, ’’ Ένας ανθοπώλης την έφερε κάπου στις αρχές  του ογδόντα και στην αρχή κανείς δεν ασχολούνταν, όλοι τον δούλευαν, την άλλη χρόνια μερικοί τον μιμήθηκαν κι ο κόσμος άρχισε να ενδιαφέρεται κάπως, την τρίτη χρονιά είχε διαδοθεί σ’ όλη την Ελλάδα κι από τότε έμεινε!’’  Σταμάτησε λίγο να μιλά κοιτάζοντας από ψηλά τον κόσμο που περνούσε κρατώντας λουλούδια και κουτιά δεμένα με κορδέλες, ‘’Έλα το εσπρεσάκι σου!’’ ακούστηκε η Βένια, η γυναίκα του Κώστα που ήταν πολύ όμορφη, απόθεσε το πορσελάνινο φλιτζανάκι και κάθισε μαζί μας, ‘’Ούτε ένα λουλουδάκι δε μου πήρε!’’ παραπονέθηκε σε  μένα κι ύστερα τον  αγκάλιασε.

 Ο Κώστας ήπιε μια γουλιά σα να μη βιαζόταν να απαντήσει ‘’Θα φύγουμε το σαββατοκύριακο Χαλκιδική !’’ είπε  ‘’Φίλε,  κάθε τρεις και λίγο  πάω εκεί και ηρεμώ,  έχω χτίσει σπίτι  σε μια ακρογιαλιά σα  λιμανάκι φυσικό, κλεισμένη γύρω -γύρω από λόφους,  στη μια μεριά ένα βουναλάκι πράσινο αρχίζει να λουλουδιάζει τώρα που  βγαίνει ο Φλεβάρης , θα σε πάρω μια μέρα να δεις τι γίνεται έξω απ’ στο σπίτι μου κοντά στην παραλία,   ανεμώνες γαλάζιες, μαβιές και κόκκινες φυτρώνουν τέτοια εποχή  κοντά στη θάλασσα φτιάχνοντας  ένα χαλί χρωματιστό που σείεται  στο φύσημα του ανέμου, το αγόρασα από κάποιον τύπο που ήταν μερακλής, είχε φυτέψει εκεί πέρα ότι είδος δέντρου μπορείς να φανταστείς, μπροστά στη βρύση είχε κι ένα αγιόκλημα πανέμορφο που μου τόκοψε ένας βλάκας ντόπιος, τον είχα πάρει να μου κάνει κάτι δουλειές και πήγε και το πετσόκοψε, ήθελα να τον σφάξω!’’ τελείωσε τη φράση του.

‘’Ξέρεις τι ωραία περνάμε! πετάχτηκε η Βένια ‘’Όταν  είχε χιονίσει τον Ιανουάριο καθόμασταν  στο σπίτι και παρακολουθούσαμε έξω  ένα  κοπάδι από κοράκια που είχαν μαζευτεί  γύρω απ’ το αυτοκίνητο  μου, ξέρεις τι έκαναν, ανέβαιναν στο καπό του αμαξιού,  από κει γλιστρούσαν στο παρμπρίζ κι έπεφταν κάτω, μετά  πετούσαν ξανά  , για να ξαναγλιστρήσουν και να κυλιστούν στο χιόνι, δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι έπαιζαν όπως οι άνθρωποι με είχαν πιάσει τα γέλια,  δεν μπορούσα να σταματήσω, ήταν ότι πιο κουφό έχω δει !’’

Έμοιαζαν ζευγάρι ευτυχισμένο σίγουρα, είχαν και δυο μικρά παιδιά  για τα οποία ο Κώστας χαλούσε κόσμο, τα αγαπούσε σαν παλαβός. Τον ήξερα από παλιά τον Κώστα κι αυτός  με πήγαινε  για κάποιο λόγο, είχε δουλέψει πολύ κι είχε αρχίσει να βαριέται, ήθελε να σταματήσει κάποια στιγμή, κάμποσα χρόνια τα είχε περάσει έξω  δουλεύοντας  στη Γερμανία με μείον είκοσι βαθμούς,  ύστερα τον έστειλαν στην Αυστρία και στη Σλοβενία,  ήταν σε μια εταιρία φύλαξης διάσημων καθώς ήταν αθλητικός  πάντα,  έπρεπε να περάσει μια εκπαίδευση πολύ σκληρή με πολεμικές τέχνες κι άλλα κόλπα από κάτι ισραηλινούς παλαβούς, λέγανε  ότι τον είχανε πάει ένα μήνα κάπου στη Μέση Ανατολή για να μάθει να επιβιώνει στους πενήντα βαθμούς,  είχε μάθει διάφορα, λαβές,  χτυπήματα,  αλλά  ποτέ δε μιλούσε γι αυτά ούτε έκανε φιγούρα, μόνο χανόταν για ώρες στο γυμναστήριο που είχε στο υπόγειο του σπιτιού του και γυμνάζονταν για ώρες με γάντια πυγμαχίας, σάκους του μποξ κι άλλα περίεργα .

 Όταν επέστεψε στην Ελλάδα,  κρατούσε το λογιστήριο  σε μια επιχείρηση,  είχε  ζοριστεί άσχημα εκεί πέρα και τελικά  αποφάσισε ανοίξει το μαγαζί με τις τυρόπιτες είχε μαζί του κι α έναν συνεταίρο, κάποιον στρατιωτικό που είχε λεφτά και δεν μπορούσε μόνος του να κάνει επιχείρηση, η  Βένια που είχε σπουδάσει ένα φεγγάρι διακόσμηση το είχε φτιάξει πολύ ωραίο  με κάτι τζάμια υαλογραφίες  σε όλα τα χρώματα του ορατού φάσματος που θύμιζαν παρεκκλήσι της βόρειας  Ευρώπης,   δεν τον χώνευε τον στρατιωτικό αυτή κι έλεγε για πλάκα ότι θα έπρεπε να του φάνε όλα τα λεφτά καθώς η επιχείρηση ήταν στ’  όνομα τους… 

Ένιωθα στεγνό το λαιμό μου, εκεί μέσα ήταν πολύ ζεστά,  η Βένια  βλέπεις αγαπούσε τη ζέστη, κατέβηκα  στο ισόγειο και κάθισα λίγο  σ’ ένα  ψηλό σκαμπό  χαζεύοντας  τις κοπέλες που στριφογύριζαν και πατούσαν όλη την ώρα  διακόπτες κι όλα εκείνα τα περίπλοκα μαραφέτια,  πίσω  απ’ τα τζάμια του αποχυμωτή  πορτοκάλια και μήλα πράσινα,  μπανάνες κι αχλάδια, τα   μηχανήματα έβγαζαν ατμούς, τα λαμπάκια αναβόσβηναν,  στους τοίχους   πλακάκια γυαλιστερά, μια ζέστη χαλαρωτική, μουσικές έπαιζαν απ’ τα ηχεία κι απ τα χρωματιστά τζάμια έμπαινε  το φως του ήλιου, η Βένια  ετοίμαζε κι έδινε   καφέδες και ροφήματα, χαμογελούσε  κι έδειχνε   ευγενική  μετά από τόσες ώρες δουλειάς. Ένας γέρος  πέρασε και ζήτησε  μια τυρόπιτα, έβγαλε κάτι κέρματα να πληρώσει μουρμουρίζοντας κάτω απ’ την πράσινη  μάσκα που  φορούσε    στο στόμα, οι γέροι φοβούνται πολύ κατά πως φαίνεται για την γρίπη  που σέρνεται, τρέμουν μη πάθουν τίποτα τώρα που ακούγονται διάφορα για τις εποχικές ασθένειες, πήρα ένα ποτήρι νερό  κι ανέβηκα στο πατάρι.

Από το τζάμι του μαγαζιού μπορούσες να δει μέχρι κάτω στη θάλασσα,  όπως σουρούπωνε  εκείνη τη γλυκιά ώρα του δειλινού,  όλα έπαιρναν ένα χρώμα κοκκινωπό σα να διαλύονταν σε κάποια φωτιά αόρατη, απέναντι   μπορούσες να δεις ένα αυτόματο μηχάνημα αναλήψεων που του είχαν βάλει φωτιά , κόσμος πήγαινε κι ερχόταν αέναα στην πλατεία,  ‘’Είμαι ξύπνιος απ’ τις πέντε…’’ άρχισε  πάλι να μιλά ο Κώστας που χασμουριόταν όλη την ώρα  ’’… πίσω απ το μαγαζί έχω το εργαστήριο όπου φτιάχνουμε τις ζύμες,  δίνω μπουγάτσες και τυρόπιτες  για ένα κάρο πρατήρια παντού στην πόλη,  σε λίγο θα πάω να κοιμηθώ λίγο, δε χορταίνω ύπνο!’’ συνέχισε πέφτοντας στην αγκαλιά της Βένιας που είχε ανέβει στο μεταξύ και τον κρατούσε  σα μικρό παιδάκι. 

Μιλούσαν χαμηλόφωνα λέγοντας τα δικά τους  κι εγώ δεν καταλάβαινα  τίποτα όταν  ένας τύπος απ’  το απέναντι τραπέζι  που μας  κοιτούσε  περίεργα όλη την ώρα  σηκώθηκε και μας πλησίασε, ήταν πανύψηλος, πάνω από δυο μέτρα σίγουρα,   ‘’Σε ξέρω εσένα, ψέλνεις στην εκκλησία έτσι δεν είναι; ‘’ μου είπε και μετά άρχισε να μιλά με τον Κώστα, ήταν ο στρατιωτικός  συνεταίρος του,  δούλευε  στην στρατιωτική αεροπορία κάπου στο αεροδρόμιο, ο Κώστας τον κοιτούσε κάπως περίεργα, μίλησαν για το μαγαζί κι έπειτα   άρχισαν να λένε κάτι άσχετο  για ένα μοναστήρι που ήθελαν να επισκεφτούν, ο ψηλός γνώριζε  τον ηγούμενο, ΄΄ Έχω ακούσει γι αυτόν,  λένε ότι είναι πολύ καλός  αλλά λίγο φιλοχρήματος!’’ πετάχτηκε η Βένια που εκείνη την ώρα ανέβαινε τις σκάλες , ο ψηλός την κοίταξε κάπως και συνέχισε δίχως να της δώσει σημασία όμως η Βένια  συνέχισε πεισμωμένη  ‘’Αν  είναι έτσι οι άνθρωποι της εκκλησίας καλά κάνει ο κόσμος και δεν πατά το πόδι του!’’ μονολόγησε  σα να της την έδωσε που ο άλλος αδιαφορούσε γι αυτήν, τότε ο ψηλός που έδειχνε να έχει υπερβολική αυτοπεποίθηση λόγω του όγκου του  την διέκοψε ‘’ Κορίτσι μου άσε μας να μιλήσουμε, γιατί πάντα θα βρεθεί  μια γυναίκα να χαλάσει την κουβέντα!’’ 

Δεν έπρεπε  να το πει αυτό, η ατμόσφαιρα χάλασε απότομα κι ακολούθησε μια στιγμή αμηχανίας,  ο Κώστας δε μίλησε  ενώ  η Βένια τα πήρε άσχημα, καλά άμα  θύμωνε καλύτερα να μη βρισκόσουν σε ακτίνα βολής γιατί κινδύνευες, πρέπει να της ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι,  μιλάμε τον πήρε παραμάζωμα τον ψηλό  κι ούτε χαμπάριασε το μπόι του, ‘’Μη  μου μιλάς έτσι εμένα, αλλά όλοι  εσείς στρατιωτικοί ίδιοι είστε, νομίζετε ότι μπορείτε να διατάζετε τους πάντες  !’’ του είπε κι ο άλλος  τα χρειάστηκε,  έκανε  πίσω σα να τον χτύπησε κάτι ενώ   αυτή  συνέχισε απτόητη  ‘’ Όλοι ίδιοι είστε, γύφτοι όταν πρόκειται να κεράσετε καμιά γυναίκα κι άξεστοι, αγενείς, ήθελα νάξερα τι σου βρήκε ο άντρας μου και σ’  έκανε συνεταίρο του !’’

Ούτε αυτό έπρεπε να το πει η Βένια όμως όταν ξεσπάσει καυγάς δεν μπορείς ποτέ να προβλέψει τι θα γίνει, ξεφεύγουν κουβέντες πάντα που δεν το περίμενες ότι θ ακουστούν δεν μπορούν όλοι ν συγκρατιούνται και να λειτουργούν λογικά. Ο ψηλός  δεν περίμενε τέτοια επίθεση, κοκκίνισε, κάτι ήθελε να πει όμως δεν έβρισκε τα λόγια, ο Κώστας πάλι αν και φαινόταν ήρεμος παρακολουθούσε κάθε κίνηση αλλά δεν έβλεπα ότι θα μπορούσε  να κάνει πολλά πράγματα με το άλλο το θηρίο που στέκονταν εκεί πέρα τρομακτικό κι ανεξέλεγκτο,  τότε ο ψηλός έκανε το δεύτερο του λάθος και κινήθηκε ενάντια  στη γυναίκα που τον έλουζε με κοσμητικά επίθετα  έχοντας συνηθίσει  φαίνεται να επιβάλλεται με κάθε τρόπο, πήγα να μπω στη μέση γιατί δεν μπορούσα να μην κάνω τίποτα όταν ο Κώστας πετάχτηκε σα διάβολος απ τη θέση του,  χτύπησε δυο τρεις φορές πολύ γρήγορα και πολύ δυνατά τον ψηλό στο λαιμό και στο στήθος, ύστερα του κατάφερε μια κλωτσιά στο πόδι κι άλλη μία κι ο άλλος σωριάστηκε σαν τον Γολιάθ στο πάτωμα, ο Κώστας πήδηξε από πάνω του,  στριφογύρισε το χέρι του άλλου κι ο ψηλός αναγκάστηκε να  πέσει μπρούμυτα ‘’Μη ξανατολμήσεις ν’  απλώσεις χέρι στη γυναίκα μου!’’ ούρλιαξε

Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, ήταν πολύ γρήγορο και πολύ αποτελεσματικό,  κεραυνοβόλο μπορείς να πεις,  τα μάτια της Βένιας γυάλιζαν ‘’Πήγαινε κάτω !’’ την διέταξε κι αυτή δεν επέμεινε, δεν περίμενε σίγουρα  ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν  έτσι,  ο Κώστας έμοιαζε να ελέγχει απόλυτα την κατάσταση ‘’Εντάξει-  εντάξει σταμάτα, άσε με!’’ φώναζε ο ψηλός κι ο Κώστας τον άφησε, όταν σηκώθηκε ξανά όρθιος ανάσαινε βαριά και το μόνο που είπε ήταν ‘’Θα τα πούμε!’’ ύστερα κατρακύλησε τις σκάλες και βγήκε έξω στο δρόμο με μεγάλα βήματα.

Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα, μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ήταν όπως στις ταινίες ακριβώς όπου όλα γίνονται πολύ γρήγορα μόνο που αυτό ήταν αληθινό κι είχε συμβεί μπροστά μου,  καθώς έφευγα απ’  το μαγαζί χαιρέτησα τη Βένια που έμοιαζε ταραγμένη όμως συνέχιζε να εξυπηρετεί τον κόσμο ανεβοκατεβάζοντας λεβιέδες κι αναβοσβήνοντας διακόπτες,  οι ατμοί  εξακολουθούσαν να βγαίνουν από τα μηχανήματα του καφέ νοτίζοντας  πλακάκια στους τοίχους, ο ήλιος που χανόταν κάτω στην παραλία εκείνη την  ώρα τρυπούσε για τελευταία  φορά τα  τζάμια διαθλώντας το φως του σε όλα τα χρώματα της ίριδας,   έξω στην πλατεία ο ψηλός είχε χαθεί ανάμεσα στη βουή του κόσμου που πήγαινε κι ερχόταν αέναα, στα λουλουδάκια ακόμα έδιναν μπουκέτα κι ανθοδέσμες... 

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Η ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

‘’Έλα πάρτε γλυκά , είναι απ’ την Καρβάλη, οι καλύτεροι κουραμπιέδες που υπάρχουν!’’ είπε ο Χάρης προσφέροντας το κουτί κι εμείς σπεύσαμε να τσιμπήσουμε κάνα κομμάτι προσέχοντας μη λερωθούμε από την σκόνη, όλο μας έταζε ότι θα έφερνε κι όλο το ξεχνούσε, ξέραμε βέβαια ότι δούλευε στο πιο φημισμένο μαγαζί εκεί έξω απ’ την Καβάλα που έφτιαχνε κουραμπιέδες ξακουστούς, καλύτερους απ’ αυτούς που φτιάχνουν οι τούρκοι οι οποίοι υποτίθεται έχουν το όνομα, φορτηγά ολόκληρα έστελναν στη Γερμανία κι ο ζαχαροπλάστης είχε πιάσει όλη την αγορά από τότε ειδικά που ο ανταγωνιστής του είχε χάσει απίστευτα ποσά στο καζίνο της Ξάνθης κι είχε χρεοκοπήσει αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο.

‘’Πάρτε παιδιά !’’ φώναξε πάλι ο Χάρης κάνοντας ένα γύρο το κουτί σ’ όλη την παρέα που άπλωνε τα χέρια, είχαμε μέρες να τον δούμε, ακούγαμε ότι έκανε τον οδηγό για τον ζαχαροπλάστη κι έβγαζε καλό μεροκάματο όμως δεν του έμενε τίποτα, όλα τα έτρωγε από δω κι από κει πίνοντας, απ’ όταν είχε χάσει τη γυναίκα του είχε καταρρεύσει, λέγανε ότι ήταν μια μελαγχολική, περίεργη, αλλά κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε γίνει και πως είχε συμβεί το πράγμα, το σίγουρο ήταν ότι αυτός είχε πια πάρει την κάτω βόλτα και δεν σταματούσε, δεν πήγαινε καλά, ήθελε να πουλήσει κι ένα οικόπεδο που είχανε με τον αδερφό του κι ήταν στα μαχαίρια.

Κανείς δεν ήξερε κι ούτε ρωτούσαμε λεπτομέρειες, τρώγαμε μονάχα τους κουραμπιέδες που πραγματικά ήταν τέλειοι. Ήμασταν εκεί κάμποση ώρα, μερικοί είχαν κλείσει οκτάωρο, είχαν έρθει από νωρίς, δεν είχαν δουλειά άλλωστε καθώς στην αγορά δεν κινούνταν ούτε φύλλο, ήταν πια απόγευμα προχωρημένο προς βράδυ, κείνη την ώρα σταματούσαν στο στέκι που καθόμασταν κάτι παιδιά από μια ταχυδρομική εταιρεία να φάνε ένα σάντουιτς και να ξεκουραστούν από τα αλλεπάλληλα δρομολόγια καθώς είχαν πουντιάσει μες τον αέρα και στο κρύο όλη την ώρα. Ένας πλανόδιος μάζευε αργά τα βιβλία που πουλούσε και τα παλιά νομίσματα τοποθετώντας τα σ’ ένα κουτί , απέναντι μας ένας τύπος που κοιμόταν στο αυτοκίνητο του έβγαινε να ξεπιαστεί λιγάκι, κοπάδια από κοράκια προσγειώνονταν στις κεραίες των πολυκατοικιών καθώς σκοτείνιαζε, δυο σειρές από κολώνες φώτιζαν τους δρόμους που έβγαζαν κατά τη θάλασσα, τα βουνά αντίκρυ στεφανωμένα με χιόνια λούζονταν στο κόκκινο φως του ήλιου που είχε χαθεί, αεροπλάνα έβγαιναν μέσα απ’ τα σύννεφα με τους προβολείς αναμμένους σα διαστημόπλοια αλλόκοτα.

‘’ Έχω κι άλλους, μη τρελαίνεστε!’’ ακούστηκε ξανά ο Χάρης ξεκουμπώνοντας ένα σακίδιο που είχε στη πλάτη ‘’ Φεύγω για το Όρος, θα κοιμηθώ ένα βράδυ στην Ουρανούπολη και μετά θα κλειστώ εκεί πέρα λίγες μέρες να ηρεμήσω!’’ συνέχισε γελώντας, έδειχνε χαρούμενος, νηφάλιος, σοβαρός, ζήτησε και συγνώμη από μένα επειδή μια βράδια που ήταν πιωμένος είχαμε αρπαχτεί, ‘’Είχες δίκιο!’’ παραδέχτηκε κι έπειτα συνέχισε τα δικά του ‘’Θα πάω εκεί λίγο παιδιά να ηρεμήσω, τελευταία έχω κάτι πονοκεφάλους, μ’ έχουν σαπίσει, δοκίμασα χάπια και φάρμακα, δε γίνεται τίποτα και το μόνο που απομένει είναι να φύγω για λίγο, εκεί πέρα ξεχνιέμαι κι όλα περνούν!’’ αποτέλειωσε τα λόγια του λέγοντας ότι θα πήγαινε να βοηθήσει έναν καλόγερο φίλο του σ ένα μοναστήρι όπου επικρατούσε αναστάτωση γιατί κάποιος είχε κλέψει μια λειψανοθήκη παλιά που έλεγαν ότι περιείχε κομμάτια από το αγκάθινο στεφάνι του Χριστού, την είχαν εκεί από αιώνες πολλούς, ήταν το καμάρι του μοναστηριού, από τότε που είχε χαθεί είχαν γίνει όλα άνω κάτω και πολλοί καλόγεροι είχαν αποσυρθεί στις σκήτες τους.

‘’Ξέρεις πως μου ακούγεται η βροχή εκεί στο όρος, σαν μουσική απ’ τα πλήκτρα του πιάνου …’’ συνέχισε ο Χάρης που είχε κάνει μια παύση μιλώντας με κάποιον στο κινητό ‘’ Έτσι μου φαίνεται όταν βρέχει τη νύχτα και το πρωί κατεβαίνω κάτω στην παραλία από ένα μονοπάτι γεμάτο γούρνες με νερό καθαρό, βγαίνω στην αμμουδιά που έχει πάρει σχήματα απ’ το κύμα που σκάει όλη την ώρα και ηρεμώ, ξεχνιέμαι, μου περνούν όλοι οι πονοκέφαλοι, είναι το καλύτερο φάρμακο σας λέω, περπατώ ανάμεσα στα βότσαλα κι αδειάζει το μυαλό μου απ’ όλες τις άσχημες σκέψεις, κοιτάζω τα άστρα το βράδυ ν’ ανεβαίνουν στον ουρανό και νιώθω πιο ελαφρύς σα να έχουν φύγει από πάνω μου οχτακόσιοι τόνοι που με πατούσαν και με πίεζαν, δε μπορείς να φανταστείς πόσο μεγάλη ανακούφιση είναι να βλέπω το νερό της θάλασσας που πάει κι έρχεται ασταμάτητα και να σκέπτομαι πόσο μικρή είναι η ζωή, πόσα χάνουμε κυνηγώντας κάθε μέρα ένα κάρο βλακείες, λεφτά και σπίτια, αμάξια και περιουσίες, φιλοσοφώ εκεί πέρα, νιώθω άνθρωπος !’’

Ο Χάρης σώπασε και κανένας δε μίλησε για λίγη ώρα σα να ταξιδεύαμε μαζί του σ’ εκείνο το μέρος με τα βότσαλα, τα άστρα που σκαρφάλωναν τη νύχτα στο στερέωμα και τη θάλασσα που πηγαινοέρχονταν αέναα. Ήταν πολύ όμορφα αυτά που μας περιέγραφε , του άρεσε πολύ το Όρος, ηρεμούσε κι ήμασταν σίγουροι ότι στο βάθος του μυαλού του το είχε σαν μια εναλλακτική αν όλα πήγαιναν στραβά, του πήγαινε η ερημιά κι η ησυχία, μας το είχε πει πολλές φορές, παρατηρούσε τα πάντα γύρω του τα πουλιά και τις κουκουβάγιες που χουχούλιαζαν τη νύχτα, τα κουνάβια και τα γεράκια , τους σπίνους και τις καρδερίνες, του άρεσε κι η βροχή που ήταν συχνή τέτοια εποχή τον βοηθούσε να κοιμηθεί και να ξαλαφρώσει, οι σταγόνες που έπεφταν πάνω στις σκεπές τον ησύχαζαν καθώς κουδούνιζαν στ’ αυτιά σαν μουσική απαλή κατά πώς έλεγε.

Πολλές φορές μας είχε πει ότι ήθελε να φύγει, σκεφτόταν να φτιάξει ένα αγρόκτημα κάπου στην επαρχία, έλεγε ότι πια η πόλη δεν τον τραβούσε, είχε χάσει την παλιά λάμψη της, δεν υπήρχαν πια τα μαγαζιά κι οι ταβέρνες που μάζευαν τόσο κόσμο κάποτε, οι συνοικίες είχαν αδειάσει, καφενεία έκλειναν, στόρια κατέβαιναν, άνθρωποι χανόταν πίσω από πόρτες που σφάλιζαν, μια εικόνα παρακμής, ένα κάρο παιδιά είχαν φύγει στο εξωτερικό, κανείς δεν ήξερε τι συνέβαινε, οι πρόσφυγες που είχαν έρθει εκεί πέρα δεν τα ήξεραν όλα αυτά και πως θα μπορούσαν άλλωστε, δεν καταλάβαιναν και δεν τους ένοιαζε, αυτοί ήθελαν να φύγουν για την Ευρώπη κι εδώ ήταν ένας σταθμός τίποτα άλλο.

Όλο έλεγε ότι θα φύγει ο Χάρης κι όλο εκεί μαζί μας ήτανε βέβαια, όλους μας βαστούσε κάτι που είχε αυτή η πόλη, μολονότι είχαν αλλάξει όλα μπορούσες ακόμα να δεις τις πολεμίστρες των κάστρων ανάμεσα στις γκρίζες πολυκατοικίες, στις γκρεμισμένες αψίδες των πυλών που υποδέχονταν κάποτε τους επισκέπτες, οι γάτες περπατούσαν και σουλατσάριζαν αγνοώντας εντελώς την ιστορία, στην μεγάλη πλατεία τύποι με μαλλιά σχοινένια έπαιζαν κάτι περίεργα όργανα σαν τύμπανα στρογγυλά που έβγαζαν έναν ήχο μαλακό, ο κόσμος σταματούσε να τους δει, άλλοι έβγαζαν βίντεο με τις κάμερες τους κι εκείνες τις στιγμές όλα μεταμορφώνονταν μαγικά κι αποκτούσαν μια λάμψη όπως παλιά.

’’Έ, αφήστε και κανένα κουραμπιέ για μένα !’’ είπε κάποιος κι όλοι γυρίσαμε να δούμε έναν μεγαλόσωμο τύπο με ξυρισμένο κεφάλι που άρπαξε ένα κέρασμα τινάζοντας τη σκόνη από τα ρούχα του, ‘’Φιλαράκι πως είσαι ρε, χρόνια και ζαμάνια!’’ απευθύνθηκε στον Χάρη κι εκείνου τα μάτια άστραψαν, ‘’Που είσαι αδελφέ!’’ φώναξε και τον αγκάλιασε, ύστερα πιασαν κουβέντα οι δυο τους σα να μην υπήρχε γύρω κανείς άλλος, γνωριζόντουσαν από παλιά, από τότε που δούλευαν κι οι δυο τους παρκαδόροι σ’ ένα παρκινγκ κάποιου μπουζουξίδικου κι έβρισκαν πεταμένα στα καθίσματα πιστόλια και σακουλάκια με σκόνες περίεργες, ο ξυρισμένος δούλευε σε μια εταιρία που έκανε έλεγχους στα βενζινάδικα βρίσκοντας ένα σωρό κλοπές κα λαμογιές, φώναζαν δυνατά σα να καυγάδιζαν, λέγανε για τα παλιά στέκια και για τα μούτρα της νύχτας, για κάτι πιστολάδες κι άλλους μάγκες φουσκωτούς, φλυαρούσαν μιλώντας για κάτι παλιές ντισκοτέκ όπου γινόταν διαγωνισμοί χορού και για γυναίκες ωραίες που χαλούσαν κόσμο κάποτε, κι ύστερα το γυρνούσαν για το ταξίδι του αναχωρητή που θα πήγαινε σ’ εκείνη τη σκήτη να βοηθήσει τον καλόγερο με τις επισκευές γιατί έπιαναν τα χέρια του.

Κάποια στιγμή σταμάτησαν για λίγο οι κουβέντες σα να σκέφτονταν καθένας αυτά που είχαν ειπωθεί, ο Χάρης έσβησε το τσιγάρο που κρατούσε κι άρχισε να μιλά σιγά στο φίλο του, αμέσως έγινε σιωπή απόλυτη κι όλοι προσπαθούσαμε ν’ ακούσουμε σα να καταλάβαμε ότι κάτι σημαντικό θα ήταν αυτό που επρόκειτο να πει: ‘’ Κοντά στην σκήτη που επισκευάζουμε έχει ένα ρέμα γεμάτο λακκούβες και πολλές φορές βρίσκεις ψαράκια να κολυμπούν μέσα του, μια μέρα είχα πάει να μαζέψω ξύλα για τη φωτιά, όπως κατεβαίνω το ρυάκι βλέπω μπροστά μια μεγάλη λακκούβα γεμάτη νερό καθαρό και κάτι να κινείται μέσα της, πλησιάζω να δω τι ήτανε κι όπως σκύβω ακούω έναν κρότο σα να τσάκιζε κάποιος ξύλα με μεγάλη δύναμη ενώ πουλιά πετάγονταν τρομαγμένα απ’ όλες τι μεριές, γυρνώ πίσω μου κι αντικρίζω ένα από κείνα τα μεγάλα οχήματα , τα ούνιμοκ που έχουν εκεί πέρα για τις δουλείες τους , να έρχεται κατά πάνω μου με τις μπάντες, κάποιος βλάκας μοναχός που δεν ήξερε να οδηγεί είχε χάσει τον έλεγχο κι έφευγε φουνταριστός για τη θάλασσα, δε μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο για να ξεφύγω από το να βουτήξω στο νερό της λακκούβας που ήταν καθαρό σαν κρύσταλλο, βουτάω καθώς το ουνιμοκ φεύγει με φόρα και καρφώνεται ίσια στη θάλασσα, δεν πρόλαβα να δω τίποτα άλλο.

Με το που έβαλα το κεφάλι μου κάτω απ’ το νερό βλέπω βυθισμένο στη λάσπη ένα κουτί γυαλιστερό με σχέδια απάνω του, αμέσως κατάλαβα ότι ήταν η κασετίνα που είχε χαθεί, ξέχασα εντελώς τον παλαβό τον καλόγερο και τι είχε απογίνει, ήμουν εντελώς καρφωμένος στο γυαλιστερό κουτί και μου φάνηκε ότι έμεινα κάτω απ’ το νερό ώρα πολύ μέχρι που κόπηκε η ανάσα μου, βγήκα γρήγορα έξω, ο καλόγερος είχε πεταχτεί πανικόβλητος με τα ράσα μουσκεμένα ενώ το ούνιμοκ είχε γείρει στο πλάι μες τη θάλασσα με τα κύματα να σκάνεν πάνω του, ξαναβούτηξα και τράβηξα την κασετίνα απ’ το βυθό, ξεκόλλησε εύκολα, την έβγαλα στο φως, ήταν άθιχτη, ποιος ξέρει πως είχε βρεθεί εκεί μέσα, την κράτησα λίγο στα χέρια μου, πολύ ψιλοδουλεμένη γύρω -γύρω και στο μπροστινό σημείο κάτι γράμματα αρχαία, δοκίμασα το καπάκι κι άνοιξε, κάτω από το τζαμάκι υπήρχε κάτι σαν κλαδάκι μαυρισμένο, το αγκάθι από το στεφάνι του Χριστού, έμεινα κάμποση ώρα εκστασιασμένους να το κοιτώ, από πού είχε έρθει εκεί πέρα και πόσοι το είχαν προσκυνήσει, τι όμορφο που το είχαν φτιάξει, τι ευλογία να το βρω με τέτοιο τρόπο, ήταν υπέροχο, ξαφνικά ένιωσα να παγώνω, ήμουν μούσκεμα, έπρεπε να στεγνώσω γρήγορα, πίσω μου ο καλόγερος έβγαινε στην κι εκείνος τσαλαβουτώντας, ξεκίνησα ν’ ανεβαίνω το μονοπάτι ακολουθώντας το ρέμα, όπως σήκωσα το κεφάλι είδα ένα σύννεφο να κατεβαίνει χαμηλά φτιάχνοντας μια χοάνη όπως αυτή των ανεμοστρόβιλων που έφτανε μέχρι ψηλά στο στερέωμα, ήμουνα σίγουρος ότι ήταν η πύλη του ουρανού’’.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

ΛΑΜΠΥΡΙΣΜΟΙ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ

Το χιόνι έπεφτε όλο και πιο πυκνό όταν άκουσε να σκάει ένα από τα μπροστινά λάστιχα του, ότι χειρότερο μπορούσε να του συμβεί εκείνη τη στιγμή, από νωρίς που είχε βγει στους δρόμους οι νιφάδες σκέπαζαν τα πάντα όμως δεν έδειχνε ότι θα το έστρωνε κι ήταν Παρασκευή βράδυ, η καλύτερη μέρα για τα ταξί επειδή όλη νύχτα κουβαλούσαν πιτσιρικάδες κι άλλους ξενύχτηδες που έβγαιναν στα μαγαζιά του κέντρου ή της παραλίας, τις γιορτές είχε δουλέψει καλά κι ήλπιζε σε μια ακόμα καλή βραδιά επειδή όλη τη βδομάδα πηγαινοέρχονταν σαν το δαίμονα περιμένοντας κάποιον να σηκώσει το χέρι του. Βλαστήμησε μέσα του και τηλεφώνησε στην οδική βοήθεια αλλά δεν μπορούσε να περιμένει, μέχρι να έρθουν οι τύποι μπορεί να ξημέρωνε καθώς σίγουρα μ’ εκείνον τον χαμό θα είχαν ένα κάρο περιστατικά. Πάρκαρε στην άκρη ενός στενού, φόρεσε τα γάντια του και βγήκε έξω στην παγωνιά, έβγαλε την ρεζέρβα, τον γρύλο και το κλειδί των μπουλονιών απ’ το πόρτ μπαγκάζ, σήκωσε την μπροστινή μεριά του αμαξιού κι άρχισε να ξεβιδώνει, το χιόνι δεν έλεγε να σταματήσει το καταραμένο, σκεφτόταν ότι όλη η βραδιά του θα πήγαινε χαμένη όταν εμφανίστηκε το φορτηγάκι της οδικής κι ένα τύπος με γενειάδα κατέβηκε να τον βοηθήσει, ήταν πολύ καλύτερα μ’ ένα ακόμα άτομο και γονατίζοντας πάνω στην παγωμένη υγρή άσφαλτο τελείωσαν γρήγορα, ευχαρίστησε τον γενειοφόρο, τίναξε το χιόνι από πάνω του και ξεκίνησε πάλι ελπίζοντας να μη του συμβεί άλλο κακό.

Οι δρόμοι εξακολουθούσαν να είναι βατοί και παρά την χιονόπτωση κάμποσα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να κινούνται στην νύχτα σχηματίζοντας ένα κομβόι όπου κανείς δεν τολμούσε να προσπεράσει τον άλλον μόνο παρακολουθούσαν τον μπροστινό του υπομονετικά όπως τα καραβάνια στην έρημο. Άνοιξε ένα μπουκάλι με νερό να δροσιστεί λίγο όταν είδε δυο κοπέλες να του κάνουν σινιάλο, σταμάτησε και τα κορίτσια μπήκαν μέσα τρίβοντας τα παγωμένα χέρια τους, είπαν μια διεύθυνση και μετά άρχισαν να μιλούν ακατάπαυστα όπως το συνηθίζουν οι γυναίκες σε όλες τις καταστάσεις, το χιόνι τους είχε χαλάσει τη βραδιά γιατί φοβήθηκαν ότι δεν θα μπορούσαν να γυρίσουν σπίτι κι είχαν φύγει εσπευσμένα από ένα μαγαζί όπου συνήθως έμεναν ώσπου να βγει ο ήλιος, τις κοίταξε μια στιγμή στον καθρέφτη κι ύστερα καρφώθηκε μπροστά γιατί ένα λάθος θα τον έστελνε καρφωτό πάνω σε κανένα παρκαρισμένο κι ύστερα άντε να ξεμπλέξεις. Το κομβόι των αυτοκινήτων συνέχιζε κανονικά κι απ’ ότι μπορούσε να δει ακολουθούσε μια αλατιέρα που είχε βγει από τις υπηρεσίες του δήμου, όλα έμοιαζαν κανονικά, χαλάρωσε λίγο όταν ξαφνικά το χιόνι πύκνωσε τόσο πολύ που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις τίποτα και τότε άρχισαν όλοι να φεύγουν με τις μπάντες άλλος από δω κι άλλος από κει, ήταν πολύ θεαματικό, πολύ κουφό, δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα, οι νιφάδες ήταν τόσο χοντρές που σκέπαζαν κατευθείαν το οδόστρωμα κι έπεφταν κατά εκατομμύρια σκεπάζοντας τα πάντα, το αμάξι του ήταν βαρύ αλλά οι κοπέλες πήγαιναν σε κάποιο ανηφορικό μέρος της πόλης όπου δεν υπήρχε περίπτωση να βγει μ’ εκείνον τον καιρό, ‘’Λυπάμαι κορίτσια δε γίνεται να συνεχίσω!’’ είπε κι αυτά κατέβηκαν απρόθυμα να συνεχίσουν με τα πόδια μες τον χαλασμό, ήταν σίγουρος ότι θα τα κατάφερναν, στο κάτω- κάτω ας είχαν και μια εμπειρία διαφορετική.

Τώρα πια η κυκλοφορία είχε αποσυντονιστεί εντελώς και μόνο μερικοί που είχαν φορέσει αλυσίδες καθώς και κάτι άλλα οχήματα με κίνηση στους τέσσερις τροχούς κινούνταν σχετικά άνετα, κάποιοι έβγαιναν έξω και φώναζαν, άλλοι τηλεφωνούσαν, κάποιος έβριζε, ένα χάος επικρατούσε, ‘’Πάει η βραδιά !’’ έκανε τη σκέψη καθώς πάλευε να κρατήσει στο δρόμο το αυτοκίνητο του, τώρα το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φτάσει στο σπίτι του γιατί είχε κι αυτός κολλήσει, κάλεσε ξανά την οδική βοήθεια και από διαβολική σύμπτωση εμφανίστηκε μετά από λίγο πάλι ο ίδιος τύπος με τη γενειάδα, του ζήτησε να τον τραβήξει μέχρι κάποιο σημείο όμως ο άλλος φάνηκε εντελώς αδιάφορος, σήκωσε τους ώμους σα να μην έτρεχε τίποτα και είπε ότι είχε τριάντα κλήσεις που τον περίμεναν καθώς όλα είχαν διαλυθεί εκείνο το βράδυ. Κόντευε να σκάσει απ’ το κακό του, όλο το χρόνο σαν ηλίθιος τους πλήρωνε για μια τέτοια στιγμή και τώρα που τους χρειαζόταν πραγματικά τον είχαν αφήσει στο έλεος του θεού, έβαλε μπρος τη μηχανή κι άρχισε να προχωρά βλέποντας αμάξια να φεύγουν δεξιά αριστερά σα να βρίσκονταν σε πίστα με συγκρουόμενα, κάποια στιγμή ένιωσε να χτυπά έναν όγκο σκοτεινό, ακούστηκε ένα ‘’σντουπ!!!’’ , ούτε κατάλαβε τι ήτανε, δεν μπορούσε να δει, τρόμαξε, σκέφτηκε ότι δεν θα τα κατάφερνε και σταμάτησε σ’ ένα βενζινάδικο όπου κάποιος φτυάριζε χιόνι καθαρίζοντας το μέρος, εκεί πέρα υπήρχε μια καφετέρια που έμενε ανοιχτή όλη τη νύχτα, σταμάτησε με τα χίλια ζόρια και μπήκε μέσα ελπίζοντας ότι θα σταματούσε το κακό.

Η καφετέρια είχε μια ζέστη που σου ανέβαζε αμέσως το ηθικό, παρήγγειλε καφέ και κάθισε σε μια γωνιά ακούγοντας δυο τύπους να συζητούν φωναχτά σα να μη συνέβαινε τίποτα γύρω τους , ο ένας απ’ αυτούς θα έφευγε για την Αυστραλία κάτω στην Τασμανία, να δουλέψει σε μια επιχείρηση ελλήνων, άκου τώρα που έχει βρει να πάει ο άνθρωπος, πιο μακριά δε γινόταν, εκεί κάτω μάλιστα είχαν καλοκαίρι τέτοια εποχή, φαντάσου τώρα, κι έκαναν μπάνια στις παραλίες. Καθόταν κι άκουγε βλέποντας το χιόνι να πέφτει ασταμάτητο, δεν φαινόταν ότι υπήρχε περίπτωση να άνοιγαν οι δρόμοι, για δουλειά δε γινόταν ούτε λόγος, το θέμα του ήταν τώρα πως θα πήγαινε το αμάξι στο σπίτι, μα πόσο σπαστικό ήταν όλο εκείνο το πράγμα που έριχνε, θυμήθηκε τη μάνα του την συγχωρεμένη που αγαπούσε το χιόνι, έλεγε ότι καθάριζε τα μάρμαρα στα μπαλκόνια, ‘’Να δεις που μόλις το λιώσει θα τα έχει γυαλίσει όλα’’ έλεγε και πράγματι, με το που έφευγαν τα χιόνια τα μπαλκόνια έλαμπαν σα να τα είχαν γυαλίσει!

Σπάνια χιόνιζε έτσι στην πόλη, αυτός τουλάχιστον δεν έιχε δει τόσο όγκο, μια φόρα μόνο, τότε που σπούδαζε σε μια επαρχιακή πόλη, είχε ρίξει τόσο πολύ που είχε αποκλειστεί για μέρες πολλές στο διαμέρισμα του βλέποντας απ’ το παράθυρο μια γέφυρα κάτω απ’ την οποία έτρεχαν νερά σκοτεινά μέσα από φυλλώματα, εκείνο το τοπίο του είχε μείνει. Φοιτητής ήταν τότε κι είχε περάσει κοντά ένα μήνα σε μια εστία που θύμιζε κτήριο χώρας του κομουνιστικού μπλοκ, πνιγμένη στο τσιμέντο, σε μια φάση είχε κοπεί το ρεύμα και κόντευε να τρελαθεί, ευτυχώς το είχαν φτιάξει αλλιώς δεν θα έβγαινε ζωντανός από κει μέσα αυτός και κάτι άλλοι φοιτητές από μια χώρα του βορρά που συμμετείχαν σ’ ένα πρόγραμμα και είχαν βρεθεί κατά κει, αυτοί βέβαια ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες καταστάσεις επειδή εκεί ψηλά χιόνιζε κάθε χρόνο με το τσουβάλι.

Εκείνες ήταν οι πιο παγωμένε μέρες της ζωής του, τις νύχτες που δεν δούλευαν τα καλοριφέρ έριχνε ότι είχε και δεν είχε πάνω του μήπως σταματήσει να τρέμει, περνούσε την ώρα παρακολουθώντας ταινίες κι ότι άλλο έδειχνε μια μικροσκοπική τηλεόραση που έτυχε να έχει, σε κάποια φάση είχε χαλάσει η συσκευή και κόντευε να τρελαθεί, ευτυχώς μια κοπέλα ξανθιά από κείνες τις βόρειες , πολύ όμορφη και κάπως λοξή, που σπούδαζε πιάνο , τον είχε βοηθήσει να τη φτιάξουν, πολλές φορές καθόταν στο δωμάτιο της και την άκουγε να παίζει απλώνοντας τα δάχτυλα της στα πλήκτρα κάτι κομμάτια περίεργα, όλες οι στενοχώριες του φεύγανε τότε, το μυαλό του ηρεμούσε, άλλοτε πάλι ερχόταν αυτή στο δωμάτιο του και βλέπανε ταινίες κινούμενων σχεδίων σ’ ένα κανάλι ξένο που έπιαναν , αυτό που του είχε μείνει ήταν μια ταινία για έναν μοναχό κάπου στην Ινδία που έπρεπε να περάσει για κάποιο λόγο μια νύχτα γυμνός πάνω στα βουνά κι εκείνος είχε αντέξει χρησιμοποιώντας ένα κόλπο, έβαλε ν’ ανάψουν μια φωτιά στο απέναντι όρος και βλέποντας την λάμψη της όλη την ώρα κατάφερε να βγει ζωντανός μέχρι το ξημέρωμα, εκείνη η ιστορία είχε χαραχτεί βαθιά μέσα στο μυαλό και φυσικά το είχε ερωτευτεί εκείνο το κορίτσι κι όταν ήταν να γυρίσει στην πατρίδα του είχε σαλτάρει, δεν τον χωρούσε ο τόπος του είχε στοιχίσει πολύ…

Βγαίνοντας από την καφετέρια αισθάνθηκε μια ησυχία απόλυτη σα να είχαν τελειώσει όλα, σήκωσε τα μάτια ψηλά βλέποντας το χιόνι που έπεφτε ασταμάτητα, καλύπτοντας το σύμπαν, ήταν σα να είχε αποκοιμηθεί ολόκληρη η πλάση, όλα γύρω του φάνηκαν αλλιώτικα σα να είχε συμβεί κάτι που άλλαξε τη μορφή και το σχήμα τους, δεν μπορούσε να προσανατολιστεί κι αναρωτιόταν που είχε αφήσει το αμάξι του, η περιοχή του φαινόταν άγνωστη, οι δρόμοι είχαν αδειάσει εντελώς, αισθάνονταν καταπονημένος και το μόνο ου ήθελε ήταν να πέσει στο κρεβάτι του και να κοιμηθεί ώρες ατελείωτες, βρήκε τελικά το αμάξι του αλλά οι ρόδες του είχαν πνιγεί στο χιόνι κι π ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να ξεκολλήσει από κει πέρα, τον έπιασε μια απελπισία, εκείνο το καταραμένο χιόνι του έκανε τη ζωή δύσκολη για πιο λόγο χρειαζόταν τι στο δαίμονα ήθελε μες τη νύχτα να ταλαιπωρεί τον κόσμο, πως είχε βρεθεί σ’ εκείνη την ερημιά όπου δεν κινούνταν τίποτα εκτός από έναν παλαβό με τον σκύλο του που είχαν βγει βόλτα, το σκυλί προσπαθούσε να τρέξει κι όλη την ώρα έφερνε βούτες σαν χαζό, σηκωνόταν κι έπεφτε πάλι, κυλιόταν, τινάζονταν, ήταν φανερό ότι χαιρόταν αφάνταστα το σκηνικό, όπως περνούσε μπροστά απ’ την είσοδο μιας πολυκατοικίας του ήρθε να βάλει τα γέλια όταν τα φώτα άναψαν μόνα τους κι ακούστηκε ο ήχος ενός πιάνου που έπαιζε μια μελωδία, έσπαγε το κεφάλι του να θυμηθεί που την ήξερε, που την είχε ακούσει, γιατί του ήταν τόσο γνωστή, μα βέβαια, πως μπορούσε να μη το θυμάται, έναν καιρό σβούριζε δαιμονισμένα στο κεφάλι του, ήταν εκείνο το κομμάτι που έπαιζε το ξανθό κορίτσι τότε στις εστίες όπου ήταν αποκλεισμένος, προχώρησε στο παράθυρο του ορόφου που δεν ήταν και πολύ ψηλά απ’ το έδαφος και είδε μια ξανθιά φιγούρα να κάθεται μπροστά σ ένα όρθιο πιάνο παίζοντας την ίδια μελωδία, περίμενε λίγο μέχρι που η κοπέλα γύρισε το πρόσωπο της και τον κάρφωσε με τα μάτια της σα να τον περίμενε, τινάχτηκε πίσω και γλιστρώντας έπεσε με την πλάτη στο μαλακό χιόνι, έμεινε εκεί πέρα ξαπλωμένος, ήταν τόσο όμορφα, σφάλισε τα μάτια του κι αμέσως εκατομμύρια λαμπυρισμοί απ’ όλες τι μεριές τον πλημμύρισαν σα ν’ αντίκριζε την ανατολή του ήλιου που γέμιζε με ηλιαχτίδες την ατμόσφαιρα .

ΤΟΚΑΤΕΣ ΚΑΙ ΦΟΥΓΚΕΣ

Στην Αγκάθα Κρίστι Τα φυλλώματα της κερασιάς έκρυβαν  έναν μπαξέ που πρασίνιζε  τέτοια εποχή κι εκεί μπροστά στην είσοδο  ήταν μια τριαντ...